Αρχείο



Το χρέος, η κρίση των τραπεζών και η οικονομική ύφεση

 

Του
Γιώργου Σταθάκη*


Μέχρι το 1974 το δημόσιο χρέος ήταν σχεδόν μηδενικό. Ο βασικότερος λόγος ήταν ότι το κράτος μεταπολεμικά είχε παραμείνει «μικρό». Οι δημόσιες δαπάνες ήταν για 30 χρόνια σταθερά στο 25% του ΑΕΠ. Το δημόσιο χρέος της Ελλάδας δημιουργήθηκε στην περίοδο 1978-1993. Τότε επεκτάθηκε το κράτος κυρίως στους τομείς της εκπαίδευσης, της υγείας και της κοινωνικής ασφάλισης. Οι δημόσιες δαπάνες αυξήθηκαν στο 40% και λίγο αργότερα σταθεροποιήθηκαν στο 44%, επίπεδο που πλησίαζε το μέσο όρο των δυτικοευρωπαϊκών οικονομιών.

Η γένεση του χρέους

Αυτή η επέκταση έγινε σε συνθήκες στασιμοπληθωρισμού και χρηματοδοτήθηκε από το δημόσιο δανεισμό. Τα δημόσια έσοδα αυξήθηκαν κατ΄ αναλογία (οι έμμεσοι φόροι και οι ασφαλιστικές εισφορές), αλλά η άμεση φορολογία δεν άλλαξε. Συνεπώς διαμορφώθηκε ένα μόνιμο έλλειμμα στον προϋπολογισμό της τάξης του 10% του ΑΕΠ. Το 1993 το δημόσιο χρέος ήταν ήδη 110% και έκτοτε μονιμοποιήθηκε, με διακυμάνσεις, εκεί.
Την περίοδο 1995-2008 η ελληνική οικονομία άλλαξε άρδην. Ακολουθώντας τα κελεύσματα της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης προσπάθησε να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα ακολουθώντας όλες τις ενδεδειγμένες πολιτικές. Ο μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας στηρίχθηκε στην πλήρη απελευθέρωση των εξωτερικών συναλλαγών, τις μαζικές ιδιωτικοποιήσεις (τραπεζών, επικοινωνιών, υποδομών, μεταφορών), την πλήρη αυτονόμηση της ιδιωτικής οικονομίας και την κεντρική ανασυγκρότηση του κόσμου των επιχειρήσεων μέσω του χρηματιστηρίου.

Η δημόσια στήριξη
της ιδιωτικής οικονομίας


Το σκληρό νόμισμα (σκληρή δραχμή το 1996-2000 και το ευρώ στη συνέχεια), ήταν θεμελιακό στοιχείο του οικονομικού μετασχηματισμού, λόγω της πλήρους εξάρτησης της νέας οικονομίας από τις ροές συναλλαγματικών πόρων (ναυτιλία, τουρισμός, ελληνικές επενδύσεις στα Βαλκάνια και την ανατολική Ευρώπη). Ο δημόσιος δανεισμός με τα χαμηλά επιτόκια συντήρησε τη δημόσια στήριξη της ιδιωτικής οικονομίας, τις «αγορές του αιώνα» και τους Ολυμπιακούς και φυσικά την ίδια την εντυπωσιακή οικονομική άνοδο (1996-2008) . Αυτός ήταν ο λόγος που δεν αποκλιμακώθηκε το χρέος, όπως αναμενόταν σε μία περίοδο γρήγορης οικονομικής ανάπτυξης και χαμηλών επιτοκίων.
Η ελληνική «ιδιαιτερότητα» του δημοσιονομικού συστήματος ήταν πλέον σαφής. Οι δημόσιες δαπάνες ήταν σχεδόν ταυτόσημες και στο ύψος και στη σύνθεση με τους ευρωπαϊκούς. Η δημόσια διοίκηση απορροφούσε 11%, οι συντάξεις 10%, η υγεία 8%, και η εκπαίδευση και άμυνα άλλο 10%, εδώ με περισσότερη άμυνα και στην Ευρώπη με περισσότερη εκπαίδευση. Στα έσοδα, επίσης, έμμεσοι φόροι και ασφαλιστικές εισφορές ήταν ταυτόσημες. Η φορολογία, όμως, των φυσικών προσώπων και των επιχειρήσεων έδινε στην Ελλάδα συστηματικά λιγότερο κατά 5,5% του ΑΕΠ από ότι στις ευρωπαϊκές χώρες. Συνεπώς, ως αποκλειστική αιτία του ελλείμματος πρέπει να θεωρηθεί η φοροασυλία που απολαμβάνουν οι ευκατάστατες τάξεις στην Ελλάδα.

Η «λύση» της εσωτερικής
υποτίμησης


Με την κρίση τα παραπάνω ακυρώθηκαν, πρωτίστως επειδή ακυρώθηκε η δυνατότητα νέου δανεισμού και συντήρησης των ελλειμμάτων. Η επιλογή του μνημονίου υποτίθεται ότι θα θεράπευε τα προβλήματα μέσω της εσωτερικής υποτίμησης, της βίαιης προσαρμογής μισθών, συντάξεων και εισοδημάτων χωρίς να χρειαστεί να θιγούν οι βασικές δομές που μας κληροδότησε το παρελθόν. Για το λόγο αυτό απέτυχε παταγωδώς καθώς δεν έθιγε τα αίτια, του δημοσιονομικού προβλήματος, οπότε κάθε μέτρο περικοπής μετατρεπόταν σε σχεδόν ισοδύναμη ύφεση, που ακύρωνε το μέτρο αυτό.
Τα μνημόνια έγιναν δύο, τα μέτρα βάθυναν, η ελληνική οικονομία συρρικνώθηκε με απίστευτους ρυθμούς (η μείωση του ΑΕΠ κατά 15% σε τρία χρόνια αποτελεί ιστορικό ρεκόρ για δυτική χώρα) και το χρέος εκτοξεύθηκε στο 150%. Μια πιο ιστορική ματιά θα είχε αναγνωρίσει ότι η ελληνική οικονομία δεν είχε μόνο ρεκόρ ελλειμματικών προϋπολογισμών, διαρκώς και αδιαλείπτως από το 1979 μέχρι σήμερα, αλλά και ρεκόρ αποτυχημένων σταθεροποιητικών προγραμμάτων (1985-87, 1990-93, 1996-2000, 2004-07).
Το μνημόνιο παρά τα σκληρά μέτρα απέτυχε να ισοσκελίσει τον προϋπολογισμό. Το έλλειμμα το 2011 είναι μεγαλύτερο του 2010, και το 2012, παρά τα ακραία μέτρα που ψηφίστηκαν θα παραμείνει μακριά από τους στόχους. Η κεντρική ιδέα που αποτυπώνεται στις εκθέσεις του ΔΝΤ, θέλει το κράτος να διαλύεται, τις δημόσιες δαπάνες να επιστρέφουν στο 32% και τα δημόσια έσοδα να μένουν στο 38%, προκειμένου το πλεόνασμα αυτό να ξεπληρώσει τα δάνεια. Αυτό είναι προφανώς ανέφικτο ιστορικά, αδιανόητο κοινωνικά και οικονομικά καταστροφικό.

Το πρόβλημα
είναι ευρωπαϊκό


Στην Ευρώπη τώρα, οι πολιτικές διαχείρισης της κρίσης απέτυχαν επίσης παταγωδώς. Η ιδέα ήταν απλή. Κάθε χώρα να αντιμετωπίσει την κρίση μόνη της. Δόθηκαν αρχικά κάποια χρήματα για τις τράπεζες και στη συνέχεια με διάφορα τεχνάσματα προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν την κλιμάκωση της κρίσης.
Όταν εκδηλώθηκε η ελληνική κρίση επιδιώχθηκε η απομόνωση της. Η αναχρηματοδότηση του ελληνικού χρέους μέσω της ίδρυσης ενός αρχικά έκτακτου μηχανισμού, που θα διαμεσολαβούσε με τις αγορές και θα δανείζονται από αυτές με γερμανικές και γαλλικές εγγυήσεις αποδείχθηκε πεπερασμένης εμβέλειας. Η Ιρλανδία και η Πορτογαλία προστέθηκαν σύντομα, μετά η κρίση κτύπησε την Ισπανία και πιο πρόσφατα την Ιταλία, ενώ σε εύθραυστη κατάσταση είναι η Γαλλία . Η πιστοληπτική ικανότητα πληθώρας χωρών υποβαθμίστηκε, ανάμεσα τους του Βελγίου, της Αυστρίας, της Κύπρου, ενώ οι χώρες της ανατολικής Ευρώπης βρέθηκαν σύντομα σε αδιέξοδο.
Διαδοχικές αποφάσεις των ευρωπαίων ηγετών έσερναν τα θέματα και άλλαζαν τις αποφάσεις ανά δίμηνο. Ο EFSF από έκτακτος έγινε μόνιμος. Οι δανειακές συμβάσεις αρχικά είχαν ξορκίσει κάθε σκέψη για αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους. Μετά έγινε η πρώτη συμφωνία για το κούρεμα του ελληνικού χρέους στις 21 Ιουλίου, - που πρακτικά καταργήθηκε την επομένη, και τον Οκτώβρη έγινε 50% για να φθάσει στο σημερινό 65%. Τα 440 δισ. του EFSF έγιναν 800, αλλά τελικά ο μηχανισμός δεν βρίσκει να δανειστεί μακροχρόνια. Η κεντρική ευρωπαϊκή τράπεζα άλλαζε αποφάσεις κάθε μήνα.
Σήμερα τρία χρόνια μετά την κρίση δεν υπάρχει κανένα αξιόπιστο σχέδιο διαχείρισης του ελληνικού δημόσιου χρέους και κανένα σχέδιο για τη διαχείριση της κρίσης στην Ευρώπη.

Εκ γενετής ανωμαλίες

Οι συμφωνίες για δημοσιονομική πειθαρχία δεν απαντούν στο ερώτημα αυτό. Επαναφέρουν μια παλιά συζήτηση που είχε τεθεί από την αρχή και αφορούσε την αρχιτεκτονική του ευρώ σύμφωνα με τη συνθήκη του Μάαστριχτ του 1992. Τότε είχε επισημανθεί ότι το νέο νόμισμα θα είχε δύο βασικά προβλήματα. Πρώτον, δεν προβλεπόνταν ευρωπαϊκός προϋπολογισμός, ο οποίος θα μπορούσε να στηρίζει τους άνισους ρυθμούς ανάπτυξης των εθνικών οικονομιών. Δεύτερον, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, απόκτησε ασφυκτικό πλαίσιο λειτουργίας που δεν της επέτρεπε να παρεμβαίνει στις οικονομικές εξελίξεις.
Τότε θεωρήθηκε ότι τα προβλήματα αυτά θα τα αντιμετώπιζε το «σύμφωνο σταθερότητας», η προσκόλληση δηλαδή σε κάποιους κανόνες αναφορικά με τα δημόσια ελλείμματα και το δημόσιο χρέος. Η ιδέα αυτή δεν τηρήθηκε στην πράξη. Το ευρώ ξεκίνησε με τις περισσότερες χώρες να αποκλίνουν από τα κριτήρια που είχαν τεθεί. Αυτό που δεν εφαρμόστηκε επί 20 χρόνια, σε περίοδο οικονομικής ανόδου, επιστρέφει σήμερα, με τις προτροπές της Γερμανίας, σε συνθήκες κρίσης, ως λύση για το ευρώ, με μηδαμινές όμως πιθανότητες να πετύχει.
Ενδιάμεσα δημιουργήθηκε η εντύπωση, ή η ψευδαίσθηση, ότι μπορεί και να μην χρειαζόταν να παρθούν μέτρα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ευρωπαϊκή οικονομία είχε πτώση το 2008 και το μισό του 2009, αλλά μετά επέδειξε πολύ ικανοποιητική ανάκαμψη. Με ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ στο 2% και της Γερμανίας στο 3,5%, φάνηκε προς στιγμή ότι η κρίση θα μπορούσε να ξεπεραστεί με τη λογική του «δωρεάν επιβάτη», πατώντας στις πλάτες της επεκτατικής πολιτικής των ΗΠΑ και της Κίνας, χωρίς να χρειαστεί να αλλάξει τίποτα στον ευρωπαϊκό «χουβερισμό».

Από την ψευδαίσθηση
στην καταιγίδα


Η ψευδαίσθηση αυτή μετατράπηκε σε καταιγίδα το 2011. Μια μόνο τράπεζα που χρεοκόπησε απαίτησε 120 δισ., όσο ήταν το ελληνικό πακέτο αναχρηματοδότησης του χρέους, και τα πλασματικά στρες τεστ των ευρωπαϊκών τραπεζών απέκρυψαν, μόνο προς στιγμή, την πραγματική έκθεση των ευρωπαϊκών τραπεζών, - γαλλικών, γερμανικών, ισπανικών και ιταλικών. Σήμερα η κρίση χρέους είναι δευτερεύον θέμα, έναντι του μείζονος της κρίσης των τραπεζών. Με τη σειρά της η κρίση των τραπεζών θα είναι δευτερεύον θέμα έναντι της ύφεσης της πραγματικής οικονομίας. ΄Ηδη υπάρχει επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας (στο δεύτερο εξάμηνο του 2011) και κινδυνεύει να μετατραπεί σε βαθιά ύφεση το 2012. Η Ευρώπη παραμένει η μόνη εκτεθειμένη περιοχή στις επιβουλές των αγορών, με τις περισσότερες οικονομίες σε αδυναμία να δανειστούν και με τον κίνδυνο να βουλιάξει σε μια συνολική ύφεση.

* Ο Γιώργος Σταθάκης είναι καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Το κείμενο αποτελεί περίληψη της ομιλίας του Γ. Σταθάκη στο Ινστιτούτο Χάινριχ Μπελ του κόμματος των Πρασίνων, στο συνέδριο που διοργανώθηκε στο Βερολίνο για την «Κρίση στην Ελλάδα» στις 23 και 24 Ιανουαρίου. Το συνέδριο συνοδεύτηκε από τιμητική έκθεση και προβολή του έργου του ζωγράφου Γιάννη Ψυχοπαίδη.



Μοιράσου το:
Facebook! TwitThis buzz! MySpace! Google! Live!

Προσθήκη νέου σχολίου