Η επί τέσσερα χρόνια εφαρμογή του άρθρου 99 σε επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν (ή δεν αντιμετωπίζουν...) οικονομικά προβλήματα έχει δείξει ότι μόνο στη σωτηρία τους δεν αποβλέπει. Εξυπηρετεί τη σωτηρία των επιχειρηματιών, που τους δίνεται η δυνατότητα να προχωρήσουν στο κλείσιμο επιχειρήσεων, χωρίς να διακινδυνεύουν οι ίδιοι και οι προσωπικές τους περιουσίες. Ακόμα και οι εργαζόμενοι που διεκδικούν οφειλόμενες αμοιβές βρίσκονται πια σε πολύ δυσμενέστερη θέση, γιατί εξομοιώνονται με οποιοδήποτε πιστωτή και εμποδίζονται να διεκδικήσουν τα νόμιμα. Τις λεπτομέρειες του αντεργατικού αυτού νομοθετικού πλαισίου εκθέτει ο εργατολόγος Τάσος Πετρόπουλος, από τον οποίο ζητήσαμε το κείμενο που ακολουθεί.
Του
Τάσου Πετρόπουλου
Την περασμένη Πέμπτη, η «Χ.Κ. ΤΕΓΟΠΟΥΛΟΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ Α.Ε.» ζήτησε από το Πρωτοδικείο της Αθήνας να αναστείλει την πληρωμή οφειλόμενων αποδοχών στους εργαζόμενους της «Ελευθεροτυπίας», επειδή έχει υποβάλει αίτηση υπαγωγής στο άρθρο 99 του Πτωχευτικού Κώδικα.
Με το άρθρο 12 του πρόσφατου νόμου 4013/2011 (ΦΕΚ Α΄204/15-9-2011) ο νομοθέτης κατάργησε τη διαδικασία συνδιαλλαγής του «δημοφιλούς» άρθρου 99 του Πτωχευτικού Κώδικα, εισάγοντας αντ’ αυτής την «προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης». Την αντικατάσταση του θεσμού της συνδιαλλαγής, τέσσερα μόλις χρόνια μετά την εισαγωγή του στην ελληνική έννομη τάξη, υπαγόρευσε πρωτίστως η πραγματικότητα της προσφυγής πολλών χιλιάδων επιχειρήσεων στις προστατευτικές διατάξεις του με μοναδικό σκοπό την προσωρινή προστασία τους από τους πιστωτές τους (εργαζόμενους, προμηθευτές, τράπεζες κ.α.) και την παρέλκυση της πτώχευσης, η οποία, όπως τα στατιστικά στοιχεία καταδεικνύουν, παρά τη μικρή συνήθως παράταση ζωής που εξασφάλιζε η υπαγωγή στο άρθρο 99, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων δεν αποφεύχθηκε.
Σκοπός της νεοεισαχθείσας διαδικασίας εξυγίανσης των άρθρων 99 – 106ι του Πτωχευτικού Κώδικα - και ως προς τούτο δεν διαφοροποιείται από την καταργηθείσα διαδικασία συνδιαλλαγής - είναι η διατήρηση, αναδιάρθρωση και ανόρθωση της επιχείρησης με τη σύναψη σχετικής συμφωνίας μεταξύ του οφειλέτη και της πλειοψηφίας των πιστωτών του.
Τροποποίηση σε βάρος
των εργαζομένων
Η διαδικασία «ανοίγματος» της διαδικασίας εξυγίανσης και επικύρωσης της σχετικής συμφωνίας από το δικαστήριο ρυθμίζεται με δεκαοχτώ μακροσκελή άρθρα, τα οποία δεν στερούνται ασαφειών και ερμηνευτικών προβλημάτων.
Σε αντίθεση, όμως, με τη συμφωνία συνδιαλλαγής, οι όροι της οποίας δέσμευαν μόνο τον οφειλέτη και τους συναινούντες σ’ αυτήν πιστωτές του, η συμφωνία εξυγίανσης δεσμεύει το σύνολο των πιστωτών, οι απαιτήσεις των οποίων ρυθμίζονται από αυτήν, ακόμα και αν δεν είναι συμβαλλόμενοι ή δεν ψήφισαν υπέρ της συμφωνίας εξυγίανσης! Περιεχόμενο δε της συμφωνίας μπορεί, ενδεικτικά, να είναι η μεταβολή των όρων των υποχρεώσεων του οφειλέτη, η μείωση των σε βάρος του απαιτήσεων, η εκποίηση περιουσιακών του στοιχείων, η κεφαλαιοποίηση υποχρεώσεών του, η μεταβίβαση της επιχείρησής του, η ρύθμιση των σχέσεων των πιστωτών μεταξύ τους, ακόμη δε και η αναστολή των ατομικών διώξεων σε βάρος του οφειλέτη (όπως π.χ. η άσκηση αγωγών, η συνέχιση δικών ή η εκτέλεση σε περιουσιακά του στοιχεία) για κάποιο διάστημα μετά την επικύρωση της συμφωνίας, διάστημα που δεν μπορεί πάντως να υπερβαίνει αναφορικά με τους μη συμβληθέντες πιστωτές τους έξι μήνες.
Ενόψει λοιπόν της δεσμευτικότητας της συμφωνίας εξυγίανσης και έναντι των μη συμβαλλόμενων πιστωτών της επιχείρησης, αλλά και των ιδιαίτερα σοβαρών κινδύνων που το περιεχόμενό της ενέχει ως προς την άσκηση, ή και διατήρηση ακόμη, των δικαιωμάτων των πιστωτών, συμβαλλόμενων και μη, καθίσταται επιτακτικό να επιδιώκουν οι «μικρότεροι» ιδίως και πιο αδύναμοι διαπραγματευτικά πιστωτές την κατά το δυνατόν πιο ενεργό συμμετοχή τους στη διαδικασία εξυγίανσης.
Σημαντικότερη ίσως κατηγορία μεταξύ των τελευταίων είναι οι εργαζόμενοι, οι οποίοι συνήθως επωμίζονται εξολοκλήρου τις εξοντωτικές συνέπειες της αποτυχίας των «εξυγιαντικών» διαδικασιών. Υπό το καθεστώς της νεοεισαχθείσας διαδικασίας εξυγίανσης, η ικανοποίηση των εργατικών απαιτήσεων μπορεί, κατά την κρίση πάντα του δικαστηρίου, να δικαιολογήσει εξαιρέσεις τόσο από τη δυνατότητα αναστολής των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη, κατά το διάστημα από την κατάθεση της αίτησης για «άνοιγμα» της διαδικασίας έως και τη λήξη της, όσο και από την αρχή της «ισότιμης μεταχείρισης» των πιστωτών που βρίσκονται στην ίδια θέση, η τήρηση της οποίας συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης από το δικαστήριο. Οι προβλέψεις όμως αυτές δεν αρκούν από μόνες τους να διασφαλίσουν τα δικαιώματα των εργαζομένων, οι οποίοι κατά τα λοιπά εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται, και από τις νέες ρυθμίσεις, ως «συνήθεις» πιστωτές του οφειλέτη.
Δεν διασφαλίζονται
οι εργαζόμενοι
Η στενή παρακολούθηση της διαδικασίας εξυγίανσης σε όλα τα στάδιά της, η επιδίωξη αναγνώρισης (ή ακόμα και πιθανολόγησης, κατά τις προβλέψεις των νέων διατάξεων) με δικαστικές αποφάσεις των απαιτήσεών τους, ώστε να διασφαλίζουν τη συμμετοχή τους στις διαδικασίες διαπραγματεύσεων και, πρωτίστως, η συμμετοχή εκπροσώπου τους και η παρέμβασή τους στην ενώπιον του Δικαστηρίου συζήτηση για την επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης είναι αναγκαία μέσα, προκειμένου να αποφευχθούν οι «παγίδες» της διαδικασίας εξυγίανσης και να κατοχυρωθούν, ει δυνατόν ακέραιες, οι εργατικές απαιτήσεις.
Σε κάθε περίπτωση, τα αρμόδια Δικαστήρια, που έχουν αναλάβει τον υπεύθυνο ρόλο να αποφασίσουν ποιες είναι οι πράγματι βιώσιμες επιχειρήσεις που αξίζει να τύχουν της προστασίας των άρθρων 99-106ι του Πτωχευτικού Κώδικα, οφείλουν, κατά την κρίση των σχετικών αιτήσεων, να προτάσσουν τα άξια προστασίας συμφέροντα των εργαζομένων που, παρά τις νέες ρυθμίσεις, παραμένουν εκτεθειμένα. Η επικείμενη έκδοση απόφασης του Πρωτοδικείου της Αθήνας για τους εργαζόμενους στην Ελευθεροτυπία θα αποτελέσει πρώτη ένδειξη για το εάν τα Δικαστήρια θα αξιοποιούν τη δυνατότητα που παρέχει το άρθρο 103 § 5 για καταβολή αποδοχών που τους οφείλονται. Διαφορετικά θα αποδειχθεί ότι βρισκόμαστε στην ίδια κατάσταση που ίσχυε πριν το Σεπτέμβριο αλλάζοντας μόνο την ορολογία μίας διαδικασίας που θα εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται ως διαδικασία κωλυσιεργίας ή εξαπάτησης, και όχι εξυγίανσης.
•
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|