Αρχείο



ΠΩΣ ΕΓΙΝΕ ΔΕΚΤΗ Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ «ΝΕΟ ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ ΕΞΟΥΣΙΑΣ»

 

Σημαντικό τμήμα των εργαζομένων, των νέων, των αυτοαπασχολούμενων, των λαϊκών τάξεων δείχνει να αποδεσμεύεται από τον μύθο του μονόδρομου της μνημονιακής πολιτικής και να συνειδητοποιεί ότι μια ριζικά διαφορετική πολιτική θα μπορούσε να αποτρέψει αυτή τη συνεχή βύθιση στην κρίση και την ύφεση.
Αυτό που αναρωτιέται τώρα ο κόσμος που πολιτικά (ίσως και ιδεολογικά) αποδεσμεύεται από το μύθο του νεοφιλελεύθερου μονόδρομου, είναι ποιος θα μπορέσει να εφαρμόσει αυτή τη διαφορετική πολιτική.
Η ΝΔ, που έπαιξε το αντιμνημονιακό χαρτί της, χάνει την όποια φερεγγυότητα οικοδομούσε επικοινωνιακά, καθώς υπερψηφίζει συστηματικά όλα τα νομοσχέδια που υλοποιούν αυτή τη μνημονιακή πολιτική.
Η απουσία αυτής της πολιτικής δύναμης, που θα μπορούσε να προτείνει και να διεκδικήσει την πολιτική δυνατότητα εφαρμογής ενός εναλλακτικού σχεδίου αμφισβήτησης και ανατροπής της αντιλαϊκής και αντεργατικής, αντικοινωνικής πολιτικής του μνημονίου και του μεσοπρόθεσμου, αφ’ ενός αξιοποιείται σαν προπαγανδιστικό ατού από τις δυνάμεις του δικομματισμού για τη διαιώνιση της -τραυματισμένης- κυριαρχίας τους, αφ’ ετέρου ενισχύει τις αναστολές που ενυπάρχουν στη συνείδηση των πληττόμενων τάξεων. Πρόκειται για αυτοτροφοδοτούμενο φαύλο κύκλο.

Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ

 Ο πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξης Τσίπρας, στην εισαγωγική ομιλία του κατά τη συνέντευξη τύπου στη Θεσσαλονίκη την περασμένη Τρίτη, εντόπισε το πρόβλημα και ίσως γι’ αυτό επέμεινε σ’ αυτό το σημείο: «Έχουμε ως βασική στρατηγική τη συγκρότηση ενός νέου συνασπισμού εξουσίας. Ενός συνασπισμού πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, που θα εκφράζει τις κοινωνικές ανάγκες και θα εκπροσωπεί τις κοινωνικές δυνάμεις του σήμερα συμπιέζονται, και θα συσπειρώνει το σύνολο, χωρίς αποκλεισμούς και εξαιρέσεις, των αριστερών και προοδευτικών δυνάμενων που αντιμάχονται τη λαίλαπα του Μνημονίου».
Ο Αλ. Τσίπρας συνόδευσε την τοποθέτηση αυτή, που αποτελεί συνέχεια παλιότερης έκκλησης για διάλογο και συνεργασία προς όλα τα πολιτικά κόμματα και σχηματισμούς της ευρύτερης αριστεράς και της πολιτικής οικολογίας, με την απαραίτητη διευκρίνιση ότι όταν ο ΣΥΡΙΖΑ λέει πως η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ «πρέπει να ανατραπεί», δεν σημαίνει απλώς να χάσει τις εκλογές, αλλά «να ανατραπεί υπό το βάρος της αφόρητης πίεσης του λαϊκού ξεσηκωμού». Τονίζοντας μ’ αυτό τον τρόπο ότι μια κυβέρνηση στηριγμένη στο «νέο συνασπισμό εξουσίας» χρειάζεται οπωσδήποτε τη στήριξη, την ώθηση και τη συνδρομή ενός λαϊκού κοινωνικού κινήματος.

Η απάντηση της Παπαρήγα…

 Ένα εικοσιτετράωρο αργότερα, η Αλέκα Παπαρήγα, μιλώντας κι αυτή στη Θεσσαλονίκη εκ μέρους του ΚΚΕ, απάντησε εμμέσως πλην σαφώς στην πρόταση χαρακτηρίζοντάς την «αυταπάτη των αριστερών κυβερνήσεων».
Παραδέχτηκε, ωστόσο, ότι η «αυταπάτη» αυτή «υπάρχει και στην Ελλάδα, ακόμη και σε ανθρώπους που συμπαθούν το ΚΚΕ (…) και μάλιστα θεωρούν ότι θα είναι εγγύηση η συμμετοχή ή του σε μια τέτοια κυβέρνηση».
Τι αντιτείνουν σε όλους αυτούς; Ότι «δεν είναι ώρα να χάνεται χρόνος σε αυταπάτες». Και με ποιο επιχείρημα; «Πείτε μου μία χώρα που με αριστερή κυβέρνηση, με κυβέρνηση αριστερών προοδευτικών δυνάμεων έλυσε λαϊκά προβλήματα. Δηλαδή, βελτίωσε τη ζωή του λαού αποφασιστικά, έβαλε υποθήκες για ένα καλύτερο μέλλον. Πείτε μου μία χώρα, μία! Από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και μετά, πείτε μου μία χώρα…» Σπέρνοντας έτσι την ηττοπάθεια και ενισχύοντας τη μοιρολατρική άποψη ότι, στις σημερινές συνθήκες, καλύτερα να κυβερνούν άλλοι κι όχι η αριστερά. Παραθέτει, μάλιστα, και το παράδειγμα του ΑΚΕΛ στην Κύπρο, όπου τάχα η κυβέρνηση Χριστόφια δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Αποφεύγοντας, ωστόσο, να εξηγήσει γιατί το ΑΚΕΛ, όταν πήρε την πλειοψηφία, δεν την «δάνεισε» σε κάποιο άλλο κόμμα, αλλά τιμά την εντολή όσο μπορεί καλύτερα.
Η ηγεσία του ΚΚΕ επιχειρεί έτσι όχι μόνο να κόψει τη φόρα του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και τις «αυταπάτες» και οπαδών του ΚΚΕ, που όπως ομολογεί, ελπίζουν σε μια τέτοια εξέλιξη. Και για να δώσει κάπως μεγαλύτερο βάθος σ’ αυτή την άρνηση, επισήμανε ότι «δεν είναι θέμα καλών προθέσεων» μια τέτοια επιλογή, αλλά «θέμα συσχετισμού δύναμης (…) Εμείς δεν μπορούμε να κοροϊδέψουμε τον κόσμο», κατέληξε. Ούτε, βέβαια, να του υποδείξουν πολιτικούς τρόπους αλλαγής αυτού του συσχετισμού, ιδίως όταν οι κοινωνικές συνθήκες την ευνοούν εξόφθαλμα.
Εγκλωβισμένη στο σχήμα της «λαϊκής εξουσίας-λαϊκής οικονομίας», που μοιάζει με ψευδώνυμο της σοσιαλιστικής, η ηγεσία του ΚΚΕ αντιστρέφει τη δοκιμασμένη πρακτική –και του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος– να εντάσσει τους καθημερινούς αγώνες των εργαζομένων, των λαϊκών τάξεων για την ουσιαστική βελτίωση της θέσης τους στην προοπτική του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού.
Να πώς το διατυπώνει η ίδια η Αλ. Παπαρήγα στη συνέντευξή της στη Θεσσαλονίκη: «Η γραμμή συσπείρωσης και πάλης του ΚΚΕ είναι προσαρμοσμένη στις σημερινές συνθήκες. Δεν μπορούμε να απογειωθούμε από αυτές και να βάλουμε εδώ και τώρα στόχο την εργατική – λαϊκή εξουσία. Αλλά δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση να μην αναδείξουμε τη σημασία που έχει να υπηρετεί αυτό το σκοπό ο καθημερινός αγώνας». Δηλαδή, ούτε στη «λαϊκή εξουσία» μπορούμε να στοχεύουμε, γιατί δεν είναι ώριμες οι συνθήκες, ούτε στον «καθημερινό αγώνα» επιτρέπεται να δώσουμε μεγαλύτερο βάθος, γιατί, απλούστατα, δεν το επιτρέπουν οι συνθήκες… Μερικό αδιέξοδο.

…και οι συμπαθούντες
το ΚΚΕ


Εκείνο που δεν μπορεί, πάντως η ηγεσία του ΚΚΕ να εξηγήσει πειστικά, ακόμη και σε συμπαθούντες του ΚΚΕ που επηρεάζονται από «αυταπάτες», είναι γιατί ένας συνασπισμός εξουσίας που δεν έχει άμεσο στόχο τη λαϊκή εξουσία – λαϊκή οικονομία (η οποία δεν είναι ώριμη στις ελληνικές συνθήκες, κατά την εμτίμησή της), δεν μπορεί να λύσει σοβαρά προβλήματα των εργαζομένων και των λαϊκών τάξεων, υπηρετώντας ταυτόχρονα την ωρίμανση του στόχου της λαϊκής εξουσίας – λαϊκής οικονομίας, ή, ακόμα σωστότερα, του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού.
Χρειάζεται τάχα οι καθημερινοί αγώνες να αποδεικνύουν την ένταξή τους σε μια τέτοια προοπτική, ή οι πολιτικές δυνάμεις που τους διεξάγουν να επιβεβαιώνουν διαρκώς την επιμονή τους σ’ αυτή;
Θα μπορούσαμε να συζητούμε επί ώρες τον παραλογισμό αυτό, αλλά το ουσιώδες είναι ένα: ο εγκλωβισμός της ηγεσίας του ΚΚΕ σ’ αυτή τη λογική, δεν επιτρέπει σε σημαντικές δυνάμεις που έχει τη δυνατότητα να κινητοποιεί, να συμβάλουν στην πραγματοποίηση ενός αποφασιστικού βήματος σε ανατρεπτική προοπτική. Μόνη ελπίδα είναι να πολλπλασιαστούν οι «συμπαθούντες το ΚΚΕ» που δεν τους αρκούν αυτά τα έωλα και προσχηματικά επιχειρήματα, το οποίο μεταθέτουν την επίλυση ακόμη και τρεχόντων κοινωνικών ή οικονομικών προβλημάτων στο σοσιαλισμό.
 Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει άλλη ορθότερη επιλογή από το να επιμείνει στην πρότασή του για νέο συνασπισμό εξουσίας, απευθυνόμενος σε όλες τις δυνάμεις της αριστεράς, της οικολογία τις δυνάμεις που αποδεσμεύονται από το ΠΑΣΟΚ, με τη βεβαιότητα ότι κάθε μικρό βήμα σ’ αυτή την κατεύθυνση θα υποχρεώνει και το ΚΚΕ να απομακρυνθεί από την αδιέξοδη τοποθέτησή του, υπό την πίεση και των «συμπαθούντων», που, όπως φαίνεται τους συναντάει όλο και συχνότερα μπροστά του.

Χ. Γεωργούλας

 

 

Παλαιοκομμουνιστές βλέπει η ΔΗΜΑΡ στον ΣΥΡΙΖΑ…

 

Αν η τοποθέτηση της Αλέκας Παπαρήγα ήταν μάλλον αναμενόμενη, τι να πει κανείς για την απάντηση που έδωσε –κι αυτός μιλώντας στη Θεσσαλονίκη– ο Φώτης Κουβέλης εκ μέρους της ΔΗΜΑΡ!
«Όσον αφορά την ανασυγκρότηση του ευρύτερου δημοκρατικού σοσιαλιστικού χώρου που επιδιώκετε, θα ήθελα να μου πείτε αν σε αυτή τη συμμαχία έχει θέση ο ΣΥΡΙΖΑ ή ο ΣΥΝ», ερωτά δημοσιογράφος της συμπρωτεύουσας.
«Απαντώ ευθέως στο ερώτημά σας», του αποκρίνεται ο πρόεδρος της ΔΗΜΑΡ. «Ούτε ο Συνασπισμός, πολύ δε περισσότερο ο ΣΥΡΙΖΑ ανταποκρίνεται στα κριτήρια τα οποία θέσαμε (…) Οι δυνάμεις αυτές έχουν σημειώσει μια επιστροφή σε παλαιοκομμουνιστικές θέσεις (…) Το πρόβλημα είναι βαθύτατα πολιτικό, υπάρχουν πολιτικές διαφορές, έως και αντίπαλες θέσεις»…
Όλα αυτά για ένα κόμμα και μια πολιτική συνεργασία κομμάτων, μέσα στην οποία μέχρι πριν λίγους μήνες ο Φ. Κουβέλης και τα στελέχη της ΔΗΜΑΡ δεν ήταν απλώς κάποιοι παράγοντες, αλλά ιδρυτικά μέλη και επιφανείς εκπρόσωποί τους σε δημόσιες και αιρετές θέσεις!
Το αξιοσημείωτο είναι πως και σε μια άλλη, σχετική με τις συνεργασίες, ερώτηση, που αφορούσε πιθανή συνεργασία με το «Άρμα Πολιτών», ο Φ. Κουβέλης απάντησε κατηγορηματικά αρνητικά: «Έχουμε πρόταση και από άλλους χώρους της αριστεράς, μεταξύ αυτών και εκείνους στους οποίους αναφερθήκατε. Η πολιτική δύναμη αυτή κινείται σε αντιλήψεις, οι οποίες ελέγχονται και για έντονο αντιευρωπαϊκό προσανατολισμό. Δεν έχουν την ίδια πολιτική απάντηση…»
Αν αυτή είναι η τελεσίδικη τοποθέτηση της ΔΗΜΑΡ, φαίνεται ότι μας προκύπτει κι άλλο… ανάδελφο κόμμα. Από μια μήτρα, μάλιστα, που υπηρέτησε με πολύ επίμονο, έως και λαθεμένο, τρόπο την επιδίωξη της ενότητας της αριστεράς. Ας θυμηθούμε μόνο ότι ο Φ. Κουβέλης δεν υπήρξε απλώς γραμματέας της ΕΑΡ, όταν “συγχωνεύτηκε” με το παλαιοκομμουνιστικό ΚΚΕ στον ενιαίο Συνασπισμό, αλλά και σημαίνον στέλεχός του, που ανέλαβε και υπουργείο στις κυβερνήσεις που ακολούθησαν το 1989.
Ίσως, όμως, την ερμηνεία αυτής της όψιμης στάσης θα πρέπει να την αναζητήσουμε στην αποκρυπτογράφηση δύο άλλων απαντήσεων σε ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στον Φ. Κουβέλη. Η πρώτη, αν θα ελάμβανε μέρος η ΔΗΜΑΡ σε μια «ανασχηματισμένη κυβέρνηση Παπανδρέου». Η δεύτερη, αν θα συμμετείχε «σε ένα σχήμα συγκυβέρνησης και με ποιες δυνάμεις».
Ενώ στην τρίτη απάντηση ο Φ. Κουβέλης είναι κατηγορηματικός και δείχνει μάλλον ενοχλημένος – «αποκλείεται ένα τέτοιο ενδεχόμενο, είναι η πολλοστή φορά που το λέμε, έχει αποκλειστεί κάθε τέτοιο ενδεχόμενο– στη δεύτερη φαίνεται να πετάει την μπάλα στην εξέδρα: «Δεν θα υπάρξει συγκυβέρνηση, αυτή είναι η εκτίμησή μου, τουλάχιστον για το αμέσως προσεχές πολιτικό διάστημα»…
Γιατί αυτή η διαφορά στις απαντήσεις; Το ερώτημα ίσως –θα πρέπει να– απασχολεί και τα μέλη ή τους συμπαθούντες της ΔΗΜΑΡ.
Χ. Γ.



Μοιράσου το:
Facebook! TwitThis buzz! MySpace! Google! Live!

Προσθήκη νέου σχολίου