
Της
Ντομινίκ Μεντά*
Τελευταία συναντούμε συχνά μια ρητορική, που συνιστά επιτομή ενός θανατηφόρου τρόπου σκέψης, ο οποίος έχει αρχίσει να καταστρέφει την Ευρώπη, αν δεν την προετοιμάζει για το είδος εκείνων των πολέμων που πιστεύαμε ότι είναι αδύνατο να ξαναδούμε.
Η ρητορική αυτή εξαπολύει πρώτα απ’ όλα έναν αφορισμό εναντίον των Ελλήνων. Δεν είναι σε θέση να παραμείνουν στο σκάφος, ας τους πετάξουμε, λοιπόν, στη θάλασσα! Δεν αξίζουν μια θέση στη ζώνη του ευρώ, ούτε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο αφορισμός δεν αρκείται σ’ αυτά: υποδεικνύει ότι χρειάζεται να γίνει μια εκκαθάριση στη ζώνη και στην Ένωση, έτσι ώστε να αποκλειστούν όσοι δεν είναι ικανοί να σεβαστούν τα κριτήρια και να μιμηθούν το νέο μας πρότυπο, τη Γερμανία. Γιατί, όμως, τη Γερμανία;
Οι Γερμανοί δουλεύουν πολύ και σκληρά, έχουν σφίξει το ζωνάρι, έχουν αποδεχτεί επί χρόνια μειώσεις μισθών και μεταρρυθμίσεις στο ασφαλιστικό σύστημά τους. Όσοι, λοιπόν, δεν είναι ικανοί να κάνουν το ίδιο, ας εγκαταλείψουν το πλοίο.
Ό,τι μας χωρίζει
ή ό,τι μας ενώνει;
Η διαχωριστική γραμμή που προτείνεται είναι σαφής: από τη μια, είναι οι χώρες του Νότου, που δεν είναι καν ανάγκη να πούμε ότι κατοικούνται από τεμπέληδες και εκμεταλλευτές, οι οποίες δεν αξίζει να μένουν στην Ευρώπη, και, από την άλλη, οι χώρες του Βορρά, που κατοικούνται από εργατικούς, νοικοκύρηδες, οικονόμους. Μήπως θα έπρεπε να κόψουμε την Ευρώπη στα δύο και να διατηρήσουμε στους κόλπους της μόνο τις χώρες του Βορρά;
Τι να πει κανείς για μια συλλογιστική που γενικεύει τα ουκάζια και τις διατυπώσεις μίσους, που διαιρούν τα ίδια τα έθνη, είτε πρόκειται για τους Βέλγους είτε για τους Ιταλούς! Το νέο κριτήριο διαλογής, λοιπόν, θα έπρεπε να είναι η ικανότητα να εργαζόμαστε σκληρά και να ξυπνάμε νωρίς, για να κερδίσουμε την οικονομική μάχη, την οποία δίνουμε πάνω από τριάντα χρόνια. Αυτή η θεώρηση των πραγμάτων συνεπάγεται δύο παρατηρήσεις.
Η πρώτη αφορά αυτό το περίφημο κριτήριο που μας επιτρέπει να διαχωρίζουμε την ήρα από το σιτάρι, τους καλούς Ευρωπαίους, τους βόρειους, από τους τεμπέληδες και χαροκόπους, τους νότιους. Να θυμίσουμε μόνο στους οπαδούς αυτής της λογικής ότι ο αριθμός των εργάσιμων ωρών δεν είναι ο καλύτερος δείκτης αποτελεσματικότητας.
Εργατικοί και τεμπέληδες
Όσοι στην Ευρώπη εργάζονται πιο πολλές ώρες, είναι εκείνοι που έχουν χαμηλότερο κατά κεφαλή ΑΕΠ. Οι εβδομαδιαίες ώρες εργασίας στη Γερμανία και την Ολλανδία, αλλά και στη Σουηδία και τη Δανία –που αποτελούν την καρδιά των χωρών του Βορρά– είναι λιγότερες από τις ώρες της Γαλλίας, που ορισμένοι τη θεωρούν σχεδόν χώρα του Νότου από τότε που μείωσε τον εργάσιμο χρόνο, γεγονός που κατ’ αυτούς σηματοδοτεί την αρχή της γαλλικής παρακμής. Πώς εξηγείται αυτό;
Από τη μια, στον υπολογισμό της εβδομαδιαίας εργασίας πρέπει να πάρουμε υπόψη όχι μόνο την ολοκληρωμένη απασχόληση, αλλά και τη μερική, κι αυτό ρίχνει το μέσο όρο (γιατί στις χώρες του Βορρά έχουμε μεγάλο ποσοστό μερικής απασχόλησης, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στις χώρες του Νότου).
Από την άλλη, αυτό που μετράει στην οικονομική αποτελεσματικότητα, δεν είναι, βέβαια, ο αριθμός των ωρών εργασίας, αλλά η παραγωγικότητα ανά εργάσιμη ώρα και, συνεπώς, η σύγκριση ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες θα έπρεπε να γίνεται με βάση την ωριαία παραγωγικότητα ή το κατά κεφαλή ΑΕΠ –και έτσι να δίνονται τα «βραβεία».
Όμως, πέρα από αυτή τη διαπίστωση, είναι, άραγε, σωστό να συνεχίζουμε να θεωρούμε ως πρωταρχικό κριτήριο επιτυχίας αυτό το δείκτη; Πέρα από την ωριαία παραγωγικότητα, είναι θεμιτό να θεωρούμε ότι τα πιο αποδοτικά κράτη είναι εκείνα που παράγουν τα περισσότερα εμπορεύματα, τη στιγμή που γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι η μεγέθυνση στην οικονομία συνοδεύεται από περιβαλλοντικές (αναμφισβήτητα και κοινωνικές) βλαβερές συνέπειες και ότι, στο εξής, είναι επείγουσα ανάγκη να πάρουμε τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να αποφύγουμε την ανεπανόρθωτη υποβάθμιση των συνθηκών που καθιστούν τον πλανήτη μη κατοικήσιμο.
Από την ποσότητα
στην ποιότητα
Το προνομιακό κριτήριο αποδοτικότητας θα έπρεπε να είναι η ικανότητα να παράγουμε αγαθά και υπηρεσίες που είναι αναγκαία, ώστε να μπορούν να έθνη να έχουν μέλλον, δηλαδή να παράγουν θέτοντας στη διάθεση του πληθυσμού αγαθά και υπηρεσίες που έχει ανάγκη, περιορίζοντας στο μέγιστο τις βλαβερές συνέπειες. Δεν είναι οδηγός ούτε το «δουλεύουμε περισσότερο, για να κερδίζουμε περισσότερο», ούτε ότι «δουλεύουμε περισσότερο, για να παράγουμε περισσότερο». Δεν μπορούμε να αξιολογούμε έτσι τις χώρες, αλλά με άλλα κριτήρια, πολύ διαφορετικά. Ειδαλλιώς, η έκθεση Στίγκλιτς που παρήγγειλε ο Σαρκοζί, είναι μόνο στάχτη στα μάτια.
Η δεύτερη παρατήρηση είναι άλλης τάξης. Αφορά την ευθύνη των «διανοουμένων» ή των «σοφών» στην κρίση που γνωρίζει σήμερα η Ευρώπη. Αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι μια χωριστική φιλοσοφία που προωθείται, η οποία αποσκοπεί στη διάκριση ανάμεσα σε καλούς και κακούς και δεν ξέρουμε πού μπορεί να σταματήσει. Θα έπρεπε να διώξουμε τους πιο αδύνατους, τους πιο φτωχούς, επειδή δεν κάνουν αυτό που πρέπει, επειδή είναι τεμπέληδες και δεν θέλουν να εργαστούν. Θα έπρεπε να διώξουμε ή να εξαφανίσουμε όχι μόνο τους Ρομά, αλλά και όσους παίρνουν επιδόματα αλληλεγγύης, ή αυτούς που δεν έχουν βρει δουλειά ακόμα, αφού δικό τους είναι το φταίξιμο.
Ποια Ευρώπη θέλουμε;
Όμως, πού θα σταματήσουμε; Αύριο, οι γείτονες μας που εργάζονται πιο λίγο από εμάς, ή με διαφορετικό τρόπο, ή παράγουν ένα μερίδιο του ΑΕΠ πιο μικρό θα πρέπει να μπουν στη λίστα; Με ποιους θέλουμε, τελικά, να συμβιώσουμε; Ποιος θα μας πει ποια είναι τα κριτήρια μιας σωστής κοινωνίας;
Άραγε, το καθήκον των διανοουμένων δεν είναι, αντί να διαχωρίζουν, να προσπαθούν να συσπειρώσουν; Και δεν θα έπρεπε να κάνουν κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε να προσδιορίσουν τι ακριβώς θα μπορούσαν να είναι οι δημοκρατικές Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, στους κόλπους των οποίων μια πραγματική αλληλεγγύη θα μπορούσε να οργανωθεί;
Αυτό θα ήταν ένα πολύ πιο αξιέπαινο, πολύ πιο ενθουσιώδες, πολύ πιο συνετό σχέδιο από το χωριστικό σχέδιο που καλλιεργείται. Γιατί θα ήταν θεμελιωμένο στη διάσωση της φυσικής κληρονομιάς μας και της κοινωνικής συνοχής. Και το πρώτο του θετικό αποτέλεσμα θα ήταν η απομάκρυνση μιας απειλής που μοιάζει να επιστρέφει: της απειλής ενός πολέμου στους κόλπους της Ευρώπης. Ένα τέτοιο σχέδιο θα συνέβαλε στην πραγματοποίηση εκείνης της διαρκούς ειρήνης που ευχόταν ο Καντ.
Απόδοση από τη γαλλική
«Λε Μοντ» (30/9/2011)
* Η Ντομινίκ Μεντά είναι καθηγήτρια κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Παρί-Ντοφέν.
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|