Η κυβέρνηση ανέθεσε σε δικηγορική εταιρία της Νέας Υόρκης το ρόλο του χρηματοοικονομικού συμβούλου στη διαδικασία ανταλλαγής ομολόγων του ελληνικού δημοσίου.
Κατά σύμπτωση, όπως αποκάλυψε την περασμένη Τετάρτη η «Ελευθεροτυπία, η συγκεκριμένη εταιρία ειδικευμένη στις υποθέσεις αναδιάρθρωσης χρέους και έχει ήδη οργανώσει συνέδριο στη Ρώμη με αντικείμενο την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους και το ενδεχόμενο εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη (εθελοντική ή μη).
Βάσιμα, όπως συμπεραίνει και η «Ε», μπορούμε να υποθέσουμε ότι η επιλογή της συγκεκριμένης εταιρίας δεν έγινε τυχαία. Προκύπτει από όλα αυτά ότι όχι μόνο σε τμήματα της αριστεράς, ούτε μόνο σε κύκλους του Βερολίνου ή των Βρυξελλών, το ενδεχόμενο της εξόδου από την ευρωζώνη ή της διάλυσής της δεν αποτελεί απλώς θεωρητική εκδοχή ή ριζοσπαστική διεκδίκηση, αλλά μια τόσο πιθανή εξέλιξη, που η ελληνική κυβέρνηση αποφασίζει να τη μελετήσει με όση σοβαρότητα διαθέτει.
Ερίζουν πολλοί για την έξοδο από το ευρώ
Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να εξεταστεί από πολλές σκοπιές, αλλά αυτή που ιδιαίτερα μας ενδιαφέρει, είναι η σκοπιά της αριστεράς, που θέλει να διατυπώσει μια πρόταση και να διεκδικήσει την εφαρμογή ενός σχεδίου αντιμετώπισης του χρέους και της γενικότερης πολιτικής της ΕΕ, που εξελίσσονται με καταστροφικό για τις εργαζόμενες τάξεις όλης της Ευρώπης τρόπο.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο μπορεί να επιλεγεί ως στόχος ανατρεπτικός της κυρίαρχης σήμερα πολιτικής στην Ελλάδα και την Ευρώπη, μια απαίτηση (η έξοδος από την ευρωζώνη), η οποία προβάλλεται ως επιθυμητή, εφικτή και επωφελής λύση και για μερίδες, τουλάχιστον του εγχώριου και του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, έστω και εξ ανάγκης.
Μια πρώτη εύκολη απάντηση θα μπορούσε να είναι ότι αλλιώς εννοεί την έξοδο από την ευρωζώνη ένας αριστερός κι αλλιώς ένας κεφαλαιοκράτης. Πρέπει, ωστόσο, να έχουμε κατά νου ότι το πολιτικό σύνθημα δεν είναι κάποιο είδος λογοπαιγνίου και ο συνδυασμός ή ανασυνδυασμός λέξεων και εννοιών που επιχειρεί δεν είναι ουδέτερος. Αρκεί να θυμηθούμε μόνο το κάζο του ΚΚΕ, που έκανε την είσοδό του στη μεταπολίτευση με σύνθημα (και στρατηγική) τη «Νέα Δημοκρατία», αλλά είδε πολύ σύντομα τη φαεινή ιδέα του να γίνεται επωνυμία του κόμματος της νέας, μεταδικτατορικής, δεξιάς υπό τον (θείο) Κώστα Καραμανλή…
Τι δηλοί ο μύθος; Ότι η συνθηματοποίηση μέχρις απλουστεύσεως της πολιτικής δεν είναι απλή υπόθεση. Και ότι, επειδή πρόκειται ακριβώς για πολιτική, κάθε μας πρόταση, κάθε θέση μας οφείλει να συνοδεύεται και να ελέγχεται από το διπλό ερώτημα: Προς το συμφέρον ποιου και από ποιον θα εφαρμοστεί;
Ποιος έχει το πάνω χέρι;
Και για να μην τα βάζουμε αποκλειστικά με τους οπαδούς της εξόδου, ας θυμηθούμε (κι ας θυμίσουμε) ότι οι πρώτοι που δεν έδωσαν την προσοχή που πρέπει σ’ αυτό το διπλό ερώτημα, ήταν οι ανεπιφύλακτοι υποστηρικτές της πάση θυσία και υπό οποιουσδήποτε όρους ενοποίησης της Ευρώπης (και εισόδου στην ευρωζώνη). Με το επιχείρημα ότι οποιαδήποτε αντίσταση, ή και ένσταση, που αφορούσε τον τρόπο οικοδόμησης της ΕΕ, τη θέσμισή της και την επιλογή της πολιτικής της, παρεμπόδιζε το μείζον, την «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση». Αποτέλεσμα ήταν πολλοί από αυτούς να καταλήξουν να ενσωματωθούν πλήρως στη λογική μιας νεοφιλελεύθερης Ευρώπης του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, που, όπως αποδεικνύεται σήμερα, αποτελεί και τον πιο σοβαρό αντίπαλο της όποιας ενοποίησης της Ευρώπης.
Ανάλογο κίνδυνο επικυριαρχίας από τις δυνάμεις του αστισμού, που, έστω για ένα διάστημα, θα αποδέχονταν την έξοδο από το ευρώ, διατρέχουν και όσοι σπεύδουν να συνθηματοποιήσουν ως απεμπλοκή από την ευρωζώνη.
Έλλειμμα ευρωπαϊκής πολιτικής…
Πίσω, όμως, από αυτές τις παρατηρήσεις μετά βίας μπορεί να καλυφθεί η μείζων ένσταση: του ελλείμματος επαρκώς επεξεργασμένης ευρωπαϊκής πολιτικής της δικής μας αριστεράς, πολιτικής σύγχρονης και όχι με τα δεδομένα της δεκαετίας του ’70 ή του ’80.
Μερικοί από τους συντρόφους μας συχνά υποκύπτουν στην ευκολία να εξισώνουν τον όρο «ευρωπαϊστής» με βρισιά και μ’ αυτό τον τρόπο νομίζουν ότι ξεμπλέκουν. Αν απαλλαγούμε από την κατάρα του ευρωπαϊσμού, υποθέτουν, θα λύσουμε ένα από τα βασικά μας προβλήματα.
Μόνο που μια τέτοιου είδους απαλλαγή δεν απαλλάσσει κανέναν μας από την ανάγκην επεξεργασίας, διατύπωσης και διεκδίκησης μιας συγκεκριμένης ευρωπαϊκής πολιτικής, όσο εξακολουθούμε να βρισκόμαστε σ’ αυτή την ήπειρο τουλάχιστον.
Τι θα πει ευρωπαϊκή πολιτική για μια μαρξιστική αριστερά; Θα πει πολιτική για την οργάνωση της αλληλεγγύης, της συνεργασίας και του συντονισμού των αγώνων των εργαζομένων και των λαϊκών τάξεων, αλλά και των πολιτικών εκφραστών τους, ώστε να καταστεί δυνατή η αντίσταση στα σχέδια του κεφαλαίου σ’ αυτή την περιοχή του κόσμου και η προώθηση και κατίσχυση μιας πολιτικής με γνώμονα τα συμφέροντα των υπό εκμετάλλευση και καταπίεση τάξεων και στρωμάτων.
…και έλλειμμα συζήτησης
Πολύ γενική διατύπωση, θα πείτε. Ναι, αλλά κάλλιστα μπορεί να εξειδικευτεί. Εκείνο που δεν μπορεί, είναι να απουσιάζει ακόμα και η συζήτηση γι’ αυτή.
Και, δυστυχώς, στη δική μας αριστερά, χωρίς υπερβολή, κάπου εκεί βρισκόμαστε. Στη μη συζήτηση. Η σχέση μας με την ΕΕ και με την ευρωζώνη συζητιέται σχεδόν αποκλειστικά από τη σκοπιά των κρίσιμων προβλημάτων που αντιμετωπίζει σ’ αυτό το πεδίο το εθνικό κράτος και η εθνική οικονομία, και μόνο κατ’ εξαίρεση και δευτερευόντως από τη σκοπιά των κρίσιμων ερωτημάτων ή και διλημμάτων που τίθενται σήμερα στους εργαζόμενους και τις λαϊκές τάξεις όλων των ευρωπαϊκών χωρών.
Δεν ακούγεται πια ούτε καν το σύνθημα των Ενωμένων Σοσιαλιστικών Πολιτειών της Ευρώπης, που υπήρξε καταφυγή των διεθνιστών. Μόνη σαφώς διατυπωμένη –και σαφώς απογοητευτική– είναι η προοπτική που χαράζει ο Περισσός: έξοδος από την ΕΕ με όρους λαϊκής εξουσίας, σταδιακή διάλυσή της με την αποχώρηση των περισσότερων χωρών, με προοπτική την καλλιέργεια μιας διακρατικής συνεργασίας στη βάση της ισοτιμίας κ.λπ. κ.λπ. Μια προοπτική, δηλαδή, που μας γυρίζει επικίνδυνα πίσω και γι’ αυτό ο χαρακτηρισμός της ως προοπτικής αποτελεί λογική –και λεκτική– αντίφαση.
Έρμαια της πολιτικής των άλλων;
Αν δεν μιλήσουμε με διαφορετική γλώσσα, αν δεν αντιπαρατεθούμε με μια πολιτική ενοποίησης, μια προοπτική ενωμένης Ευρώπης των λαών και των εργαζομένων, θα ζούμε ως ριζοσπαστική και ανανεωτική αριστερά στο διηνεκές υπό την πολιτική κυριαρχία των ηγεμόνων της ΕΕ και υπό την ιδεολογική ηγεμονία του Περισσού. Αν δεν μας ενοχλεί είτε το ένα είτε το άλλο, ας συνεχίσουμε στην ίδια λογική.
Στο εσωτερικό της ΕΕ και της ευρωζώνης αναπτύσσονται εκ γενετής, εκτός από τη βασική αντίθεση κεφαλαίου και εργασίας, αντιθέσεις που οφείλονται στον τρόπο και τις σκοπιμότητες της οικοδόμησής τους. Αντιθέσεις μεταξύ κρατικών / οικονομικών συμφερόντων, αντιθέσεις μεταξύ αναπτυγμένων και μη περιφερειών, αντιθέσεις μεταξύ του σκοπού της «οικονομικής ολοκλήρωσης» και της «πολιτικής ολοκλήρωσης» (με αποτέλεσμα το οικοδόμημα να μοιάζει με ελεύθερη ζώνη διακίνησης του κεφαλαίου…), αντιθέσεις ανάμεσα στην επιλογή κοινού νομίσματος και στην «ανάγκη» διατήρησης των ανισομερειών στην ανάπτυξη, των ανισοτήτων και του εσωτερικού συσχετισμού δυνάμεων υπέρ του κρατούντος τρόπου παραγωγής, οικειοποίησης και διανομής της υπεραξίας κ.λπ. κ.λπ.
Αυτές οι αντιθέσεις, καθώς τις οξύνει η γενικευμένη κρίση, οδηγούν σήμερα στην ενίσχυση των φυγόκεντρων και διαλυτικών τάσεων. Οι επιπτώσεις αυτής της εξέλιξης συζητιούνται πια ανοιχτά.
Προχθές μόλις, ο πρώην πρόεδρος της Κομισιόν Ζακ Ντελόρ και ο Επίτροπος Ανταγωνισμού Χοακίν Αλμούνια τόνισαν ότι «το ευρώ βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού» (ο πρώτος) και ότι υπάρχει κίνδυνος διάλυσης της ευρωζώνης (ο δεύτερος).
Απειλή ή ελπίδα διάλυσης;
Το σημαντικό είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε μια περίοδο που η νεοφιλελεύθερη επιβολή κάνει απεχθή την πολιτική της ΕΕ στους λαούς της και την προοπτική της ενοποίησης της Ευρώπης, ενισχύοντας έτσι τις τάσεις αποστροφής απέναντι σε οποιαδήποτε ενοποιητική διαδικασία. Μπροστά σ’ αυτή την πραγματικότητα τι θα διεκδικήσει η δική μας αριστερά; Την επιστροφή στο παλιό καθεστώς του μεμονωμένου εθνικού κράτους ή το μετασχηματισμό της σημερινής Ευρώπης σε μια ενωμένη Ευρώπη των λαών, των εργαζομένων, που το άμεσο μέλλον της, η ελπιδοφόρα προοπτική της είναι ο σοσιαλισμός; Τι είναι πιο πιθανό, να σώσουμε την Ελλάδα μέσα σ΄ ένα κόσμο που τον διαφεντεύει ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός, ή να συντονίσουμε τους αγώνες μας για ν’ αλλάξουμε ριζικά την προοπτική της Ευρώπης; Έχοντας την εμπειρία από την υπεράνθρωπη προσπάθεια επί μισό αιώνα για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα, η απάντηση θα έπρεπε να είναι αυτονόητη. Δυστυχώς –ή ευτυχώς– αυτονόητα δεν υπάρχουν.
Η αποσύνθεση σε μεμονωμένα και συγκρουόμενα εθνικά κράτη ή ομάδες κρατών στο εσωτερικό της Ευρώπης ενισχύει τους όρους και τους κινδύνους των ενδοκαπιταλιστικών συγκρούσεων, που μέχρι πολύ πρόσφατα κατέληγαν σε γενικευμένους πολέμους. Η αντιμετώπισή της μπορεί να επιχειρηθεί μόνο στο πλαίσιο μιας αριστερής ευρωπαϊκής πολιτικής και προοπτικής. Αν η επιβολή της καπιταλιστικής λογικής στην Ευρώπη τη διαλύει, η σοσιαλιστική προοπτική της αριστεράς μπορεί να την ανασυνθέσει. Αυτή μπορεί να είναι μια ελπιδοφόρα δική μας πολιτική και υπόσχεση.
Υπόθεση της αριστεράς
Τη στιγμή που μπροστά στα μάτια εκατομμυρίων ανέργων, ελαστικά απασχολούμενων, χωρίς δικαιώματα και χωρίς μέλλον, το σύστημα αποδεικνύεται μη βιώσιμο, χωρίς τη δυνατότητα να καταφύγει στις θεωρούμενες αστείρευτες δυνάμεις ανάδρασης, η απάντησή μας δεν γίνεται να είναι η αναδίπλωση, αλλά η επιθετική διεκδίκηση της ιδεολογικής και πολιτικής ηγεμονίας σε μια ευρωπαϊκή διαδικασία ανατροπής. Με στόχο μια νέα Ευρώπη, που δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα της απρόσκοπτης συνέχειας της σημερινής ούτε θα πέσει από τον ουρανό: θα είναι προϊόν του ριζικού μετασχηματισμού της.
Και δεν μπορούμε να μετασχηματίσουμε τίποτα, αν δεν επεξεργαστούμε και προωθήσουμε μια συγκεκριμένη πολιτική μετασχηματισμού του. Αγνοώντας αυτή την ανάγκη, αφήνουμε απλώς το πεδίο ελεύθερο στους ιδεολογικούς και πολιτικούς αντιπάλους μας.
Χ. Γεωργούλας
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|