Άδικη και αδιέξοδη η κυβερνητική πολιτική
Σε περιόδους κρίσης, πολύ περισσότερο, αναδεικνύεται η χρησιμότητα επιστημονικών αναλύσεων, όπως αυτή των ΙΝΕ ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, που μπορεί να αξιοποιηθούν και να χρησιμεύσουν ως εργαλείο άσκησης ταξικής πολιτικής της εργατικής πλευράς. Ιδίως όταν τα προπαγανδιστικά όπλα της άλλης πλευράς, των καπιταλιστών και των κομμάτων τους, βομβαρδίζουν την ελληνική κοινωνία με λόγους υπέρ της «αναγκαιότητας» των μέτρων που εκπορεύονται από τους εγχώριους και ευρωπαίους νεοφιλελεύθερους.
Το ΙΝΕ –δυστυχώς– επιβεβαιώθηκε στις εκτιμήσεις του για την ελληνική οικονομία και τα αδιέξοδα της οικονομικής πολιτικής τις οποίες παρουσίασε το περασμένο έτος.
Τότε το ΙΝΕ προέβλεπε ότι η παντελής έλλειψη αναδιανεμητικής και αναπτυξιακής πολιτικής θα παρατείνει τις συνθήκες οικονομικής κρίσης και ύφεσης της οικονομίας και κατά τα επόμενα χρόνια. Αυτή η διαπίστωση δεν ήταν, άλλωστε, και η ανακάλυψη του αιώνα. Είναι συμπέρασμα από τη μέχρι τώρα άσκηση μονεταριστικής-νεοφιλελεύθερης πολιτικής, όπου αυτή εφαρμόστηκε. Στη Λατινική Αμερική, την Ασία, την Αφρική, αλλά και την Ευρώπη. Το ΙΝΕ υπενθυμίζει ότι η κυβέρνηση και η τρόικα που μιλούσαν για «επιστροφή» στις αγορές το 2011, άντε το 2012, τώρα διαπιστώνουν ότι, παρά τα πρωτοφανή μέτρα λιτότητας, δεν έχουν επιτευχθεί οι στόχοι του Μνημονίου.
Αντίθετα, σημειώθηκε μεγάλη απόκλιση στο κατά κεφαλήν εισόδημα της Ελλάδας από το μέσο όρο των πιο προηγμένων χωρών της ΕΕ, απόκλιση της αγοραστικής δύναμης του μέσου μισθού, απόκλιση του ποσοστού ανεργίας, απόκλιση της παραγωγικότητας της εργασίας. Αποκλίσεις τέτοιες που γύρισαν την ελληνική οικονομία, τουλάχιστον, κατά μία δεκαετία πίσω.
Η στρατηγική τής εφαρμοζόμενης εσωτερικής υποτίμησης, η επιστροφή, δηλαδή, σε ένα χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο που παραπέμπει στο μακρινό παρελθόν, γίνεται για να ισοσκελιστεί το εξωτερικό ισοζύγιο, για να παραχθούν πρωτογενή πλεονάσματα στον κρατικό προϋπολογισμό, για να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Παρεμπιπτόντως, προχθές ανακοινώθηκε ότι μετά από τρία χρόνια λιτότητας, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας κατρακύλησε κατά 7 μονάδες, κάτω και από τη διαλυμένη Αλβανία, τη Μποτσουάνα και τη Γουατεμάλα.
Όμως, παρά την πρωτοφανή μείωση των εισοδημάτων των μισθωτών, το μοναδιαίο κόστος εργασίας –ένας από τους δείχτες που παραπέμπουν στην ανταγωνιστικότητα– μειώθηκε κατά τη διετία 2011-2012 μόνο κατά 1,2%, γιατί μαζί με τους μισθούς κατρακύλησε και η παραγωγικότητα της εργασίας.
Η έκθεση εκτιμά ότι με την πολιτική της κυβέρνησης και της τρόικας η ύφεση θα διαρκέσει για πολύ και θα είναι βαθιά, με συνέπεια να χαθεί μεγάλος βαθμός της δυναμικότητας των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας.
Εν τω μεταξύ, οι δυσμενείς εξελίξεις για την οικονομία τρέχουν τόσο γρήγορα, που τα στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε η έκθεση του ΙΝΕ έχουν πια επιδεινωθεί, με αποτέλεσμα να φαντάζει συντηρητική στις δυσοίωνες εκτιμήσεις της. Την περασμένη Πέμπτη η Ελληνική Στατιστική Αρχή ανακοίνωσε νέα στοιχεία που δείχνουν την ολοένα και περισσότερο επιδείνωση της οικονομίας και τα αδιέξοδα της κυβερνητικής πολιτικής. Συγκεκριμένα, για το περασμένο εξάμηνο η ύφεση έφτασε στο 7,7%, αυξημένη κατά 0,4 μονάδες από την τελευταία εκτίμηση. Έτσι, η πρόβλεψη της κυβέρνησης για ύφεση 5,3% για το 2011 είναι εξωπραγματική. Ως συνέπεια, η ανεργία εκτινάχθηκε –παρά την τουριστική περίοδο– στο 16% τον Ιούνιο, από το 11,6% τον αντίστοιχο περσινό μήνα. Οι επίσημα καταγεγραμμένοι άνεργοι έφτασαν τα 793.685 άτομα, Μ’ άλλα λόγια, αυτοί που δεν εργάζονται (άνεργοι και μη ενεργός πληθυσμός) είναι περισσότεροι από τους απασχολούμενους!
Μ. Μπαλαούρας
Διαπιστώσεις του ΙΝΕ
Ο επικεφαλής του ΙΝΕ ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ, καθηγητής Σάββας Ρομπόλης, παρουσιάζοντας τα βασικά συμπεράσματα της έκθεσης του ΙΝΕ τόνισε ότι “καταστρέφουμε μια κοινωνία και μια οικονομία για να βελτιώσουμε μόλις κατά δέκα μονάδες την ανταγωνιστικότητά μας” υπογραμμίζοντας ότι όλοι οι δείκτες δείχνουν πως η εφαρμοζόμενη πολιτική δεν αντιμετωπίζει τα προβλήματα. Εκτίμησε ότι η ανεργία το 2012 θα εκτοξευθεί στο 26% και οι άνεργοι θα είναι από 700.000 μέχρι 1.100.000, δηλαδή θα αγγίξει τα επίπεδα της δεκαετίας του 1950.
“Χώρα που δεν παράγει και δεν φορολογεί, σχεδιάζει τον αφανισμό της” σημείωσε χαρακτηριστικά και στάθηκε ιδιαίτερα στην υποχώρηση του δείκτη “ακαθάριστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου”, ο οποίος υποχώρησε στο 38,2% και έφτασε στα επίπεδα του 1998.
Στη δεύτερη από τη στιγμή εκδήλωσης της κρίσης έκθεση αναφέρεται ότι οι στόχοι (του Μνημονίου) δεν μπορούν να επιτευχθούν, πόσω μάλλον όταν η ύφεση βαθαίνει, αυξάνεται η ανεργία, μειώνεται η κατανάλωση, ενώ εντείνεται η αβεβαιότητα ως προς την πορεία του δημόσιου ελλείμματος. Γίνεται δε επίκληση έκθεσης του ΟΑΣΑ σύμφωνα με την οποία το χρέος θα υποχωρήσει κάτω από το 150% του ΑΕΠ το 2012 και θα διαμορφώνεται το 2020 στο επίπεδο των 409 δισ. ευρώ (200% του ΑΕΠ). Αυτό σημαίνει, σύμφωνα με την έκθεση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, ότι «ακόμη και να συμπεριληφθούν στα έσοδα του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού πλαισίου λιτότητας 2012-2015 οι εισπράξεις από τις ιδιωτικοποιήσεις, το δημόσιο χρέος της χώρας μας, αντί να μειωθεί, θα αυξάνεται μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 2020. Ομως, μέχρι τότε ο συνεχής δανεισμός της χώρας συνοδευόμενος από την εφαρμογή αυστηρών μέτρων λιτότητας θα μετατρέψει την ελληνική οικονομία από πραγματική σε εικονική».
1. Η ελληνική οικονομία διανύει πλέον το τρίτο έτος της ύφεσης, χωρίς η διαδικασία της εσωτερικής υποτίμησης που βρίσκεται σε εξέλιξη να έχει επιτύχει τους στόχους της και ιδιαίτερα την επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές το 2012, παρά τις σημαντικές θυσίες των μισθωτών και των συνταξιούχων. Η βαθειά ύφεση έχει οδηγήσει σε μεγάλη απόκλιση του εισοδήματος ανά κάτοικο στην Ελλάδα (υποχωρώντας στο επίπεδο του έτους 2000) από τον μέσο όρο των 15 πιο προηγμένων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απόκλιση της παραγωγικότητας της εργασίας (υποχωρώντας στο επίπεδο του έτους 2000), της αγοραστικής δύναμης του μέσου μισθού (υποχωρώντας στα επίπεδα τιμών 2001-2002), του ποσοστού ανεργίας (υποχωρώντας στα επίπεδα της δεκαετίας του 1960), της εγχώριας ζήτησης (υποχωρώντας στο επίπεδο του έτους 2003),…κλπ.
2.Η μείωση του ΑΕΠ ανέρχεται σωρευτικά για την τριετία 2009-2011 σε 10,2%. Σε μακροχρόνια προοπτική η πτώση του προϊόντος εμφανίζεται ως η μεγαλύτερη μείωση της μεταπολεμικής περιόδου. Η μείωση του 1974 ήταν μεν μεγαλύτερη, αλλά διήρκεσε μόνο ένα έτος, ενώ η μείωση της περιόδου 2009-2011, όχι μόνο είναι τριετής, αλλά είναι πολύ πιθανό να επεκταθεί και στο μέλλον, εάν λάβουμε υπόψη μας ότι τα νέα μέτρα περιστολής της ζήτησης που περιλαμβάνονται στο Μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα 2010-2015 θα έχουν σημαντικά υφεσιακά αποτελέσματα.
3. Εκτίναξη της ανεργίας στα επίπεδα της δεκαετίας του 1960.
Κατά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 2011 η ανεργία θα προσεγγίσει το 15%, υποχωρώντας στα υψηλά επίπεδα ανεργίας των ετών της δεκαετίας του 1950. Όμως, κατά τις εκτιμήσεις του ΙΝΕ το ποσοστό αυτό θα ανέλθει στα επίπεδα του 17% -18% και σε όρους πραγματικής ανεργίας το αντίστοιχο ποσοστό θα ανέλθει στα επίπεδα του 22%-23%, φθάνοντας στα επίπεδα των πρώτων ετών της δεκαετίας του 1960 (το 1961 η ανεργία ήταν 864.000 άτομα, δηλ. 26,4% του εργατικού δυναμικού, το οποίο ήταν 3.640.000 άτομα), κατά τα οποία συντελέσθηκε το μεγαλύτερο μεταναστευτικό ρεύμα ελλήνων προς το εξωτερικό κατά την περίοδο μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Ο διπλασιασμός του ποσοστού ανεργίας κατά την τριετία 2009-2011, σε συνδυασμό με τη διοικητική μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, έχει προκαλέσει μείωση των πραγματικών μισθών 11,5% στο σύνολο της οικονομίας και 9,2% στον ιδιωτικό τομέα κατά το 2010-2011.
4. Η ελληνική οικονομία παρουσίασε απόκλιση 9% έναντι του μέσου όρου των 15 πιο ανεπτυγμένων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο δείκτης σύγκλισης μειώθηκε από το 84,5% του μέσου όρου της Ε.Ε.-15 το 2009 σε 75,9% το 2011.
5. Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, σε σταθερές τιμές παρουσίασαν κάμψη το 2008, η οποία συνεχίστηκε το 2009-2011 και αναμένεται να επιδεινωθούν περαιτέρω το 2012. Το 2011 οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου έχουν επιστρέψει στο επίπεδο του 1997.
Η συμβολή των εξαγωγών στη μεγέθυνση του ΑΕΠ κατά το 2010-2011 ανήλθε σε 3 εκατοστιαίες μονάδες και ανάγεται εξ ολοκλήρου στην θεαματική μεγέθυνση των αγορών προορισμού των ελληνικών εξαγωγών, επομένως σε εξωγενείς παράγοντες, που δεν σχετίζονται με την ασκούμενη πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης.
7. Κρατικός τραπεζικός πυλώνας. Η δημόσια κρατική παρέμβαση για τη διάσωση των τραπεζών επιβάρυνε δραματικά τους κρατικούς προϋπολογισμούς και τελικά τους φορολογούμενους. Ο δημόσιος έλεγχος των τραπεζών κρίνεται αναγκαίος. Όπως και ένας ισχυρός κρατικός τραπεζικός πυλώνας με ξεκάθαρη ρύθμιση των χρηματοπιστωτικών σχέσεων και λειτουργία με οικονομικά, κοινωνικά και αναπτυξιακά κριτήρια αποτελεί ενδεδειγμένη δημόσια επιλογή για το εγγύς και απώτερο μέλλον.
8. Το μερίδιο της εργασίας στο ΑΕΠ, που εκφράζει την πρωτογενή διανομή του προϊόντος, παρουσιάζει μακροχρόνια πτωτική τάση, της οποίας το σημείο εκκίνησης τοποθετείται στο έτος 1983. Στο τέλος του 2011 θα έχει μειωθεί έναντι του μέσου όρου της πενταετίας 1995-2000 κατά περίπου 2 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ και 11 μονάδες έναντι του 1983.
9. Η εξέλιξη του μέσου περιθωρίου κέρδους στην Ελλάδα αποκαλύπτει ότι οι επιχειρήσεις δεν μετακυλίουν ολόκληρη τη μείωση του κόστους εργασίας στις τιμές των προϊόντων, αλλά επιδιώκουν να βελτιώσουν διαμέσου της λιτότητας τα περιθώρια κέρδους. Το μέσο περιθώριο κέρδους στην Ελλάδα μειώθηκε στη διάρκεια των ετών 2008-2009 μετά από μία ολόκληρη περίοδο σταθερότητας σε υψηλότερα επίπεδα από την ΕΕ των 15 χωρών (1995-2007). Στη διάρκεια της διετίας 2009-2011, που σημειώθηκε μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας, τα περιθώρια κέρδους αυξήθηκαν.
Βαθιά ύφεση. Η ασκούμενη πολιτική, ένα χρόνο μετά την υπογραφή του Μνημονίου, που συνεχίζει να προσδοκά τη μείωση του δημόσιου ελλείμματος, τον έλεγχο του δημόσιου χρέους και τη βελτίωση του επιπέδου ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας με την υλοποίηση πολιτικών «εσωτερικής υποτίμησης», έχει κριθεί, όπως έχει προβλέψει το ΙΝΕ στην Έκθεση για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση του έτους 2010, ως αδιέξοδη, δεδομένου ότι οδηγεί την οικονομία και τα δημόσια οικονομικά στη μη επίτευξη των στόχων που το ίδιο το Μνημόνιο έχει θέσει.
Το δημοσιονομικό πρόβλημα
Το χρόνιο δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας, και κατ’ επέκταση το πρόβλημα του χρέους, δεν οφείλεται στο ότι οι δημόσιες δαπάνες είναι υπέρογκες και στον «αναποτελεσματικό και τεράστιο δημόσιο τομέα», αλλά στην πλευρά των εσόδων.
Τα χαμηλά δημόσια έσοδα οφείλονται στη χαμηλή άμεση φορολογία υψηλών εισοδημάτων και περιουσιών. Οι άμεσοι φόροι στην Ελλάδα κυμαίνονται γύρω στο 6% του ΑΕΠ (2009), ενώ στην ΕΕ στο 13% και στις ΗΠΑ στο 12%.
Μ’ άλλα λόγια, ενώ οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι καταβάλλουν τους φόρους τους –για τη διετία 2010-11 μάλιστα κλήθηκαν να πληρώσουν έκτακτες εισφορές– δεν ισχύει το ίδιο για τις άλλες, ανώτερες εισοδηματικές ομάδες. Η φορολογική πολιτική που ακολουθείται και δεν άλλαξε μετά την κρίση του 2009, αντίθετα, χαρακτηρίστηκε από τεράστια φοροδιαφυγή, φοροκλοπή, στηρίζεται στη μεγάλη ανισότητα ως προς την κατανομή του φορολογικού βάρους ανάμεσα σε φυσικά και νομικά πρόσωπα, στην ανισοκατανομή του εισοδήματος και τις φοροαπαλλαγές προς τις επιχειρήσεις.
Έτσι, παρατηρείται ότι το 2011, αντίθετα με τις προσδοκίες της κυβέρνησης –τρόικας, τα έσοδα κατέρρευσαν λόγω της σημαντικής μείωσης των εισοδημάτων, της νέας φορολογικής κλίμακας, της εκτόξευσης της ανεργίας και της ύφεσης, της αύξησης της φοροδιαφυγής-φοροκλοπής και της κατάρρευσης του εισπρακτικού μηχανισμού του κράτους. Επιπλέον, μειώθηκαν τα έσοδα από την ταχέως αυξανόμενη εισφοροδιαφυγή, την ευέλικτη, αδήλωτη και ανασφάλιστη εργασία. Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο που τα έσοδα το 2011 σε σχέση με το 2010 από τους άμεσους φόρους είναι μειωμένα κατά 5,6%, εξαιτίας της μείωσης των εσόδων από την άμεση φορολογία, και κατά 13,3% λόγω των περικοπών μισθών και συντάξεων, της μείωσης της απασχόλησης, καθώς επίσης λόγω της μειωμένης κερδοφορίας των επιχειρήσεων. Αντίθετα, σημειώθηκε μεγάλη αύξηση των έμμεσων φόρων, κατά 9,7%, λόγω των διαδοχικών αυξήσεων του ΦΠΑ και των ειδικών φόρων κατανάλωσης. Μ’ αυτή την –ταξική– πολιτική κυβέρνηση και τρόικα ρίχνουν το βάρος τους στην περιστολή των δημόσιων δαπανών. Η κατεύθυνση είναι μείωση των δαπανών κατά περίπου 12 (!) εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ μέχρι το 2020, για να φτάσουν στο 30,5% του ΑΕΠ. Αυτό σημαίνει καθίζηση των κοινωνικών και δημόσιων πολιτικών, γεγονός που γίνεται ολοένα και πιο εμφανές τις τελευταίες μέρες στις περικοπές δαπανών στην Υγεία και στην Παιδεία.
Το αποτέλεσμα της πολιτικής τους είναι ότι αυξήθηκε το πρωτογενές έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού στο 2,4% του ΑΕΠ, έναντι 1,5% το 2010 με στοιχεία του πενταμήνου Ιανουαρίου-Ιουλίου 2011.
Έτσι, ένας επιστημονικός φορέας, όπως το «Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους» της Βουλής –δεν θα μπορούσε– ακόμα και να το επιθυμούσε– να εξωραΐσει την πραγματικότητα. Αντίθετα, σημείωσε ότι «οι δυσμενείς δημοσιονομικές εξελίξεις ενισχύουν σημαντικά τη δυναμική του χρέους, απομακρύνοντας το ενδεχόμενο σταθεροποίησης του χρέους προς το ΑΕΠ το 2012». Εκτίμηση που οδήγησε την κυβέρνηση στην εκπαραθύρωση των στελεχών της υπηρεσίας της Βουλής.
Μ.Μ.
Προτάσεις
Δίκαιη αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου. Μία άλλη κατεύθυνση, που διατυπώνει το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, λαμβάνει υπόψη της την αναγκαιότητα να μετατοπισθεί η δημοσιονομική πολιτική σε κοινωνικά δικαιότερες λύσεις και ως εκ τούτου περιλαμβάνει τη δίκαιη αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου, την αύξηση των φορολογικών συντελεστών επί των εισοδημάτων του κεφαλαίου και του συσσωρευμένου πλούτου.
Μία συνεπής και ουσιαστική πολιτική αναδιανομής του εισοδήματος θα μπορούσε να συμβάλει σημαντικά στο δημοσιονομικό πρόβλημα. Οι μεγάλες περιουσίες θα έπρεπε να αναλάβουν το κύριο βάρος της προσαρμογής, τα επιχειρηματικά κέρδη να φορολογηθούν με υψηλότερο συντελεστή, οι φοροαπαλλαγές των επιχειρήσεων να επανεξετασθούν, ο έλεγχος των ανώτερων εισοδημάτων και των επιχειρήσεων που φοροδιαφεύγουν και εισφοροδιαφεύγουν να γίνει λεπτομερής και αποτελεσματικός.
Καταπολέμηση της φοροδιαφυγής (41 δισ. ευρώ οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο 30/06/2011) και της εισφοροδιαφυγής για την ανάσχεση της δημιουργίας πρωτογενών ελλειμμάτων (ένα ευρώ στα τέσσερα που παράγονται στην ελληνική οικονομία δεν φορολογείται, με διαρροή ετήσιων εισόδων 12-15 δισ. ευρώ, ΟΟΣΑ 2009).
Η δυνατότητα αύξησης της φορολογίας κατά 10 μονάδες του ΑΕΠ, η οποία θα προέλθει κατά το ήμισυ από την πραγματική αποκατάσταση της φορολογικής δικαιοσύνης και το άλλο ήμισυ από την αναδιανομή του εισοδήματος και την επιβολή ενός πράσινου φόρου, αποτελεί καθοριστική προϋπόθεση.
Στη μελέτη αναφέρεται ότι «εάν δεν αποτραπούν αυτά τα δεδομένα, η ύφεση που βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη στην Ελλάδα, θα είναι βαθιά και θα διαρκέσει αρκετά χρόνια, κατά τα οποία η ελληνική οικονομία θα απολέσει σε σημαντικό βαθμό τη δυναμικότητα των παραγωγικών της δυνάμεων. Το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ επιμένει στην ανάγκη ανάπτυξης, ώστε ο ρυθμός μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας (ΑΕΠ) να είναι υψηλότερος από το επιτόκιο δανεισμού. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται τα συνδικάτα στην Ελλάδα και την Ευρώπη να αντικρούσουν τη στρατηγική αυτή και να προτείνουν ως δρόμο εξόδου από την κρίση τη διαμόρφωση μιας κοινωνίας αλληλεγγύης με την εφαρμογή κανόνων σεβασμού των κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων και την υλοποίηση μιας άλλης οικονομικής αναπτυξιακής και κοινωνικής πολιτικής...»
•
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|