Αρχείο



Η ευρωζώνη πρέπει να αλλάξει, όχι το νόμισμα

Ούτε κι αυτή η Σύνοδος, ως φαίνεται, θα δώσει διέξοδο στην κρίση. Δεν έχουμε μπροστά μας, προφανώς, ένα τεχνοκρατικό αλλά ένα βαθύτατα πολιτικό πρόβλημα. Η συνέντευξη με τον μαρξιστή οικονομολόγο Ρικάρντο Μπελοφιόρε ρίχνει αρκετό φως σε αυτό ακριβώς το ζήτημα, ενώ δεν παραβλέπει καθόλου και τη λειτουργία της οικονομίας.

 

Τη συνέντευξη πήραν
ο Παύλος Κλαυδιανός
και η Ζωή Γεωργούλα

Το ενδεχόμενο της διάλυσης της ευρωζώνης έχει στ’ αλήθεια τεθεί; Ποιες είναι οι προτάσεις των ηγετικών ελίτ της Ευρώπης και πού διαφωνούν;

Το ζήτημα αυτό είναι πολύ μεγάλο για να απαντηθεί επαρκώς σε μια συνέντευξη. Αν μου κάνατε την ίδια ερώτηση πριν από δύο χρόνια, θα απαντούσα ότι αυτό το υποθετικό σενάριο ακούγεται αδύνατο. Μέχρι πριν από ένα χρόνο, θα έδινα πιθανότητες επιβίωσης στο ευρώ πάνω από 50%. Το μόνο που είναι βέβαιο πλέον είναι ότι η συμπεριφορά των τεχνοκρατών των Βρυξελλών και των πολιτικών ηγετών, με πρώτους αυτούς της Γαλλίας και της Γερμανίας, έκαναν την πιθανότητα της κατάρρευσης ολοένα και πιο πιθανή. Όχι γιατί δεν κάνουν τίποτα, αλλά γιατί, όπως έχει συχνά σημειωθεί, κάνουν πολύ λίγα, πολύ αργά. Έπρεπε να είχαν κινηθεί προς την κατεύθυνση των θεσμικών αλλαγών, π.χ. στον τρόπο με τον οποίο η ΕΚΤ παρεμβαίνει στην οικονομία.
Δεν ήμουν υποστηρικτής του ευρώ. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, πίστευα, μαζί με την Σουζάν ντε Μπρινόφ, ότι υπήρχε εναλλακτική επιλογή είτε παραμένοντας στα επιμέρους εθνικά νομίσματα είτε με ένα μόνο νόμισμα. Αυτή η εναλλακτική ήταν το κοινό νόμισμα, εφαρμόζοντας αρχές παρόμοιες με αυτές που ενσωματώθηκαν στο σχέδιο του Κέινς το 1944, στο Μπρέτον Γουντς. Κοινό νόμισμα σημαίνει ένα τελικό μέσο πληρωμής για τις Κεντρικές Τράπεζες των επιμέρους κρατών για την εκκαθάριση των ισολογισμών τους. Η Κεντρική Τράπεζα πρέπει να δρα ως δανειστής έσχατης επιλογής και να διευρύνει την πίστωση σε κράτη των οποίων το εξωτερικό ισοζύγιο είναι ελλειμματικό, την ίδια στιγμή που ένας μηχανισμός δίνει ώθηση στις χώρες με πλεονασματικό ισοζύγιο να αναπτύσσονται περαιτέρω. Αυτό θα βοηθούσε να ξεπεραστούν και οι λεγόμενες δομικές ανισορροπίες στο εσωτερικό της ευρωζώνης. Επίσης ένα τέτοιο σύστημα θα ήταν ευέλικτο, ακόμα και με σταθερές συναλλαγματικές τιμές, που θα μπορούσαν να προσαρμοστούν για να αντιμετωπιστούν «αδάμαστες» δυσκολίες οι οποίες θα απαιτούσαν διαρθρωτικές πολιτικές. Αυτή η οδός δεν επελέγη.
Σήμερα η κατάρρευση της ευρωζώνης θα ήταν απλά καταστροφική. Η Γαλλία και η Γερμανία είναι διχασμένες, αλλά είναι υποχρεωμένες να εμφανίσουν μια κοινή θέση, διαφορετικά το σύστημα θα εκραγεί. Η Γαλλία δεν είναι, όπως η Γερμανία, μια καθαρά εξαγωγική χώρα. Δεν είναι καν μια αδύναμη νεομερκαντιλιστική οικονομία, όπως η Ιταλία. Είναι περισσότερο μια οικονομία που στηρίζεται στο χρηματοπιστωτικό και στον τομέα των υπηρεσιών.
Και οι δύο αυτοί τομείς μεταδίδουν σοβαρά προβλήματα στο τραπεζικό σύστημα, για διαφορετικούς λόγους. Αυτό μπορεί να εξηγεί γιατί ο Σαρκοζί ασκεί πίεση, ώστε η ΕΚΤ να δρα ως δανειστής εσχάτης ανάγκης και για κάποιου είδους ευρωομόλογο, ενώ η Μέρκελ αντιτίθεται και στα δύο. Η Γερμανία ζητά αυτόματη προσαρμογή από τα κράτη, εισάγοντας νέους πιο αυστηρούς δημοσιονομικούς κανόνες. Η Γαλλία αντιτίθεται λέγοντας ότι αυτό θα έβαζε στο γύψο τη «δημοκρατία» στην Ευρώπη και ζητά πιο ομοσπονδιακές λύσεις. Όμως, η παρούσα Γαλλία είναι αδύναμη οικονομικά και η φωνή της είναι εξαρτημένη. Από την άλλη, η Γερμανία ζει την αυταπάτη ότι η γοργή ανάπτυξη των δύο τελευταίων χρόνων, που οφείλεται σε εξαγωγική έφοδο, μπορεί να διατηρηθεί. Στην πραγματικότητα οδεύουμε στη στασιμότητα.
Μια ακόμη άποψη που κάποιες φορές αναδύεται, είναι η πρόταση του πρώην καγκελάριου Σμιτ για μια ευρωζώνη δύο ταχυτήτων. Αυτό θα βοηθούσε τη Γερμανία να αποφύγει τον κίνδυνο για την ανταγωνιστικότητά της από τις άγριες υποτιμήσεις στις χώρες της περιφέρειας. Ωστόσο, είναι δύσκολο να διακρίνει κάποιος το δρόμο προς αυτή τη λύση και δεν μπορεί να δει γιατί οι χώρες της περιφέρειας να συναινέσουν. Πρόβλημα αποτελεί και το γεγονός ότι οι χώρες της περιφέρειας, η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Ιταλία δεν συντονίζονται ώστε να αξιοποιήσουν τη δυνατότητα να είναι μεγάλοι δανειολήπτες.

Η απόφαση της 26ης Οκτωβρίου μπορεί να σταθεί; Ποιες είναι οι αδυναμίες της;
Νομίζω ότι η συμφωνία της 26ης Οκτώβρη δεν είναι τίποτα άλλο από την προσπάθεια να αυξηθεί η επεμβατική ισχύς του ευρωπαϊκού κεφαλαίου με την πρόφαση βοήθειας στις χώρες που βρίσκονται σε δυσκολία. Αυτό θα συμβεί χάρη στον τρόπο που προβλέπεται να εξασφαλίσει κεφάλαια, όπως έγινε στη σκοτεινή εποχή των τοξικών τραπεζικών προϊόντων. Όσο οι κερδοσκόποι έχουν λόγους να προσδοκούν κατάρρευση της χρηματοδότησης των κρατικών χρεών, κανένα χρηματικό ποσό δεν μπορεί να προσφέρει λύση. Η μοναδική λύση είναι η ΕΚΤ να χρηματοδοτεί χωρίς όριο, –για να το πούμε ξεκάθαρα- τα ευρωπαϊκά κράτη που δέχονται επίθεση. Αυτό δεν χρειάζεται να γίνει στην πρωτογενή αγορά, κάτι το οποίο στις μέρες μας θα έγειρε ισχυρές αντιθέσεις, με συνέπεια ένα τέτοιο αίτημα από την Αριστερά να διατρέχει τον κίνδυνο να είναι μη λειτουργικό. Είναι αρκετό που η ΕΚΤ χρηματοδοτεί εμπορικές τράπεζες και αυτές αγοράζουν κρατικά ομόλογα.
Όπως γράψαμε με τον Γιαν Τοπορόφσκι, αυτό θα μπορούσε να εισαχθεί με ενός είδους αλλαγή διακυβέρνησης στην Ευρώπη. Οι κυβερνήσεις μπορούν να εκδώσουν βραχυπρόθεσμα χρεόγραφα, τα έσοδα από τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αγορά μακροπρόθεσμων κυβερνητικών ομολόγων. Αυτό θα επέτρεπε το επιτόκιο σε αυτά τα ομόλογα να μειωθεί. Οι τράπεζες θα επωφελούνταν και μια τέτοια πρακτική μπορεί να τους επιβληθεί ώστε να μειώσουν τα επιτόκια. Δεν υπάρχει όριο στη χρηματοδότηση των κρατικών ελλειμμάτων από την ΕΚΤ, το πρόβλημα της χρεοκοπίας εμφανίζεται μόλις η θέληση της ΕΚΤ να τα χρηματοδοτεί τίθεται εν αμφιβόλω. Το ζήτημα είναι μάλλον πώς να διαχειριστεί κάποιος το δημόσιο χρέος. Ο φίλος Γιαν Τοπορόφσκι συχνά σημειώνει ότι αυτός ο χειρισμός μπορεί να ενισχυθεί με φόρο στους ισολογισμούς των τραπεζών. Συμφωνώ, βέβαια, απλώς αμφιβάλλω κατά πόσον αυτό μπορεί να είναι η τεχνική λύση στην κρίση, με τις ΗΠΑ να χρησιμοποιούν τις αποδόσεις για να μειώσουν το δημόσιο χρέος τους. Όπως γνώριζε ο Καλέκι, οι τεχνικές λύσεις που μπορεί μακροπρόθεσμα να συμφέρουν το κεφάλαιο, δεν πρόκειται να γίνουν αποδεκτές από το το ίδιο το κεφάλαιο.

Ποια μπορεί να είναι η πρόταση της Αριστεράς για έξοδο από την κρίση και ειδικότερα την κρίση της ευρωζώνης;
Εν μέρει απάντησα ήδη, όσον αφορά την οικονομική πλευρά της κρίσης. Είναι σαφές ότι κάτι άλλο απαιτείται. Η κρίση είναι κρίση του καπιταλισμού των τελευταίων 30 χρόνων. Από το 1990 ήδη δεν επρόκειτο για μονεταριστικό καπιταλισμό, αλλά για ένα σύστημα όπου νεομερκαντιλιστικά μοντέλα διεθνώς, και στην Κίνα, έβρισκαν διέξοδο διότι ο αγγλοσαξονικός καπιταλισμός (με εξαίρεση τον Καναδά) γνώριζε ανάπτυξη χάρη στον ιδιωτικό δανεισμό.
Η γενικευμένη συμμετοχή των νοικοκυριών στο χρηματοπιστωτικό τομέα (το ονομάζω υποταγή της εργασίας στην οικονομία, εννοώντας και τα χρηματιστήρια και τις τράπεζες) συνέβαλε στον πληθωρισμό του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και οδήγησε στο παράπλευρο χρέος των καταναλωτών. Αυτή η κατάσταση απαιτούσε πολύ ενεργή νομισματική πολιτική, που θα ανήγαγε τις Κεντρικές Τράπεζες σε δανειστές πρώτης επιλογής. Αυτό πάει χέρι χέρι με νέα κριτήρια διακυβέρνησης και συγκέντρωση χωρίς συγκεντροποίηση που παρήγαγε αποδόμηση, κατακερματισμό της εργασίας.
Κα­τά συ­νέ­πεια, πρό­κει­ται για έ­να μη­χα­νι­σμό ο ο­ποίος κα­θο­δη­γεί­ται α­πό την πο­λι­τι­κή και σε κα­μία πε­ρί­πτω­ση δεν πρό­κει­ται για έ­να σύ­στη­μα της ε­λευ­θε­ρίας των συ­ναλ­λα­γών (laisser fair). Ναι, α­νι­σό­τη­τα, ναι, με­γα­λύ­τε­ρη εκ­με­τάλ­λευ­ση της ερ­γα­σίας, αλ­λά ό­χι πτώ­ση στο πο­σο­στό κέρ­δους λό­γω μιας αύ­ξη­σης στη σύν­θε­ση της α­ξίας (μάλ­λον το πο­σο­στό κέρ­δους α­νέ­καμ­ψε). Και μια εν­δο­γε­νώς πα­ρα­γό­με­νη ε­νερ­γός ζή­τη­ση. Αυ­τό, ό­μως, α­πο­δό­θη­κε στην το­ξι­κή χρη­μα­το­δό­τη­ση. Δεν μπορεί πλέον να διαχωριστεί η καλή βιομηχανία, από τον κακό χρηματοπιστωτικό τομέα. Το πλασματικό κεφάλαιο έχει πραγματικά αποτελέσματα, αυξάνοντας την ενεργό ζήτηση και την εκμετάλλευση. Ήταν οδηγός της ανάπτυξης, όταν οι εξαγωγικές χώρες δεν έπαιζαν ρόλο διεθνώς, οι κοινωνικές δαπάνες του κράτους περικόπτονταν, οι ιδιωτικές επενδύσεις δεν ήταν αρκετές (εξαιτίας και της υποτίμησης των στοιχείων του σταθερού κεφαλαίου) και η κατανάλωση που βασιζόταν σε μισθούς είχε συμπιεστεί. Ο οδηγός ήταν η κατανάλωση βασισμένη σε πλασματικό πλούτο.
Το υπαρκτό πρόβλημα της ενεργού ζήτησης και του κέρδους επανεμφανίστηκε όταν ο οικονομικός/νομισματικός μηχανισμός έσπασε. Η έξοδος απαιτεί να βρεθεί άλλος οδηγός. Αυτός δεν μπορεί να είναι άλλος παρά οι κρατικές δαπάνες. Ωστόσο, δεν πιστεύω στη γενική διεύρυνση της ζήτησης και αντιτίθεμαι σε στρατιωτικές/αμυντικές δαπάνες. Αυτό που χρειάζεται είναι ένα είδος Νιου Ντιλ, αλλά στο έλλειμμα (το πρωτότυπο Νιου Ντιλ δεν ήταν τέτοιο), δηλαδή παρέμβαση στη ζήτηση που επιδρά επίσης στην παραγωγική ποιότητα του συστήματος, στο είδος των προϊόντων που παράγεις.
Αυτή η προοπτική μπορεί να γίνει ρεαλιστική με το βάθεμα της κρίσης, εάν μια σοβαρή Αριστερά μιλήσει όχι μόνο για την ανισότητα και τα ηθικά ζητήματα που θέτει η οικονομία, αλλά και για τάξεις και για την ανάγκη σχεδιασμού της οικονομίας. Ένας μη μαρξιστής, όπως ο Χάιμαν Μίνσκι, μιλάει για ένα είδος σοσιαλισμού της αγοράς που βασίζεται στην κοινωνικοποίηση των επενδύσεων, την κοινωνικοποίηση της απασχόλησης (το κράτος ως απευθείας εργοδότης), την κοινωνικοποίηση των τραπεζών και της οικονομίας.
Δεν είμαι το ίδιο αισιόδοξος όσο αυτός (άλλωστε έγραφε τη δεκαετία του 1970) ότι αυτό το σύστημα είναι συμβατό με τον καπιταλισμό. Είναι ένα είδος μη ισόρροπης λύσης, ένα είδος «ελάχιστου προγράμματος» που μπορεί να προταχθεί για να ενώσει διαφορετικά κινήματα και υποκείμενα ενάντια στον καπιταλισμό σε μια μακρά πορεία, διότι το παρόν σίγουρα δεν συνιστά επαναστατική περίοδο, αλλά μια περίοδος με κίνδυνο αυταρχικής εκτροπής και μιας δεξιάς εξέγερσης από τα κάτω. Αν θέλετε, έχουμε το πρόβλημα της πρόταξης πιθανώς επαναστατικών απαντήσεων σε μια μη επαναστατική κατάσταση.
Όσον αφορά την ευρωζώνη, οι διαρθρωτικές ανισορροπίες μεταξύ περιοχών καταρχάς δεν δημιουργούν πρόβλημα για ένα ευρωπαϊκό ισοζύγιο. Όλα τα προβλήματα που βιώνουμε τα τελευταία δύο χρόνια, προέρχονται από εμάς τους ίδιους (βεβαίως, αν και αυτό είναι απλώς η συνέπεια, το μεγάλο κεφάλαιο τρώει το μικρό, όμως αυτό είναι ο καπιταλισμός). Εάν δεν υπάρχει μηχανισμός ανακύκλωσης ή μεταφοράς πλεονασμάτων, τότε αυτό σημαίνει ότι κάποιος γίνεται όλο και φτωχότερος και κάποιος όλο και πλουσιότερος. Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που πρέπει να έχουμε έναν πραγματικό ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, δημόσιες δαπάνες και μεταβιβάσεις πλεονασμάτων. Εάν αυτό μοιάζει μη ρεαλιστικό σήμερα, θα πρέπει ωστόσο να αγωνιστούμε προς αυτήν την κατεύθυνση.

Η επιστροφή στα εθνικά νομίσματα θα μπορούσε να υποστηριχθεί από την Αριστερά ως προωθητική πρόταση ή έστω ως αμυντική;
Ένα τμήμα της Αριστεράς βουλιάζει στην αυταπάτη ότι μια χρεοκοπία ή μια διάλυση με τη συνακόλουθη υποτίμηση μπορεί να είναι καλή. Σίγουρα δεν είναι έτσι. Ήδη ένα είδος ελεγχόμενης χρεοκοπίας από την πλευρά της Ελλάδας θέτει σε κίνδυνο το ευρώ. Μια ανάλογη στάση από την Ιταλία θα έδινε τη χαριστική βολή. Η διάλυση του ευρώ θα σήμαινε προστατευτισμό για ένα διάστημα, αναστάτωση, θα έφερνε τη μια εργατική τάξη εναντίον της άλλης. Σίγουρα πάντως θα σήμαινε περισσότερη και όχι λιγότερη λιτότητα, περισσότερη και όχι λιγότερη αυτονόμηση μέσα στην Ευρώπη. Η Ιταλία είναι λίγο διαφορετική περίπτωση. Ωστόσο είχαμε την έξοδο από το ευρωπαϊκό νομισματικό σύστημα το 1992 και αυτό υπήρξε η χαριστική βολή για τις εργατικές τάξεις και το συνδικαλισμό.

Ορισμένοι, ακόμα και από την Αριστερά, υποστηρίζουν ότι η ευρωζώνη μπορεί να υπάρξει μόνο ως νεοφιλελεύθερη και ότι ένα καλό κοινό νόμισμα είναι ουτοπία. Απαντούν έτσι και σε όσους από την Αριστερά επιχειρηματολογούν υπέρ μιας επανίδρυσης της ευρωζώνης. Πώς το σχολιάζεις;
Νομίζω ότι η απάντησή μου προκύπτει από το σύνολο της συνέντευξης. Η ευρωζώνη πρέπει να αλλάξει. Στην παρούσα της μορφή είναι νεοφιλελεύθερη. Αυτό αναγκαστικά συνδέεται με το κοινό νόμισμα. Αλλά δεν σημαίνει αναγκαστικά και το αντίστροφο, ότι δηλαδή η έξοδος από το ευρώ είναι καλή. Επί τη ευκαιρία, ο μόνος τρόπος να αλλάξει η ευρωζώνη είναι μέσω μιας μεγάλης κρίσης σαν την τωρινή. Το πρόβλημα είναι ότι δεν έχουμε ευρωπαίους ηγέτες που να μπορούν να υποστηρίξουν την ηγετική τους θέση. Δυστυχώς το ίδιο ισχύει και για την Αριστερά. Είτε ζητά ορισμένα αναδιανεμητικά μέτρα ή ονειρεύεται τον Οκτώβρη του 1917. Βρίσκω τη θέση του Μίνσκι πιο ριζοσπαστική. Ακόμα και οι «Financial Times» είναι πιο ριζοσπαστικοί...

Στο άρθρο σας «Μακρύς αποχαιρετισμός» καταλήγατε: «Η Μεγάλη Ύφεση, ως η τελική κρίση του νεοφιλελευθερισμού όπως τον γνωρίζαμε, και η ευρωπαϊκή κατάρρευση, ως το αδιέξοδο του νεομερκαντιλισμού, θέτουν εκ νέου στην επικαιρότητα το ζήτημα της παραγωγής: πώς, τι και πόσο χρειάζεται να παράγεται». Μπορείτε να μας πείτε δυο λόγια περισσότερα;
Είναι τεράστιο θέμα. Πρόκειται για το σημείο όπου οι εργατικοί αγώνες και τα κοινωνικά κινήματα του 1960 και του 1970 έληξαν. Αυτό ακριβώς που ζητούσαμε ήταν μια διέξοδος από τον κεϊνσιανισμό βασισμένη σε ένα διαφορετικό τρόπο εργασίας, μια παραγωγή προσανατολισμένη στις κοινωνικές αξίες και είχαμε αρχίσει να ασκούμε κριτική στις ποσοτικές προοπτικές ανάπτυξης (το οικολογικό και το φεμινιστικό κίνημα ήταν συχνά πιο προωθημένα από τα παραδοσιακά εργατικά κινήματα). Το κεφάλαιο αντέδρασε όχι μόνο με επίθεση στους εργάτες στους χώρους εργασίας, αλλά γενικεύοντας την ηγεμονία του κεφαλαίου και του χρήματος σε όλους τους τομείς της κοινωνικής αναπαραγωγής, πράγμα που βάθυνε την κρίση: ασφάλιση, παιδεία, υγεία. Ακόμα και ο πληθωρισμός του κεφαλαίου έμοιαζε σαν ένας τρόπος διάσωσης, ενώ ήταν το ακριβώς αντίθετο: δημιούργησε μια συστημική αβεβαιότητα που έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή μας. Η απάντησή μου, λοιπόν, είναι η προαναφερθείσα: να ριζοσπαστικοποιήσουμε την ιδέα του Μίνσκι για κοινωνικοποίηση της οικονομίας. Κι αυτό πρέπει να το επιτύχουμε σε έναν κόσμο στον οποίο είμαστε πολύ πιο αδύναμοι από ό,τι πριν 40 χρόνια, όταν για πρώτη φορά προτάξαμε την ανάγκη για εναλλακτικό τρόπο παραγωγής. Αυτή είναι, όμως, η μοίρα μας. Όπως είπε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, το δίλημμα είναι σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα.


* Ο Ρικάρντο Μπελοφιόρε είναι καθηγητής Νομισματικής Οικονομίας και Ιστορίας της Οικονομικής Σκέψης στο Πανεπιστήμιο του Μπέργκαμο.­



Μοιράσου το:
Facebook! TwitThis buzz! MySpace! Google! Live!

Προσθήκη νέου σχολίου