Προέχει η διάσωση της νεοφιλελεύθερης πολιτικής
Πώς θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς την πολιτική που επιβάλλει σήμερα στην ευρωζώνη η ηγεσία της και γενικότερα η πολιτική που ασκείται στον αναπτυγμένο κόσμο; Και παρά τις ολέθριες συνέπειές της γιατί εμμένουν σε αυτήν, ποιος είναι ο στόχος τους, τι θέλουν να διαφυλάξουν παρά το τρομακτικό κόστος, την ιδεολογική βλάβη που υφίσταται ο νεοφιλελευθέρος καπιταλισμός; Αυτό το ζήτημα, με τα όσα συμβαίνουν καθημερινά στις οικονομίες, δεν συζητείται όσο του αναλογεί.
Σ’ ένα άρθρο του «Economist» («Καθημερινή» 26/8) γίνεται ένας εύστοχος χαρακτηρισμός αυτής της πολιτικής. Παραθέτουμε: “Το κοινό σημείο των υιοθετημένων πολιτικών είναι λάθος: η κοντόφθαλμη δημοσιονομική λιτότητα, που απλώς αυξάνει τον κίνδυνο νέας ύφεσης. Δεν χρειάζεται να είναι έτσι... Οι προβληματικές χώρες της ευρωζώνης, υπό την πίεση της Γερμανίας και των αγορών ομολόγων, προσπαθούν σήμερα να μειώσουν τα ελλείμματα όσο το δυνατόν ταχύτερα. Όμως το μάθημα της Ιταλίας και της Ισπανίας είναι πως οι αγορές ομολόγων ανησυχούν εξίσου για τη δυνατότητα μιας οικονομίας να αναπτυχθεί όσο και για το μέγεθος του ελλείμματός τους”.
Εισαγωγικά ο αρθρογράφος συνόψισε τα δεινά των οικονομιών διεθνώς και αντιπαραθέτει τη δική του πρόταση, η οποία, βέβαια, κινείται επίσης στις παραμέτρους της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής, αλλά με κάποια αυτοσυγκράτηση. “Η ΕΚΤ πρέπει να δώσει στις υπερχρεωμένες χώρες περιθώριο προσαρμογής. Σε καιρό λιτότητας, η νομισματική χαλαρότητα είναι ουσιώδης. Μεγαλύτερη προσοχή όχι μόνο στον πληθωρισμό, αλλά και στο ονομαστικό ΑΕΠ”, θα σχολιάσει επικρίνοντας.
Γιατί επιμένουν;
Γιατί, όμως, συμβαίνουν όλα αυτά; Τι κινεί την ηγεσία σε αυτή την κοντόφθαλμη πολιτική; Πού έχουν προσηλωμένα τα μάτια τους και γιατί; Η ακαμψία απορρέει από την κεντρική σταθερή επιδίωξη να σωθεί η πολιτική που ασκείται και οι θεσμοί που τη στηρίζουν. Αυτό είναι το κύριο για τις δυνάμεις αυτές παρά τους εμφανείς κινδύνους και τα κόστη. Ας το δούμε πιο συγκεκριμένα.
Πρώτον, η νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική. Απορεί κανείς με την προσοχή με την οποία αυτή προφυλάσσεται κάθε φορά που συμφωνείται ένα πακέτο “διάσωσης”ή “πρόληψης”. Και είναι απολύτως σωστό από την πλευρά τους, διότι και η παραμικρή παρέκκλιση μπορεί να προκαλέσει αθεράπευτα ρήγματα. Ας πάρουμε το παράδειγμα της πολιτικής των κοινωνικών δαπανών, των φόρων, των εργασιακών σχέσεων, των επιτοκίων κτλ. Θέλουν πάση θυσία να επιβιώσουν αυτές οι πολιτικές ως θεμέλιοι λίθοι και μετά την κρίση περιόδου. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε άλλους τομείς, πολύ σπουδαίους, γίνονται επιλογές όπως οι παρεμβάσεις της Κεντρικής Τράπεζας, τα πακέτα διάσωσης, η αναδιαπραγμάτευση χρεών, κτλ. που θα συνιστούσαν αδιανόητα άλλοτε – για την ορθοδοξία– πράγματα. Όμως οι παράμετροι της λιτότητας ποτέ δεν άλλαξαν, αντίθετα ενισχύθηκαν.
Στο απυρόβλητο
η εξουσία των αγορών
Δεύτερον, οι θεσμοί υλοποίησης αυτής της πολιτικής. Στην πρώτη φάση αντιμετώπισης της κρίσης, κυρίως στις ΗΠΑ, στην προ Ομπάμα περίοδο, είδαμε τα γιγαντιαία ποσά που διατέθηκαν όχι απ’ ευθείας στην οικονομία, τα καταρρέοντα νοικοκυριά, αλλά στους μηχανισμούς, κυρίως τις τράπεζες. Αυτό επαναλήφθηκε μετά και στην Ευρώπη. Κεντρικός εδώ είναι ο ρόλος της ΕΚΤ. Μπορεί ο Τρισέ να αγοράζει αφειδώς ομόλογα προβληματικά, όμως ο χαρακτήρας της Κεντρικής Τράπεζας προφυλάσσεται, τα κράτη εξακολουθούν να δανείζονται από τις χρηματοοικονομικές αγορές. Όσο για τα νέα εργαλεία ή θεσμούς που εισάγονται, πρώτα από όλα αποσκοπούν να διασφαλίσουν τη νεοφιλελεύθερη - και όχι μόνο δημοσιονομική - πολιτική. Αυτό σημαίνει το σύμφωνο για το ευρώ, η συνταγματοποίηση των δημοσιονομικών στόχων, η λεγόμενη οικονομική διακυβέρνηση, και εν τέλει, το ευρωομόλογο.
Τρίτον, αν και υποπερίπτωση του προηγούμενου, είναι ο στόχος της προφύλαξης του κεντρικού ρόλου των αγορών. Όλων των αγορών, αλλά ιδίως των αγορών ομολόγων, καθώς η χρηματοπιστωτικοποίηση της οικονομίας καλά κρατεί. Ας θυμηθούμε πόσες φορές πολιτικοί όπως η Μέρκελ, ο Σόιμπλε, ο Σαρκοζί, ο Ομπάμα, έχουν μιλήσει απαξιωτικά ακόμη και επιθετικά για τους οίκους αξιολόγησης, αλλά ποτέ δεν έκαναν τίποτα για να τους περιορίσουν. Να θυμηθούμε επίσης τις εξαγγελίες για επιβολή κάποιου φόρου σε χρηματοπιστωτικές συναλλαγές, που όμως ποτέ δεν προχωρά. Γιατί, άραγε, το κεφάλαιο που ορίστηκε για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας είναι τόσο μικρό; Είναι, εκτός των άλλων, διότι δεν επιθυμούν να αποδυναμωθεί ο ρόλος των αγορών ομολόγων, εφόσον, τα ομόλογα είναι θεμέλιος λίθος του συστήματος. Θα μπορούσαμε να φέρουμε κι άλλα τέτοια παραδείγματα.
Ενδοσυστημική αντίφαση
Αυτή η επιλογή διαφύλαξης της οικονομικής πολιτικής που κυριαρχεί για δεκαετίες στον καπιταλισμό των ημερών μας, με την ενδογενή ακαμψία που τον διακρίνει, είναι φανερό ότι δημιουργεί μια μεγάλη αντίφαση, επικίνδυνη ακόμη και για θεμελιώδεις επιλογές των δυνάμεων του συστήματος, αναγκαία και για το μέλλον. Τα ζητήματα αυτά τίθενται ασφαλώς διεθνώς, μη εξαιρουμένης και της Κίνας. Αλλά παρά την πρωτοκαθεδρία στη συζήτηση των εξελίξεων στις ΗΠΑ λόγω της υποβάθμισης της οικονομίας της, το οξύ πρόβλημα είναι στην Ευρωζώνη, την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην Ευρωζώνη αυτή η επιλογή δημιουργεί ρηκτικές καταστάσεις, προοπτικά μη διαχειρίσιμες. Από μια άποψη, η Ευρωζώνη όταν ιδρύθηκε, συγκροτήθηκε έτσι που να διευκολύνει και διασφαλίζει μόνιμα αυτή την πολιτική, που τώρα προφυλάσσεται με πρόσθετα μέτρα, αλλά η ίδια τώρα πολιτική τη διαβρώνει, την αποδιαρθρώνει, την αποσταθεροποιεί. Αντιπαραθέτει ορισμένες γεωοικονομικές περιοχές της με άλλες, ορισμένα κράτη μέλη της με άλλα κ.λπ.
Στο κοινωνικό πεδίο οξύνει όλα τα προβλήματα. Ναι μεν πάντοτε τα δημιουργούσε, αλλά τώρα είναι μη διαχειρίσιμα, εκρηκτικά. Η δυσαρέσκεια και αντίσταση εξαπλώνεται. Στο ιδεολογικό πλήγμα που έχει υποστεί ο αχαλίνωτος καπιταλισμός, προστίθεται και η αδυναμία των συστημικών πολιτικών δυνάμεων σε πολλές χώρες να κυβερνήσουν.
Αναζήτηση αριστερής
διεξόδου
Μπροστά σε αυτήν τη κατάσταση και το ενδεχόμενο διάλυσης της ευρωζώνης βρίσκονται σήμερα οι λαοί της Ευρώπης. Βεβαίως, το ίδιο ισχύει και για την αριστερά, τα κινήματα. Δεν υπάρχει, ωστόσο, κανένας λόγος αυτοτρομοκράτησης ούτε αυτοπεριορισμού όσον αφορά τις θέσεις τους ή την ένταση και τις μορφές του αγώνα. Το αντίθετο. Ούτε, όμως, μπορούν να κάνουν και απλοποιήσεις, όσον αφορά την αναζήτηση εξόδου και να προχωρούν σε προτάσεις που κινδυνεύουν να εμπλέξουν την αριστερά στον πυρήνα αυτής της ενδοκαπιταλιστικής αντιπαράθεσης. Φέρνοντάς την, μάλιστα, σε πλήρη αναντιστοιχία με τη δυνατότητα να επηρεάσει τις εξελίξεις υπέρ των συμφερόντων των κοινωνικών δυνάμεων που εκπροσωπεί. Μπορεί, όμως, χωρίς κανένα δισταγμό και πλέγμα να αναφέρεται σαφώς στο πολύ πιθανό ενδεχόμενο της διάλυσης, να εργάζεται με βάση αυτό, μελετώντας τις συνέπειές του, το πώς αυτές θα αντιμετωπιστούν για να μην πληρώσουν τα λαϊκά στρώματα, μετά τις βαρύτατες θυσίες της δήθεν αποτροπής της κρίσης ή της “διάσωσης”, και τις θυσίες της κατάρρευσης. Διότι οι συνέπειες θα είναι μεγάλες για τους λαούς. Ζήτημα που απαραιτήτως πρέπει να αντιμετωπίζει ενωμένη, από κοινού η ευρωπαϊκή αριστερά.
Παύλος Δ. Κλαυδιανός
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|