Του
Δημήτρη Σμυρναίου
Προφανώς και ήταν κάτι παραπάνω από ένας συμβολισμός. Οι ηγέτες των 27 της ευρωζώνης ξεκίνησαν την περασμένη Τετάρτη από εκεί ακριβώς που βρίσκεται το επίκεντρο της οικονομικής κρίσης, αλλά κανείς μέχρι πρότινος δεν ομολογούσε δημόσια: από τις τράπεζες. Η συμφωνία τους για αύξηση των ιδίων κεφαλαίων των τραπεζικών ιδρυμάτων και για την περιβόητη ανακεφαλαιοποίησή τoυς ήταν το πρώτο ζήτημα που μπήκε στο τραπέζι, πριν ασχοληθούν με τα «επιμέρους» προβλήματα, όπως αυτό της Ελλάδας. Στην ουσία ήταν μια επιβεβαίωση αυτού που εδώ και καιρό ισχυρίζονται πολλοί: ότι δηλαδή η ελληνική κρίση ήταν μια άλλη όψη της κρίσης που γέννησε η ανεξέλεγκτη δράση των τραπεζών. Και ήταν πάλι οι εκπρόσωποι των τραπεζιτών, που παζάρευαν μέχρι αργά τη νύχτα, το αν και πώς θα συναινέσουν στο περιβόητο «κούρεμα» του ελληνικού ομολογιακού χρέους, φέρνοντας σε απόγνωση πρωθυπουργούς και υπουργούς οικονομικών. Ακόμα και οι παραδοσιακά επικριτικοί προς την Ελλάδα γερμανοί δημοσιογράφοι έλεγαν ότι στις Βρυξέλλες δινόταν μια «σκληρή μάχη» ανάμεσα σε τραπεζίτες και πολιτικούς. Η Ελλάδα έμοιαζε με την άβουλη κορασίδα περασμένων εποχών, που την τύχη της παζαρεύει ερήμην της ο πατέρας με «καλοστεκούμενους» υποψήφιους γαμπρούς.
Νωρίτερα, στο Βερολίνο, η Αγκέλα Μέρκελ είχε αποσπάσει μια άνετη πλειοψηφία στη Μπούντεσταγκ για αυτό που αποφάσισε να θέσει στο επίκεντρο των προσπαθειών για τη σωτηρία του ευρώ. Τη χρήση δηλαδή χρηματοπιστωτικών «κόλπων» όπως η η περιβόητη «μόχλευση» που έμαθαν πια οι κυβερνήσεις από τις μεγάλες επενδυτικές τράπεζες, αν και επιμελώς απέφυγε να χρησιμοποιήσει αυτή τη λέξη στην εικοσάλεπτη ομιλία της προς τους γερμανούς βουλευτές. Στόχος η ενίσχυση των μηχανισμών στήριξης χωρίς να χρειάζεται να βάζεις πάντα το χέρι στην τσέπη. Είναι ίσως μια παράφραση της κλασικής ρήσης των πολιτικών ότι «κάποια πράγματα γίνονται έστω και αν καλό θα είναι να μη λέγονται». Και απομένει να φανεί αν ο τεχνητός πολλαπλασιασμός κεφαλαίων μπορεί να σώσει το μέλλον του κοινού νομίσματος.
Παραδειγματικές «διευκολύνσεις»
Είναι φυσικά νωρίς για να κρίνει κανείς τα αποτελέσματα της πολυδιαφημισμένης συνόδου κορυφής, που ας μην ξεχνάμε χρειάστηκε να αναβληθεί πρώτα, να γίνει ύστερα σε δύο δόσεις και να καταλήξει τελικά να τραβάει και πάλι ως τις πρωινές ώρες, κάνοντας κάποιους να υπενθυμίζουν το γνωστό ρητό «της νύχτας τα καμώματα...». Δεν έχουμε ακόμα μάθει όλες τις «τεχνικές λεπτομέρειες» ούτε έχουμε δει πώς αντέδρασαν τελικά αυτές οι σοφές «αγορές», που τόσο πολύ τις ακούνε οι ευρωπαίοι πολιτικοί.
Το σίγουρο είναι ότι αυτό που ήθελαν οι Γερμανοί επιτεύχθηκε σε μεγάλο βαθμό, επειδή αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη δεν υπάρχει κανένα σοβαρό αντίβαρο στην οικονομική τους δύναμη. Κι αυτό που ήθελαν σε ό,τι αφορά την περίπτωση της Ελλάδας ήταν η οποιαδήποτε «λύση» στο πρόβλημα της κρίσης χρέους να ελαφρύνει κάπως το συνολικό βάρος αλλά ταυτόχρονα να «πονέσει» τους Έλληνες τόσο, ώστε κανείς να μην τους ζηλέψει στο μέλλον και διανοηθεί να ζητήσει ανάλογες «διευκολύνσεις». Οι Ιταλοί, για παράδειγμα, πρέπει να έχουν πάρει το μάθημά τους. Και παράλληλα το Βερολίνο ωμά απαίτησε να τεθεί η χώρα μας σε ακόμα πιο αυστηρή εποπτεία, από αυτή που βιώνει ουσιαστικά τους τελευταίους 18 μήνες, ανεξάρτητα από το πώς μπορεί να το βαφτίσουν οι έλληνες πολιτικοί, που μας έχουν καλομάθει να γυρνούν πάντα ως «θριαμβευτές» από τα ξένα.
Σε ένα πηγαδάκι με ξένους συναδέλφους του έμπειρος αρχισυντάκτης γερμανικής οικονομικής εφημερίδας κούναγε το κεφάλι του και έλεγε με αρκετό αυτοσαρκασμό: «Ό,τι και να γίνει τελικά, όλοι οι Ευρωπαίοι θα μισούν στο μέλλον τους Γερμανούς. Είτε επειδή άφησαν το ευρώ να καταρρεύσει, είτε επειδή το έσωσαν αναλαμβάνοντας στη συνέχεια το ρόλο του κακού χωροφύλακα». Το αστείο της υπόθεσης είναι ότι είχε δίκιο. Το τραγικό είναι ότι δεν πέρασε από το μυαλό του ότι ίσως να υπήρχε και μια άλλη τρίτη λύση...
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|