Η δήλωση του κ. Χρυσοχοΐδη ότι δεν είχε διαβάσει το μνημόνιο όταν το ψήφισε, ξεσήκωσε θύελλα αρνητικών σχολίων, που κινήθηκαν όμως στα όρια του προφανούς. Μάλιστα, ο αποτροπιασμός που εκδηλώθηκε, μου φαίνεται κάπως υποκριτικός κι αυτό αποδεικνύεται από την συνήθη πρακτική των ψηφοφοριών στο ελληνικό κοινοβούλιο. Γιατί, πόσες φορές οι βουλευτές ψήφισαν με βάση τη δική τους κρίση; Αφού στην πραγματικότητα όποιος μέχρι τώρα εκλεγόταν βουλευτής του δικομματισμού, στη βουλή δεν ήταν (εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων) τίποτα περισσότερο από ένα κουκί και μάλιστα δεδομένο για το κόμμα του. Οπότε, τι αξία θα είχε να διαβάζει τα νομοσχέδια που ψηφίζει;
Επιπλέον, πόσες φορές (τουλάχιστον τα τελευταία είκοσι χρόνια) έγινε πραγματική συζήτηση πάνω σε κάποιο νομοσχέδιο προς ψήφιση, δηλαδή ακούστηκαν τα επιχειρήματα υπέρ και κατά, και όπου η επιχειρηματολογία της κυβέρνησης ήταν ασθενής έναντι των επιχειρημάτων της αντιπολίτευσης, ακυρώθηκαν ή τροποποιήθηκαν τα νομοσχέδια κατάλληλα; Με πόσα ψευδή επιχειρήματα π.χ. πέρασε πρόσφατα το νομοσχέδιο της κ. Διαμαντοπούλου για τα Πανεπιστήμια, στα οποία δεν δόθηκε καμία πειστική απάντηση;
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, από τη μία μεριά ήταν τα επιχειρήματα και από την άλλη ήταν τα κουκιά (δηλαδή οι κυβερνητικοί βουλευτές). Βέβαια, κι αυτών ο λόγος είχε δομή επιχειρημάτων –όμως μόνο δομή. Αρκούσε να λένε «το νομοσχέδιο είναι καλό επειδή... (το κενό συμπληρώνεται με οτιδήποτε σημαίνει κάτι καλό για το νομοσχέδιο και κακό για τις αντιρρήσεις) και τελικό κριτήριο αλήθειας ήταν τα κουκιά.
Έτσι, προς τι η ανάγκη να διαβάσει ο κ. Χρυσοχοΐδης το μνημόνιο; Τι θα άλλαζε; Άλλωστε, ξεχνάμε πόσοι συμβιβασμοί χρειάζονται (στις περισσότερες των περιπτώσεων), για να αναδειχθεί κανείς στα υψηλότερα κομματικά αξιώματα; Και με την απαράβατη αρχή ότι η προσωπική γνώμη είναι σεβαστή, εφ’ όσον συμφωνεί με την κομματική γραμμή. Οπότε, τι είδους συζήτηση και διαπραγμάτευση θα μπορούσε να γίνει για τόσο σοβαρά και κρίσιμα θέματα σε έναν πολιτικό χώρο, στον οποίο η διαφορετική προσωπική γνώμη ήταν μόνο για τους διαδρόμους και όχι κοντά σε τοίχους (που, ως γνωστόν, έχουν αυτιά);
Αυτό που έχει σοκάρει τους διάφορους μεγαλοπασόκους, ώστε να αναγκάζονται να καταφεύγουν σε τέτοιες μαθητικές δικαιολογίες, είναι στην πραγματικότητα το τεράστιο μέγεθος της αποτυχίας τής πολιτικής την οποία στήριξαν, αποτυχία που οδήγησε τη χώρα στην καταστροφή (την οποία άλλωστε ο μεταχουντικός δικομματισμός προετοίμασε και επιτάχυνε στα πλαίσια μάλιστα του εκσυγχρονισμού). Μια αποτυχία μπροστά στην οποία τα παραδοσιακά πολιτικά όπλα, δηλαδή τα ψεύτικα λόγια και η πλειοψηφία στα κουκιά, είναι πια ένα τίποτα.
Κώστας Καραλής
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|