Για τη μάχη της παιδείας γράφουν: Δημήτρης Καμαρινός
Στάθης Κουτρουβίδης, Πέτρος Λινάρδος Ρυλμόν, Αγγέλικα Σαπουνά

Να αποτελέσουν τα πανεπιστήμια το κέντρο αγώνα των κοινωνικών κινημάτων
Στις 24 Αυγούστου, εν μέσω θέρους, ψηφίστηκε ο νόμος Διαμαντοπούλου ύστερα και από τη συναίνεση της Νέας Δημοκρατίας, του ΛΑ.Ο.Σ. και της Δημοκρατικής Συμμαχίας προκειμένου να αποφευχθούν οι αντιδράσεις και κινητοποιήσεις των φοιτητικών συλλόγων και της πανεπιστημιακής κοινότητας.
Σήμερα, μια βδομάδα μετά τη ψήφιση του νόμου, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια κατάσταση πρωτόγνωρη. Υπό κανονικές συνθήκες θα διεξάγονταν οι επαναληπτικές εξεταστικές σε ΑΕΙ και ΤΕΙ αντ’ αυτού, όμως, περισσότερα από 200 τμήματα τελούν υπό κατάληψη, ύστερα, κυρίως, από αποφάσεις γενικών συνελεύσεων, μιας αμεσοδημοκρατικής διαδικασίας που απειλείται με εξαφάνιση από το νέο νόμο.
Το φοιτητικό κίνημα, απ’ ότι φαίνεται ως τώρα, έχει τη διάθεση να προχωρήσει σε περαιτέρω κινητοποιήσεις που, όμως, δε θα μείνουν στο κλασσικό τρίπτυχο συνελεύσεις - καταλήψεις - διαδηλώσεις αλλά θα προσπαθήσει να συνδεθεί με άλλα κομμάτια του εκπαιδευτικού κινήματος, του κινήματος των πλατειών καθώς και του εργατικού κινήματος. Σαφής στόχος του φοιτητικού κινήματος αυτή τη στιγμή είναι η κατάργηση του νέου νόμου. Εξάλλου τις διαθέσεις τους έδειξαν την περασμένη Πέμπτη με μια μεγάλη σε όγκο και παλμό κινητοποίηση που ξεπερνούσε τους 5.000 αγωνιστές, ενώ τα συνθήματα που ακούστηκαν έδειξαν ότι δεν πρόκειται μόνο για μια μάχη των φοιτητών ενάντια σ’ έναν αντι-εκπαιδευτικό νόμο, αλλά για μια μάχη ανατροπής του μνημονίου καθώς επίσης και να δοθεί το μήνυμα σε οποιοδήποτε μνηστήρα αυτής της πολιτικής ότι είναι τουλάχιστον ανεπιθύμητος. Στο Συντονιστικό γενικών συνελεύσεων και καταλήψεων, που ακολούθησε της πορείας, προτάθηκε από αρκετές σχολές η δημιουργία ενός κέντρου αγώνα που θα εξυπηρετούσε αυτή την τριπλή απεύθυνση του φοιτητικού κινήματος. Θα αποτελεί, δηλαδή, το σημείο αναφοράς των κατειλημμένων σχολών που, όμως, ταυτόχρονα θα βοηθήσει και στο συντονισμό του εκπαιδευτικού κινήματος και θα υπερασπίζεται στην πράξη την ιδέα του ασύλου, ως το χώρο ύπαρξης ακαδημαϊκών ελευθεριών, ελεύθερο από τις νόρμες της αγοράς έρευνας και, ταυτόχρονα, υπεράσπισης των κοινωνικών αγώνων. Ακόμα από το συντονιστικό ανέκυψε η διάθεση να συνδεθεί το εκπαιδευτικό κίνημα με όλα τα κομμάτια της κοινωνίας, τα οποία πλήττονται αυτή τη στιγμή, με πρώτο στόχο το ετερόκλητο κοινωνικό πλήθος που από τις 3 Σεπτέμβρη θα ξαναβγεί στις πλατείες όλης της χώρας.
Την ίδια ανάγκη για τη δημιουργία συντονισμού εκφράζουν και αρκετοί καθηγητές, μέσα από τη συνέλευση μελών ΔΕΠ του ΕΜΠ, που αποφάσισε διήμερη απεργία (5-6/9). Σε διαφορετική τροχιά κινείται η ΠΟΣΔΕΠ που καλεί σε ανοιχτά πανεπιστήμια, παρότι στο εσωτερικό της ηγεσίας υπάρχουν αντιθέσεις για το αν ο νόμος κινείται σε θετική κατεύθυνση στο σύνολό του ή αν παρά το συντηρητικό χαρακτήρα του πρέπει να αξιοποιηθούν τα θετικά στοιχεία του. Από την άλλη η σύνοδος πρυτάνεων εξέφρασε την πεποίθηση ότι πρόκειται για ένα νόμο που προσβάλει το δημόσιο και αυτοδιοικούμενο χαρακτήρα των πανεπιστημίων, ενώ θα προκαλέσει και σοβαρές δυσλειτουργίες στην καθημερινή ζωή των ιδρυμάτων, καλώντας τα ιδρύματα και την ακαδημαϊκή κοινότητα σε προσφυγές στο Συμβούλιο της Επικρατείας εναντίον όλων των αντισυνταγματικών διατάξεων του νόμου.
Οι συνθήκες που επικρατούν φαίνεται να επιτρέπουν τη δημιουργία ενός πανεκπαιδευτικού μετώπου, με αυτήν την έννοια αναμένεται με ενδιαφέρον και το ξεκίνημα της νέας σχολικής χρονιάς. Το σημαντικότερο, όμως, για το φοιτητικό κίνημα είναι ότι δεν θα περιχαρακωθεί στις σχολές θα επιδιώξει τη σύνδεσή του με οποιαδήποτε άλλη μορφή αντίστασης, με το εργατικό κίνημα, τις απεργιακές κινητοποιήσεις και τις πλατείες. Έχοντας πλέον στις παρακαταθήκες του το, όχι και τόσο μακρινό, κίνημα ενάντια στο νόμο-πλαίσιο της Γιαννάκου (η εφαρμογή του οποίου εν τέλει αποτράπηκε) και την αναθεώρηση του άρθρου 16, το κίνημα πρέπει να αντλήσει και να δώσει δύναμη από και σε όλα τα κινήματα που αντιστρατεύονται την ίδια νεοφιλελεύθερη αντιλαϊκή πολιτική που κατεδαφίζει κάθε έννοια και μνήμη κοινωνικού κράτους και οδηγεί την κοινωνία στην απόγνωση και την ανέχεια.
Δημήτρης Καμαρινός
Μικρό παιδί σαν ήμουνα και πήγαινα σχολείο… στα χέρια είχα ντιβιντί...
Της
Αγγέλικας Σαπουνά
Το καμπανάκι της διάλυσης φαίνεται να χτυπάει για το «νέο σχολείο» της μνημονιακής εποχής, με την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς. Ο θρίαμβος των εναγκαλισμών της υπουργού Παιδείας με τους άσπονδους φίλους της, της ΝΔ και του ΛΑΟΣ («εμείς οι αστικές δυνάμεις», όπως –σε μια αξιοσημείωτη έκλαμψη ειλικρινούς ταξικής συνείδησης– δήλωσε ο Μάκης Βορίδης στη Βουλή), ήταν πρόσκαιρος. Δέκα μόλις μέρες από την ψήφιση του νόμου που διαλύει τα δημόσια ΑΕΙ, ο πυρετός των καταλήψεων συναγωνίζεται τον σεπτεμβριάτικο καύσωνα, με επίσης μεστά ιστορικής μνήμης συνθήματα να δονούν ήδη την ατμόσφαιρα: «Άννα, άκου τον πόνο της Γιαννάκου και ρώτα τον Αρσένη, τι σε περιμένει!». Και σα να μην έφταναν αυτά, οι «γκάφες» της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης αλά πασοκο-μνημονιακά μοιάζουν να διαδέχονται η μια την άλλη.
Πρώτα ο μαθητής...
Μετά το κατόρθωμα της απόρριψης επιτυχόντων μαθητών στις πανελλαδικές εξετάσεις, επειδή δεν πατήθηκε ένα… κουμπί, περάσαμε ήδη στην πλέον ριζοσπαστική εκδοχή του «ψηφιακού» σχολείου: Του σχολείου χωρίς βιβλία. Είναι μια νέα διάσταση στην ερμηνεία του κυβερνητικού σλόγκαν «πρώτα ο μαθητής», που συμπληρώνεται στην περίπτωση αυτή από το «και κάποια στιγμή αργότερα τα βιβλία του» –δηλαδή κατά το Νοέμβρη, το νωρίτερο– όπως ορθά επισημαίνει στο σχετικό Δελτίο Τύπου ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Τάσος Κουράκης.
Τα σχολικά βιβλία που έχουν έως σήμερα εκτυπωθεί σε πολλές περιοχές της χώρας δεν ξεπερνούν το…10%. Αυτή τη στιγμή, σύμφωνα με τα στοιχεία του Οργανισμού Εκτύπωσης Διδακτικού Βιβλίων (ΟΕΔΒ), στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και την Εύβοια δεν έχει γίνει διανομή βιβλίων, στη Βοιωτία έχει σταλεί μόλις το 10%, στην Ευρυτανία το 4%. Στις νησιωτικές περιοχές και την Πελοπόννησο έχει αποσταλεί από το 70 έως το 90% των βιβλίων. Από τους 183 τίτλους για το δημοτικό σχολείο έτοιμοι είναι μόνο οι 15. Στα Γυμνάσια από τους 178 τίτλους είναι έτοιμοι μόνο οι 5! Στο Λύκειο από τους 207 τίτλους έτοιμοι είναι οι 13. Τέλος, για την τεχνική εκπαίδευση, από τους 419 τίτλους έτοιμοι είναι μόλις οι 26.
Το ΥΠΔΒΜΘ, με εγκύκλιο του της 1/9/2011, αντιμετωπίζει την κατάσταση με ρηξικέλευθες, αντάξιες της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, μεθόδους: Αναρτά όλα τα διδακτικά εγχειρίδια στο διαδίκτυο, ετοιμάζεται να μοιράσει dvd στους μαθητές με τον αγιασμό και καλεί τους εκπαιδευτικούς «να μεριμνήσουν για την έγκαιρη εκτύπωση και αναπαραγωγή του απαραίτητου εκπαιδευτικού υλικού καθώς και τη διανομή του στους μαθητές». Με ένα ως δυο, κατά μέσον όρο, φωτοτυπικά μηχανήματα σε κάθε σχολική μονάδα και 28 μαθητές ανά τμήμα, είναι προφανώς θέμα χρόνου η … λήξη της λειτουργίας των μηχανημάτων. Ωστόσο, είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι τα φωτοτυπάδικα, της Αθήνας τουλάχιστον, ήταν εν γνώσει της κατάστασης εδώ και μέρες, διαφημιστικά φυλλάδια κυκλοφορούν και συμφωνίες ήδη κλείνονται με γονείς και εκπαιδευτικούς, ενώ εδώ και δυο εβδομάδες τα μεγάλα ιδιωτικά σχολεία έχουν ενημερώσει με sms τους γονείς να αγοράσουν εγκαίρως τα εγχειρίδια από τα βιβλιοπωλεία, πριν εξαντληθεί το στοκ τους από την πλημμυρίδα των έντρομων γονέων…
Το χρονικό
του προαναγγελθέντος θανάτου
Η εξωφρενική αυτή κατάσταση, δεν είναι ωστόσο «γκάφα», αλλά, για μια ακόμη φορά, το αποτέλεσμα της συνέργειας των μνημονιακών πολιτικών σε όλο το φάσμα της διακυβέρνησης. Σύμφωνα με πηγές της «Εποχής», που θεωρούνται απολύτως έγκυρες, ιδού το συνοπτικό χρονικό του προαναγγελθέντος θανάτου του σχολικού βιβλίου, με συνευθύνη 4 υπουργείων (Παιδείας, Εμπορίου, Ανάπτυξης, Προεδρίας) καθώς και του Ελεγκτικού Συνεδρίου:
Οι κρατικές πιστώσεις για την εκτύπωση και βιβλιοδεσία των εγχειριδίων εγκρίθηκαν μόλις τον Ιούνιο του 2011, προκειμένου να μην φανούν φουσκωμένες οι δημόσιες δαπάνες, απέναντι στους ελεγκτές μας, της τρόικας. Η κατάργηση του ΟΕΔΒ το Δεκέμβριο του 2010 και η αποχώρηση του 70% του μόνιμου προσωπικού του, είχε πολλαπλές συνέπειες. Ο υποχρεωτικός διεθνής διαγωνισμός για την προμήθεια χάρτου, που εκκρεμούσε από το 2010, δεν προκηρύχθηκε τελικά εγκαίρως και δεν επετράπη, λόγω μνημονιακών δεσμεύσεων στη λειτουργία των κρατικών μηχανισμών, η εκμετάλλευση 5.000 τόνων χαρτιού που περίσσευαν στις αποθήκες του ΟΕΔΒ, και με τους οποίους θα μπορούσε να έχει ήδη τυπωθεί το 40% των εγχειριδίων. Λόγω αντίστοιχων δεσμεύσεων καθυστέρησε εξαιρετικά η πρόσληψη εποχικών εργαζομένων για την εκπόνηση των τεχνικών εργασιών, της μεταφοράς κ.λπ. Όλες οι ενέργειες για τα παραπάνω χρειάστηκε εν τέλει να γίνουν από αναπληρωματικά μέλη της διοίκησης του ΟΕΔΒ, πράγμα που κρίθηκε παράτυπο από το Ελεγκτικό Συνέδριο, το οποίο χρειάστηκε 4 μήνες για να διαπιστώσει την παρατυπία και να εκδώσει την απόφασή του. Η σύμβαση, με απευθείας ανάθεση εν τέλει, για το έργο της εκτύπωσης των βιβλίων υπογράφτηκε μόλις την 1/9 και έτσι η σχολική χρονιά θ’ αρχίσει με φωτοτυπίες και ντιβιντί.
Το «νέο σχολείο» της μνημονιακής διετίας, με μείωση του εκπαιδευτικού προσωπικού κατά 20%, ελαστική εργασία και δραστική μείωση μισθών, συγχωνεύσεις σχολείων και στρίμωγμα των μαθητών σε τάξεις των 28-30, συρρικνώσεις και καταργήσεις όλων των δομών (αθλητικά, ειδικά σχολεία, κέντρα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, ενισχυτική διδασκαλία) που έδιναν μια μικρή ανάσα παιδαγωγικής ελπίδας στο αγχωτικό και καταθλιπτικό εκπαιδευτικό μας σύστημα, έχει ήδη όλα τα χαρακτηριστικά μιας «δυστοπίας». Στις 12 Σεπτέμβρη, με γονείς και μαθητές της Α’ δημοτικού και της Γ’ λυκείου ν’ αρχίζουν τη χρονιά τους χωρίς βιβλία, η θρυαλλίδα που μπορεί να τινάξει στον αέρα όλο αυτό το καζάνι που βράζει είναι ίσως εδώ.
Η πτώση των βάσεων πλήγμα για την παιδεία
Τη μεγαλύτερη πτώση της τελευταίας δεκαετίας σημείωσαν φέτος οι βάσεις των πανεπιστημιακών σχολών. Ακόμα και οι λεγόμενες περιζήτητες σχολές, όπως αυτές του Πολυτεχνείου και της Παιδαγωγικής Σχολής, παρουσίασαν μεγάλη πτώση, ενώ η Ιατρική Σχολή Αθήνας έπεσε κατά 300 περίπου μόρια. Υπήρξαν δε και σχολές με πτώση έως και 2.000 μόρια. Μοναδική εξαίρεση σε αυτό το φαινόμενο αποτέλεσαν τα ξενόγλωσσα και μουσικά τμήματα, τα οποία σημείωσαν μέχρι και άνοδο. Με βάση τα στοιχεία που δημοσίευσε το υπουργείο Παιδείας στα ΑΕΙ και στα ΤΕΙ εισέρχονται 77.893 απόφοιτοι σε σύνολο 123.916 υποψήφιων, διπλασιάζοντας τους υποψήφιους που μένουν εκτός σχολών στους 46.000 σε σχέση με τους 21.821 πέρυσι.
Αυτή η σημαντική σε ποσοστό αλλά και σε απόλυτους αριθμούς πτώση εξυπηρετεί, χωρίς αμφιβολία, τα σχέδια της ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας που, όπως επανειλημμένα έχει τονίσει, στοχεύει να δημιουργήσει έναν νέο «Καλλικράτη» αυτή τη φορά στο επίπεδο της ανώτατης εκπαίδευσης μειώνοντας και κλείνοντας τμήματα και σχολές. Η αύξηση του βαθμού δυσκολίας των θεμάτων των πανελλαδικών εξετάσεων τα τελευταία δύο χρόνια και ο αποκλεισμός μεγάλου αριθμού αποφοίτων από τις σχολές δημιουργεί για το υπουργείο Παιδείας ένα είδος «κρησάρας» που ξεδιαλέγει όσους επιδιώκουν την είσοδό τους στα πανεπιστήμια. Δυσκολεύει, όμως, παράλληλα έναν άλλο ρητά διατυπωμένο στόχο του Υπουργείου και της κυβέρνησης: να μετατρέψει τα πανεπιστήμια σε «κέντρα αριστείας», δεδομένου ότι η πτώση των βάσεων επέφερε σημαντική μείωση αριστούχων που θα εισέρχονταν σε αυτά.
Η κυβέρνηση επιδιώκει όχι μόνο να συρρικνώσει την ανώτατη εκπαίδευση σε αριθμούς και κόστος, κάτι που αποτυπώνεται και στο νέο νόμο που ψηφίστηκε στη Βουλή και έχει προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων από το σύνολο της πανεπιστημιακής κοινότητας, αλλά να επιβεβαιώσει την υποβάθμιση των ανώτατων και ανώτερων σπουδών. Μια ακόμα απόδειξη της υποβάθμισης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι και η κατάργηση των μεταγραφών και η αντικατάστασή τους με μοριοδότηση αποφοίτων ειδικών κατηγοριών, όπως είναι τα παιδιά των πολύτεκνων, τα οποία εισέρχονται σε τμήματα με πολύ χαμηλότερες βαθμολογίες από τους υπόλοιπους.
Το σπουδαιότερο όμως αρνητικό αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι η μεγαλύτερη και ολοένα αυξανόμενη υποβάθμιση των ανώτατων σπουδών σε μια περίοδο που θα μπορούσε να αποτελέσει διέξοδο για τους χιλιάδες ανέργους απόφοιτους των ελληνικών πανεπιστημίων. Αυτή η υποβάθμιση διαπερνά όλο και περισσότερο τη συνείδηση της κοινωνίας απαξιώνοντας την ανάγκη της μόρφωσης για έναν ακόμα λόγο: Το πτυχίο που έως σήμερα αποτελούσε ένα καθοριστικό παράγοντα στην εξεύρεση επαγγελματικής αποκατάστασης έχει σήμερα χάσει κάθε αξία. Η απαξίωση επιτείνεται με τη συνεχή στοχοποίηση, εκ μέρους της κυβέρνησης και των συναινούντων, των ίδιων των πανεπιστημιακών και της δουλειάς που γίνεται στα πανεπιστήμια. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα αναδεικνύει με ακόμα μεγαλύτερη ένταση την πτώση των προσδοκιών των αποφοίτων σχετικά με το επίπεδο των σπουδών αλλά και της εξασφάλισης της επαγγελματικής απασχόλησης στο μέλλον.
Στάθης Κουτρουβίδης
Η κρίση της καπιταλιστικής εκπαίδευσης
ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΠΙΘΕΣΗ
Του
Πέτρου Λινάρδου Ρυλμόν
Ποιά είναι τα αίτια της επίθεσης που δέχεται το εκπαιδευτικό σύστημα; Πρόκειται για την αναπροσαρμογή του πλαισίου λειτουργίας του για την εξυπηρέτηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου, ή για κάτι πιο σημαντικό ακόμα, για την επιβίωση του καπιταλιστικού συστήματος; Οι καπιταλιστικές κοινωνίες βρίσκονται αντιμέτωπες με τη ριζική αλλαγή της σχέσης των ανθρώπων με τη γνώση και επομένως της σχέσης της εργασίας με τη γνώση, που θέτει σε αμφισβήτηση το σύνολο των κοινωνικών ιεραρχιών που αποτέλεσαν το θεμέλιο της κυριαρχίας του κεφαλαίου. Η μεταρρύθμιση της καπιταλιστικής εκπαίδευσης είναι ένα βασικό εργαλείο για την αντιμετώπιση της απειλής που αποτελεί αυτή η εξέλιξη. Δεν είναι μια αλλαγή που επιδιώκει απλώς να ενισχύσει την πλευρά του κεφαλαίου απέναντι στην εργασία και της ιδιωτικής οικονομίας απέναντι στο δημόσιο τομέα, αλλά μια καθοριστική προσπάθεια να εξουδετερωθεί, ή τουλάχιστο να αποδυναμωθεί, η συσσώρευση γνώσεων και γνωστικών ικανοτήτων από την πλευρά των εργαζομένων και της πλειοψηφίας των πολιτών.
Η νέα ουσία της εργασίας τείνει να αυτονομηθεί
Ως τις δεκαετίες του 50 και του 60 του 20ού αιώνα, η μορφή εργασίας που κυριάρχησε ήταν η χειρωνακτική εργασία, ενώ η διανοητική δραστηριότητα ήταν το προνόμιο της τάξης των καπιταλιστών και των ιδιοκτητών μέσων παραγωγής, και του άμεσου κοινωνικού περιβάλλοντος που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο υπηρετούσε την καπιταλιστική επιχείρηση και την καπιταλιστική οικονομία ευρύτερα. Το εκπαιδευτικό σύστημα ήταν διαρθρωμένο και ιεραρχημένο για να υπηρετεί το διαχωρισμό χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας και τις ενδιάμεσες κοινωνικές και γνωσιακές διαφοροποιήσεις, και να επιβεβαιώνει με αυτό τον τρόπο τον κυρίαρχο ρόλο του κεφαλαίου σχετικά με την οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας. Η αποδοχή της ένταξης σε μια κοινωνική θέση ήταν συγχρόνως και αποδοχή της ύπαρξης ανυπέρβλητων ορίων σε ό,τι αφορά το διαθέσιμο γνωστικό κεφάλαιο του καθενός και τις γνωστικές ικανότητές του.
Το πέρασμα όμως από μια κοινωνία όπου η εργασία είναι κατά κύριο λόγο χειρωνακτική σε μια κοινωνία όπου είναι κατά κύριο λόγο διανοητική, έχει ανατρέψει τις βάσεις στις οποίες στηριζόταν, τόσο η κοινωνική ιεραρχία, όσο και η λειτουργικότητα του ιεραρχημένου εκπαιδευτικού συστήματος, σε σχέση με την καπιταλιστική αναπαραγωγή. Η διανοητική εργασία που αναπτύχθηκε ως ανάγκη της σύγχρονης παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών, ως αποτέλεσμα της μαζικής πλέον πρόσβασης στην εκπαίδευση, αλλά και ως αποτέλεσμα της γενικευμένης πρόσβασης σε γνώσεις και πληροφορίες μέσω διαδικτύου, αποτέλεσε έναν παράγοντα εξίσωσης και αυτονόμησης των γνωστικών ικανοτήτων και των γνώσεων, σε σχέση με τις επιδιώξεις και τις μορφές οργάνωσης και διοίκησης της παραγωγής.
«Η νέα ουσία της εργασίας τείνει, από τη φύση της, να αυτονομηθεί, χάνοντας την εξάρτησή της από το κεφάλαιο σε ό,τι αφορά την οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας, με την έννοια ότι μόνο αυτό μπορούσε να αξιοποιήσει με χρηματικούς όρους το πλεόνασμα της παραγωγής»1.
Η παραγωγική δυνατότητα της διανοητικής εργασίας υπερβαίνει επομένως κατά πολύ την αξιοποίησή της από την καπιταλιστική επιχείρηση. Παράλληλα, η ανάπτυξη της “μαζικής διανοητικότητας” (Τόνι Νέγκρι), οδηγεί στο εσωτερικό του εκπαιδευτικού συστήματος σε μια σύγκρουση ανάμεσα στην ιεραρχημένη λειτουργία και την εξειδίκευση των γνωστικών αντικειμένων αφενός, και τις ικανότητες για ευρύτερες παρεμβάσεις σχετικά με την κοινωνική και παραγωγική οργάνωση και συγκρότηση, αλλά και σχετικά με το ρόλο της εκπαίδευσης, αφετέρου. Η σύγκρουση αυτή είναι ταυτοχρόνως η αιτία της κρίσης της εκπαίδευσης και η αιτία της συνεχούς επανεμφάνισης των φοιτητικών κινημάτων στην κεντρική πολιτική σκηνή των χωρών του Βορρά, αλλά και των χωρών του Νότου.
Διανοητική εργασία προς εκμετάλλευση
Η νεοφιλελεύθερη απάντηση σε αυτή την κρίση επιδιώκει να συγκρατήσει αλλά και να αξιοποιήσει την επέκταση της διανοητικής εργασίας. Οι πολιτικές της εξατομίκευσης των εργασιακών συμβάσεων και της εγκαθίδρυσης μιας μόνιμης ανασφάλειας ως προς την απασχόληση, συνδυάζεται με την προσπάθεια κατάργησης των δημόσιων εκπαιδευτικών πολιτικών και την αντικατάστασή τους με τις ατομικές επιλογές στο πλαίσιο μιας αγοράς ιδιωτικών υπηρεσιών εκπαίδευσης. Αυτή η επιλογή συνδυάζεται και με τη μείωση του κόστους της εκπαίδευσης για τον κρατικό προϋπολογισμό, και την εξοικονόμηση πόρων προς όφελος της χρηματοπιστωτικής σφαίρας. Το περιεχόμενο των σπουδών δεν πρέπει πλέον να ορίζεται με λογικές δημοσίου συμφέροντος και μακροχρόνιων οικονομικών και κοινωνικών στρατηγικών, αλλά να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του επιχειρηματικού κόσμου και στις βραχυπρόθεσμες επιλογές της κερδοφορίας που χαρακτηρίζουν την επιχειρηματική λογική. Η διανοητική εργασία πρέπει να εξαγοραστεί ή να υποταχθεί και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να αξιοποιηθεί.
Η κρίση της καπιταλιστικής εκπαίδευσης οδηγεί στην πολιτικοποίηση των φοιτητικών κινημάτων, αλλά δεν οδηγεί αυτόματα στην υπέρβαση του ιεραρχημένου και επαγγελματοκεντρικού εκπαιδευτικού συστήματος. Η αξιοποίηση του γνωστικού κεφαλαίου που είναι συσσωρευμένο στα εκπαιδευτικά ιδρύματα, τόσο στο επίπεδο των καθηγητών, όσο και στους φοιτητές και σπουδαστές, δυσκολεύεται να περάσει από την κατανόηση της λογικής της νεοφιλελεύθερης μεταρρύθμισης, στη συγκροτημένη παρέμβαση για μια γνωστική παραγωγή προς όφελος της αλληλεγγύης, της μακροχρόνιας βιωσιμότητας και της δημοκρατίας. Μια τέτοια όμως μετεξέλιξη των κινημάτων στο χώρο της εκπαίδευσης αποτελεί σήμερα μια απτή δυνατότητα αλλά αποτελεί και μια επείγουσα ανάγκη. «Η εκπαίδευση θα τείνει να αποτελέσει τη μεγάλη κινητήρια δύναμη της βιώσιμης ανάπτυξης τον 21ο αιώνα. Μόνο κοινωνίες περισσότερο εκπαιδευμένες, περισσότερο μορφωμένες, περισσότερο συνειδητές τελικά, σχετικά με τις δικές τους πραγματικότητες και δυνατότητες, θα είναι σε θέση να εξανθρωπίσουν τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, όπως και τις σχέσεις μας με το οικοσύστημα. Αλλά την ίδια στιγμή που η εκπαίδευση είναι το μεγάλο στοίχημα, είναι ταυτοχρόνως το μεγάλο πρόβλημα»”1.
Σημείωση
1 Alfonso Vasquez, «Lo que el trabajo esconde, lo que la educaciσn revela» www.hobest.es/publicaciones/articulos-publicados
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|