Η ελληνική κυβέρνηση την περασμένη εβδομάδα έπαιξε το (προς στιγμήν) τελευταίο της χαρτί –ισχυρίστηκε δηλαδή ότι δεν μπορεί να κάνει όσα της ζητούν, κι αυτό είναι ισχυρό χαρτί– και εξαναγκάστηκε να υποχωρήσει ατάκτως και να εκτεθεί. Δεν ξέρουμε φυσικά τι ακριβώς λέχθηκε στη συνάντηση του Ευάγγελου Βενιζέλου με τους εκπροσώπους της τρόϊκας, πάντως συνέβη το ασυνήθιστο: να διαφωνεί ο υπουργός με μεσαίους αξιωματούχους, αντί να έχει προηγουμένως επισημάνει σε ποια σημεία πρόκειται να υπάρξει διαφωνία και να τα έχει ξεκαθαρίσει, θετικά ή αρνητικά, με τους προϊσταμένους των υπαλλήλων ή μάλλον με εκείνους που παίρνουν τις πολιτικές αποφάσεις. Εκτός λοιπόν όλων των άλλων, οι πρωταγωνιστές του ελληνικού δράματος αποδεικνύονται και αδέξιοι ερασιτέχνες, και μάλιστα με τον “σούπερμαν” που τη στιγμή της ανάγκης κάλεσε ο πρωθυπουργός – με βαριά καρδιά τον φώναξε ο ίδιος, αλλά, όπως εκμυστηρεύτηκε μεγαλοφώνως ο κληθείς, με εξίσου βαριά καρδιά το δέχτηκε κι εκείνος.
Η συμμαχία που κυβερνά και η Αριστερά
Όμως, το ζήτημα δεν είναι η αδεξιότητα των ύψιστων αξιωματούχων της ελληνικής κυβέρνησης – η πίεση θα υπήρχε έτσι κι αλλιώς. Μάλιστα, κάποιοι ισχυρισμοί ότι η πίεση που ασκείται στην Ελλάδα, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία οφείλεται στο ότι στην Ευρώπη τον τόνο τον δίνουν οι Συντηρητικοί, κι ότι αν άλλαζαν οι συσχετισμοί υπέρ των Σοσιαλδημοκρατών θα ήταν διαφορετικά, διαψεύδονται. Δεν είναι μόνο ότι ο Θαπατέρο στην Ισπανία δεν προβάλλει καμία αντίσταση όταν πιέζεται η χώρα του, αλλά συντάσσεται κιόλας με τους συντηρητικούς πολιτικούς των βόρειων χωρών, όταν αυτοί πιέζουν άλλες χώρες του Νότου. Και οι γερμανοί Σοσιαλδημοκράτες, από τη μια επικρίνουν την Μέρκελ, γιατί δημιουργεί κλίμα υστερίας, και από την άλλη συμφωνούν μαζί της για το ελληνικό πρόγραμμα λιτότητας. Υπάρχουν βέβαια και σοσιαλδημοκράτες πολιτικοί που βλέπουν τα πράγματα ρεαλιστικότερα, αλλά αυτοί είναι εκτός ενεργού πολιτικής δράσης, όπως ο Ζακ Ντελόρ ή ο Γκέρχαρτ Σρέντερ.
Η συμμαχία Σοσιαλδημοκρατών - Συντηρητικών που κυβερνάει την Ευρώπη, εμποδίζει συμμαχίες μεταξύ των πιο αδύναμων κρατών, φαίνεται όμως ότι, μέχρι τώρα τουλάχιστον, μπόρεσε να αποτρέψει και ενωτικές διεργασίες “από τα κάτω” που θα μπορούσαν αυτές να απειλήσουν την εκστρατεία μετασχηματισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της πλήρους εφαρμογής, δια της βίας του οικονομικού στραγγαλισμού, του κοινωνικού και οικονομικού προγράμματος του νεοφιλελευθερισμού. Ο τρόπος είναι η απομόνωση του εκάστοτε πιο αδύναμου, ετούτη τη στιγμή της Ελλάδας (ας μην ξεχνάμε τη μεταχείρηση της Ιρλανδίας παλιότερα και τη συμπεριφορά της ελληνικής κυβέρνησης τότε), που ενσπείρει φόβο στον κόσμο και δημιουργεί την εντύπωση ότι κάθε αντίσταση είναι μάταιη.
Ίσως αυτή η εντύπωση συνέβαλε στην κάμψη της Αριστεράς στην Πορτογαλία και, μαζί με τα παλιότερα προβλήματα, στην αδυναμία της Αριστεράς στην Ισπανία και την Πορτογαλία. Αυτή η εντύπωση ενισχύει επίσης τάσεις φυγής και απομονωτισμού: έξοδος από την ευρωζώνη, αν χρειαστεί και από την Ε.Ε. και εθνική πολιτική ανάπτυξης, που με έναν ιδιότυπο πολιτικό αυτοματισμό (αφού θα χρειάζονται “εκ των πραγμάτων” όλο και ριζοσπαστικότερα μέτρα) θα οδηγήσει –πού θα πάει;– στον σοσιαλισμό.
Με πολλά άρθρα (τελευταίο ήταν του Χ. Γεωργούλα στο προηγούμενο φύλλο της Εποχής) έχει αναλυθεί και εκτεθεί, γιατί αυτή η φυγή παραγνωρίζει το πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί ιστορικά, οδηγεί πολιτικά και οικονομικά σε αδιέξοδο και είναι βλαπτική για τις προγραμματικές επιδιώξεις της Αριστεράς. Επίσης έχει αναλυθεί, γιατί ο άλλος δρόμος, δηλαδή η προσπάθεια να συμμετάσχει η Αριστερά στη διαμόρφωση των ευρωπαϊκών θεσμών, οδηγεί, όπως και οδήγησε, στην εξ αριστερών ενίσχυση αντιδημοκρατικών δομών, σαν αυτές που δημιούργησαν οι ευρωπαϊκές Συνθήκες· αυτές οι δομές επιδείνωσαν την οικονομική και τη δημοσιονομική κρίση και λειτούργησαν διαλυτικά για την Ένωση.
Λοιπόν, τι μένει;
Ο ασφαλέστερος τρόπος για να αλλάξει η πολιτική που κάθε φορά εφαρμόζεται είναι να μην μπορεί να εφαρμοστεί. Είδαμε παραπάνω πώς, με την απομόνωση των πιο αδύναμων κρατών, η διεύθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιδιώκει να αποθαρρύνει την αντίσταση του κόσμου. Παρά ταύτα, είναι δυνατόν να αποτραπούν ή να μετριαστούν ορισμένα από όσα επιδιώκουν να εφαρμόσουν. Φυσικά, εκείνοι θα επανέλθουν και θα προσπαθήσουν πάλι – όπως π.χ. γίνεται με τους μισθούς των εργαζομένων στο Δημόσιο ή με τις εργασιακές σχέσεις– απειλώντας εκ νέου από τις Βρυξέλλες ή το Βερολίνο και στην Αθήνα απευθυνόμενοι στον πατριωτισμό.
Μια τέτοιου είδους στάση, που καθυστερεί και μετριάζει το αποτέλεσμα της πολιτικής που εφαρμόζεται, μπορεί να είναι αποτελεσματική εφόσον περιέχει την προοπτική της αντίστασης σε μεγαλύτερη κλίμακα, δηλαδή σε ευρωπαϊκή. Όχι ντε και καλά σε πανευρωπαϊκή, αν και θα ήταν πολύ ωραία, οπωσδήποτε όμως όπου μπορούν να αναπτυχθούν κινήματα αντίστασης. Χρειάζονται με άλλα λόγια σχήματα σαν αυτά που είχαν αναπτυχθεί παλιότερα και στα οποία η Αριστερά στην Ελλάδα οφείλει πολλά, σαν τις Ευρωπορείες και σαν τις εκδηλώσεις του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ.
Δεν εννοώ βέβαια ότι θα πρέπει να σταματήσουμε να συζητάμε για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, για τη φορολόγηση μεγάλων εισοδημάτων και για την απαλλοτρίωση του 50% των περιουσιών των πλουσίων, για την οποία μιλάει ο Λαφοντέν. Εννοώ ότι χρειάζεται πολύ γρήγορα να αποκατασταθούν τα δίκτυα των σχέσεων που είχαν φτιαχτεί στις αρχές και τα μέσα της πρώτης δεκαετίας του αιώνα. Διότι φαίνεται σαν η κρίση και η πολιτική της ηγεσίας της Ένωσης να έχουν συμπιέσει και τα κινήματα αντίστασης σε εθνικά όρια, συμπίεση που εκδηλώνεται ακόμα και με εθνικιστικές εκδηλώσεις. Το “μάζεμα” στα εθνικά όρια είναι ευθέως αντίθετο με τις επιδιώξεις της Αριστεράς και επιδρά διαλυτικά στην ιδεολογία της, πράγμα που ήδη φαίνεται στην Ελλάδα, ακόμα και σε ρεύματα με καθ’ υπερβολή διεθνιστική ιδεολογία. Για να αντιμετωπιστεί αυτό το “μάζεμα” δεν αρκεί η, οπωσδήποτε αναγκαία, ανασκευή των εθνικών επιχειρημάτων. Μόνο η εκδήλωση της αντίστασης σε ευρωπαϊκή κλίμακα είναι ικανή να στρέψει το βλέμμα από τη μιζέρια της εθνικής αναδίπλωσης στη δυνατότητα “της διαφορετικής Ευρώπης που είναι εφικτή”, όπως λέγαμε το 2006 στις εκδηλώσεις του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ στην Αθήνα. Αυτό είναι και η αναγκαία προϋπόθεση για να τεθούν πάλι με την έμφαση που τους αρμόζει ζητήματα που έχουν μείνει πίσω, αφού τα οικονομικά κυριαρχούν: το περιβάλλον, η δημοκρατία, τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα.
Το ευρωπαϊκό και το εθνικό
Η προσήλωση στην ευρωπαϊκή κλίμακα, βέβαια, μπορεί να επενεργήσει και παραλυτικά· ας πούμε, το αίτημα να περιέλθει το τραπεζικό σύστημα σε δημόσια ιδιοκτησία, μπορεί να είναι ώριμο, όπως λέμε, γιατί κανένας πια, εκτός από τους τραπεζίτες, δεν βλέπει το νόημα της λειτουργίας ιδιωτικών τραπεζών, όμως, εάν πιστέψουμε ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο πανευρωπαϊκά, τότε δεν θα γίνει. Το ίδιο ισχύει, πολύ περισσότερο μάλιστα, για την ανάγκη υψηλής φορολογίας του πλούτου: αν δεν γίνει, τα δημόσια οικονομικά όλων των κρατών της Ευρωζώνης θα βουλιάξουν, εάν μάλιστα υπάρξει και δεύτερο κύμα ύφεσης. Αυτό όμως δεν θα γίνει, είναι βέβαιο, με απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ή της Επιτροπής. Σε ένα από τα σημειώματα του βουλευτή της γερμανικής Αριστεράς Μίχαελ Σλεχτ στην Εποχή, αναφερόταν ότι ένας φόρος 5% επί των περιουσιών που υπερβαίνουν το 1 εκατομμύριο ευρώ, θα έδινε τους αναγκαίους πόρους για την ανασυγκρότηση. “Θα ήταν προτιμότερο να επιβληθεί πανευρωπαϊκά”, έγραφε ο Σλεχτ, οπωσδήποτε όμως πρέπει να επιβληθεί στη Γερμανία. Νομίζω ότι αυτή είναι η ενδεικνυόμενη στάση: δραστηριότητες με εθνικούς στόχους και το βλέμμα στραμμένο στην ευρωπαϊκή κλίμακα.
Στην ελληνική επικαιρότητα αυτό θα σήμαινε: κινητοποιήσεις για να μην μπορεί να εφαρμοστεί, όσο είναι δυνατό, το πρόγραμμα ελληνικής κυβέρνησης-τρόικας, με τη σταθερή επιδίωξη τις ευρωπαϊκής κλίμακας κινητοποιήσεις εναντίον αυτού του προγράμματος, που είναι άλλωστε πανευρωπαϊκό. Αυτό σημαίνει ότι εκείνοι οι άνθρωποι που έστησαν τις εκδηλώσεις του 2006 χρειάζεται να το ξανακάνουν.
Έχει γραφτεί επανειλημμένα στην Εποχή ότι η αντίθεση της Αριστεράς στη διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή στην έξοδο της Ελλάδας δεν μπορεί να υπηρετηθεί με την αποδοχή οποιουδήποτε από τα μέτρα που αποφασίζει και εφαρμόζει η διεύθυνση της Ε.Ε. Το σύνθημα “καμιά θυσία για το ευρώ” είναι απολύτως σωστό, άλλωστε δεν ζητάει κανείς θυσίες για το ευρώ, θυσίες για την τσέπη των καπιταλιστών ζητάνε. Αυτό όμως σημαίνει ότι, ανεξάρτητα από τις επιδιώξεις της Αριστεράς, η Ένωση μπορεί να διαλυθεί ή η Ελλάδα και οποιαδήποτε άλλη χώρα να βρεθεί εκτός. Η αντίσταση τώρα είναι και η μοναδική δυνατότητα να υπάρξει σε αυτή την περίπτωση η αναγκαία πολιτική υποδομή, ώστε το εργατικό κίνημα και η Αριστερά να πάρουν μέρος στον καυγά για το ποιος θα πληρώσει το κόστος αυτής της εξέλιξης.
Θόδωρος Παρασκευόπουλος
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|