Αρχείο



Του
Κώστα Δουζίνα*

Η απροσδόκητη ανακοίνωση του έλληνα πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου ότι πρόκειται να διοργανώσει δημοψήφισμα με το οποίο θα ζητούσε από τους έλληνες πολίτες να ψηφίσουν για τη συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου ήταν η αρχή του τέλους της ελληνικής τραγωδίας. Ήταν αυτός ο θεαματικός ελιγμός μια ειλικρινής έκκληση να αποφανθεί ο λαός ή μια απεγνωσμένη μπλόφα ενός τζογαδόρου στην έσχατη κίνησή του; Θα μπορούσε, ίσως, να πει κανείς ότι το να εμπλέξεις το λαό σε μια από τις πλέον σημαντικές αποφάσεις της ελληνικής ιστορίας ακούγεται θετικό. Ωστόσο, όπως συνταγματολόγοι και επιστήμονες της πολιτικής θεωρίας έχουν εξηγήσει, η χρήση του δημοψηφίσματος δεν είναι απαραιτήτως δημοκρατική. Αντίθετα με τα δημοψηφίσματα που ο ίδιος λαός απαιτεί, όπως το πρόσφατο στην Ιταλία που ανέτρεψε την ιδιωτικοποίηση του νερού, τα δημοψηφίσματα έχουν συχνά χρησιμοποιηθεί για να ενδυναμώσουν μια καταρρέουσα κυβέρνηση παρά για να δώσουν μια αυθεντική επιλογή στο λαό. Η διατύπωση του ερωτήματος από την κυβέρνηση με βάση τις δικές της προτεραιότητες και η εκμαίευση απλώς ενός «ναι» ή ενός «όχι», χωρίς τη δυνατότητα έκφρασης απόχρωσης ή διαβάθμισης, που τις περισσότερες φορές απαιτούν τα δημοψηφίσματα αποτελούν μέσα εκβιασμού του λαού ή εμπλοκής του σε μια προειλημμένη απόφαση.

Τα αδιέξοδα εργαλεία

Σκεφτείτε, για παράδειγμα, το παράδειγμα της διαμόρφωσης του ερωτήματος. Εάν ρωτούσε τους πολίτες να επιλέξουν μεταξύ της παραμονής στην ευρωζώνη ή της υιοθέτησης μιας νέας δραχμής, πολλοί πολίτες και κόμματα, που είναι αντίθετοι με τα καταστροφικά μέτρα που συμφώνησε η κυβέρνηση, μπορεί να ψήφιζαν υπέρ της παραμονής στο ευρώ, δίνοντας έτσι μια ψεύτικη νίκη στην κυβέρνηση. Από την άλλη, ένα ερώτημα που θα εστίαζε στη συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου και τα μέτρα λιτότητας που επιφέρει, θα ήταν σαφώς ενάντια στις επιθυμίες της κυβέρνησης. Βέβαια, ένα τέτοιο ερώτημα ήταν απίθανο να μπει στο δημοψήφισμα, αφού συνεχόμενες δημοσκοπήσεις εκφράζουν την τεράστια αντίθεση του λαού στα μέτρα. Παρομοίως, ορισμένα μέτρα, που η κυβέρνηση συχνά υποσχέθηκε αλλά επιμελώς απέτυχε να θεσμοθετήσει, όπως ένα πιο ενεργό φοροεισπρακτικό σύστημα και ποινική δίωξη των εκατομμυριούχων φοροδιαφευγόντων, είναι εδώ και καιρό υπεσχημένα και απολύτως απαραίτητα. Ωστόσο, οι συνέπειες του ολοκληρωτισμού των μέτρων είναι ιδιαιτέρως αρνητικές. Πολίτες που θα ήθελαν να εγκρίνουν ένα θετικό μέτρο, ενώ παράλληλα να καταδικάσουν το μεγαλύτερο μέρος των μέτρων, δεν θα είχαν τη δυνατότητα να το κάνουν. Τα δημοψηφίσματα είναι αδιέξοδα εργαλεία. Καθώς τα ψιλά γράμματα της συμφωνίας άρχισαν να φωτίζονται κατέστη σαφές ότι οι πηχιαίοι τίτλοι που θριαμβολογούσαν ήταν μια χίμαιρα. Παρά τη βαθιά λιτότητα που έχει ήδη επιβληθεί και τα νέα μέτρα που προβλέπει η συμφωνία, το ελληνικό χρέος θα συνεχίζει να είναι στο 120% του ΑΕΠ το 2020, ακριβώς το ίδιο με εκείνο του 2009, όταν οι Ευρωπαίοι και το ΔΝΤ κατέφτασαν στην Αθήνα ως νέοι αποικιακοί διαχειριστές. Παρά τα πρωτοσέλιδα που μιλούσαν για κούρεμα του 50% του χρέους, μόλις τα νούμερα έγιναν αντικείμενο επεξεργασίας, η πραγματική μείωση του συνολικού χρέους αποκαλύφθηκε ότι είναι μόλις 30 δισ. Ζητείται από τους Έλληνες να ματώσουν για τουλάχιστον ακόμα 20 χρόνια χωρίς σαφή βελτίωση στα δημοσιονομικά. To χρέος φαίνεται ότι είναι απλώς η πρόφαση για τη ριζική αλλαγή του κοινωνικού συμβολαίου. Χρησιμοποιείται με σκοπό να καταστρέψει το αδύναμο κοινωνικό κράτος, να μεταφέρει το δημόσιο πλούτο στα χέρια ιδιωτών σε τιμές ευκαιρία και να μετατρέψει τους έλληνες εργάτες σε επισφαλές ανασφάλιστο προλεταριάτο. Οι ελληνικές και ευρωπαϊκές ελίτ επιθυμούν και χρησιμοποιούν το χρέος σαν ένα κοινωνικό εργαστήριο για να πειραματιστούν για το μέλλον μιας καταρρέουσας Ευρώπης.

Ο τελευταίος ρόγχος μιας ηττημένης ομάδας

Το συμπέρασμα, λοιπόν, είναι επιβεβλημένο: το δημοψήφισμα ήταν ένας ωμός εκβιασμός που αποσκοπούσε να θέσει τον εσωτερικό κύκλο τριτοκλασάτων τεχνοκρατών του Παπανδρέου σε θέση εκτέλεσης μέσω της κάλπης.
Η κίνηση του δημοψηφίσματος ήταν η απάντηση στην αντίδραση του ελληνικού λαού. Κανένας υπουργός της κυβέρνησης δεν εδύνατο να εμφανιστεί δημοσίως χωρίς να αποδοκιμαστεί ή να γιαουρτωθεί. Η στρατιωτική παρέλαση της επετείου της 28ης Οκτωβρίου εγκαταλείφθηκε καθώς είχαν καταλάβει τους δρόμους διαδηλώνοντας ενάντια στα μέτρα και οι περισσότερες παρελάσεις στις άλλες μεγάλες πόλεις της Ελλάδας διεκόπηκαν. Οι απεργίες, οι καταλήψεις και οι άλλες ευφάνταστες διαδηλώσεις μετέτρεψαν την Ελλάδα σε ακυβέρνητη πολιτεία. Η απονομιμοποίηση της κυβέρνησης μεταφέρθηκε από τις κάλπες των δημοσκοπήσεων στους δρόμους. Οι ελίτ που για 30 χρόνια ήταν στο απυρόβλητο, ανώτερες και σχεδόν απροσπέλαστες για τους κανονικούς ανθρώπους, για πρώτη φορά αισθάνθηκαν την κοινωνική οργή και είναι ανίκανες να την κατανοήσουν. Το δημοψήφισμα ήταν η απονενοημένη πράξη ενός καθεστώτος που δεν του είχε απομείνει ίχνος κοινωνικής αποδοχής. Αυτό είναι το πλαίσιο της περίεργης απόφασης για δημοψήφισμα, μιας απόφασης  που φαίνεται να έπιασε απροετοίμαστους ακόμα και τους ευρωπαίους εταίρους της κυβέρνησης. Δεν ήταν, όμως, μια απόφαση αναγνώρισης και αποκατάστασης των επαναλαμβανόμενων ταπεινώσεων εναντίον της Ελλάδας από την κυβέρνηση, ούτε μια επιβεβαίωση της κυριαρχίας της ενάντια στο ΔΝΤ και τη Γερμανία.
Αντιθέτως, ήταν ο τελευταίος ρόγχος μιας ξέπνοης και εντελώς ηττημένης ομάδας. Ήταν η απόπειρα του Παπανδρέου να σύρει το κεφάλι του έξω από τη θηλιά, ως άλλος βαρόνος Μιγχάουζεν, μια απέλπιδα απόπειρα ενός σωρού ερειπίων αποτυχημένων μεγαλομανών να ξανακερδίσουν την πρωτοβουλία ενάντια σε έναν ολόκληρο λαό που στενάζει να τους δει κάτω από τη σκηνή. Και όπως όλες τις τελευταίες πράξεις, είναι ένας σαφής εκβιασμός και την ίδια στιγμή ένα εκτεταμένο σημείωμα αυτοκτονίας. Ένας εκβιασμός που απευθύνεται στον πάγκο της Κ.Ο. του ΠΑΣΟΚ, που του ζητήθηκε να δώσει ψήφο εμπιστοσύνης σε μια κυβέρνηση υπό την αρχή του Τζέιμς Κάλαχαν ότι «οι γαλοπούλες δεν ψηφίζουν για να έρθουν τα Χριστούγεννα». Ένας εκβιασμός του ελληνικού λαού ότι εάν δεν αποδεχθεί τα καταστροφικά μέτρα, θα καταδικαστεί σε έξοδο από την ευρωζώνη και σε συνθήκες ζωής υποανάπτυκτου κράτους.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ευρωπαϊκές ελίτ που απευθύνθηκαν στους λαούς για επιβεβαίωση των σχεδίων τους δέχθηκαν ηχηρά αρνήσεις. Οι Γάλλοι και οι Ολλανδοί απέρριψαν το Ευρωσύνταγμα και έβαλαν τέλος στις προσδοκίες για τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού υπερ-κράτους βασισμένου σε νεοφιλελεύθερες αρχές. Η κυνική χρήση της λαϊκής βούλησης για να σωθεί όχι η Ελλάδα αλλά μια μικρή συμμορία ελίτ πολιτικών φέρνει στο νου την πολιτική αλληγορία του βραβευμένου με νόμπελ Ζοζέ Σαραμάγκου όπου οι κάτοικοι μιας ανώνυμης πρωτεύουσας που έριξαν μαζικά λευκό σε δύο συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις χωρίς κανένα προϋπάρχον πολιτικό σχέδιο ή κατεύθυνση. Η δεξιά πτέρυγα της κυβέρνησης ερμήνευσε αυτήν την πράξη ως εθνική προδοσία και ανακηρύσσει το κράτος σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Τελικά, η κυβέρνηση εγκαταλείπει την πρωτεύουσα, ευελπιστώντας ότι η επακόλουθη αταξία θα επαναφέρει το λαό στα λογικά του. Η ζωή, ωστόσο, συνεχίζεται εν ηρεμία. Τα γαλλικά και ολλανδικά δημοψηφίσματα και ο Σαραμάγκου παρουσιάζουν τις δύο προοπτικές που ανοίγονται μπροστά στους Έλληνες. Η πιθανή απάντηση των ελλήνων πολιτών, ανεξάρτητα από όποιου τέχνασμα χρησιμοποιηθεί για τη διαμόρφωση του ερωτήματος θα είναι είτε μαζική αποχή και άρα ολική άρνηση του εκβιασμού της κυβέρνησης είτε ηχηρή απόρριψη της κυβερνητικής πολιτικής.
Όποια κι αν είναι η απόφαση, η ιταλική στιγμή της κατάρρευσης του πολιτικού συστήματος έχει φτάσει για την Ελλάδα. Είναι ευθύνη της ριζοσπαστικής αντιπολίτευσης να αρχίσει να σχεδιάζει το μετα-δημοψηφισματικό πολιτικό σκηνικό της χώρας.


* Ο Κώστας Δουζίνας είναι τακτικός καθηγητής της Νομικής Σχολής των Ανθρωπιστικών Σπουδών και Τεχνών του Μπίρκμπεκ Κόλετζ του Πανεπιστημίου του Λονδίνου.



Μοιράσου το:
Facebook! TwitThis buzz! MySpace! Google! Live!

Προσθήκη νέου σχολίου