Αρχείο



Η πράξη έχει ανάγκη τη συλλογικότητα

130 εκφραστές διαφόρων μορφών της τέχνης εκθέτουν τα έργα τους μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου στο κτίριο της ξιφασκίας του πρώην αεροδρομίου Ελληνικού. Στόχος της έκθεσης, όπως και των υπολοίπων εκδηλώσεων, είναι η μετατροπή των 6.000 και πλέον στρεμμάτων καθώς και των κτιρίων που υπάρχουν, με ένα μικρό κόστος, σε έναν τόσο αναγκαίο για την Αττική δημόσιο πνεύμονα πρασίνου και πολιτισμού. Μιλήσαμε με τέσσερις από τους καλλιτέχνες για τη σημασία του δημόσιου χώρου στη πνευματική και καθημερινή ζωή των πολιτών.
Λήδα Καζαντζάκη

 

Βιώνουμε μια περίοδο γενικευμένης έκπτωσης και εκποίησης αξιών, ιδεών και δημόσιων χώρων σε μια χώρα, σε μια πόλη, την πρωτεύουσά της, που ούτως ή άλλως έχει υποστεί μια δραματική συρρίκνωση των δημόσιων χώρων της. Πιστεύετε ότι οι καλλιτέχνες με τη δράση τους είναι σε θέση να αναστείλουν αυτήν την καταστροφική πορεία;
Νικόλας Κληρονόμος:
Πιστεύω ότι οι καλλιτέχνες μπορούν να συμβάλουν στην αντίσταση ενάντια στη γενικευμένη έκπτωση της ίδιας της ζωής, βεβαίως με το έργο τους αλλά και με τη φυσική τους παρουσία σε κοινωνικούς αγώνες.
 

Βασίλης Παφίλης: Ο δημόσιος, αστικός χώρος είναι ένα δημιούργημα της κοινωνίας που τον διέπλασε και τον χρησιμοποιεί εξ ανάγκης. Καθρεφτίζει ταυτόχρονα την ίδια και τον πολιτισμό που αυτή παράγει. Αποτυπώνει, διαφορετικά κάθε φορά, την αισθητική της εκάστοτε εποχής, την ευαισθησία απέναντι στον άνθρωπο και τον καθημερινό χώρο που τον περιβάλλει.

Κικί Περιβολάρη: Το έργο τέχνης, που η δημιουργία του υπακούει στους κανόνες της «εσωτερικής αναγκαιότητας», είναι ένα ζωντανό ον, «εμψυχωμένο από μία πνευματική πνοή». Το έργο τέχνης ζει, δρα και είναι ικανό να προκαλέσει πνευματικές αλλαγές. Η τέχνη λέει ο Καντίνσκι δεν είναι δημιουργία χωρίς σκοπό αλλά δύναμη που εξυπηρετεί την ανάπτυξη και την ευαισθητοποίηση της ανθρώπινης ψυχής.

Έρση Χατζηαργύρου: Όχι. Δυστυχώς η ιστορία έχει δείξει ότι οι καλλιτέχνες των εικαστικών τεχνών δύσκολα συνεργάζονται για κάποιο σκοπό κι ακόμα δυσκολότερα αναλαμβάνουν πολιτικές δράσεις. Μπορούν βέβαια να συνυπάρξουν ως μοχλοί πίεσης, όπως π.χ. στην έκθεση του Ελληνικού. Εδώ, βέβαια, μπαίνει το ερώτημα αν αυτού του είδους οι «μαζικές» εκδηλώσεις με παράθεση ατομικοτήτων έχει το ζητούμενο αποτέλεσμα. Δεν θά ‘ταν καθόλου το ίδιο αν η έκταση του Ελληνικού καταλαμβανόταν με πρωτοβουλία των ίδιων των καλλιτεχνών με γλυπτά, εγκαταστάσεις in situ, ζωγραφική και παντός είδους δράσεις. Άλλωστε, στον εκμαυλισμό των ιδεών - αξιών, ο χώρος των εικαστικών τεχνών χρησιμοποιήθηκε καταρχάς ως φυτώριο και στη συνέχεια ως θερμοκήπιο. Δεν είναι δύσκολο να απομονώσεις την τέχνη από το γνωστικό της στοιχείο καθιστώντας την μαζορέτα κοινωνικών και πολιτικών εκδηλώσεων, ούτε χρειάζεται ιδιαίτερος κόπος ώστε το έκθεμα να συρρικνωθεί μόνο στο θέαμα.

Ποιος είναι ή θα έπρεπε να είναι ο δημόσιος χαρακτήρας της τέχνης;
Ν.Κ.:
Η τέχνη πρέπει να πάψει να φιλοξενείται σε εξειδικευμένους και μόνο χώρους που δημιουργούν ένα αίσθημα ψυχρότητας στο κοινό. Τα έργα τέχνης πρέπει να βρίσκονται στους χώρους που συγκροτούν την καθημερινότητα των ανθρώπων, χωρίς να χάνουν την αισθητική τους αξία. Επιπλέον, πιστεύω ότι η παράλληλη συνύπαρξη διαφόρων μορφών της τέχνης δημιουργεί τη βάση για μια αρμονική διαπαιδαγώγηση τού κόσμου. Σημαντικό ζήτημα πάντως εξακολουθεί να είναι η μη σωστή διδασκαλία των εικαστικών τεχνών στο δημόσιο σχολείο όπου τα αποκαλούμενα καλλιτεχνικά αποτελούν κατά βάση μια άνευ σημασίας ώρα διδασκαλίας.

Β.Π.: Ο καλλιτέχνης συμβάλλει στη διαμόρφωση του δημόσιου λόγου μέσα από την παρεμβατική παρουσία τού έργου του στο αστικό περιβάλλον. Έτσι του δίνεται μια ευκαιρία να σπάσει την κυρίαρχη, δημόσια σιωπή και να προκαλέσει ένα δημόσιο διάλογο και μια δημόσια συζήτηση.

Κ.Π.: Θεατής και έργο τέχνης βρίσκονται συνέχεια σ’ έναν εσωτερικό διάλογο, πότε συνειδητά και πότε ασυνείδητα. Την ασυνείδητη σχέση ο καλλιτέχνης πρέπει να την μεταβάλει αναγνωρίζοντας το χρέος του απέναντι στην τέχνη και επομένως παίρνοντας θέση απέναντι σε μια κοινωνία του θεάματος, που τείνει να έχει τα τελευταία χρόνια χαρακτηριστικά ροκοκό.

Ε.Χ.: Η τέχνη θα έπρεπε να είναι δημόσια, δηλαδή κτήμα των πολλών και όχι ένα κατεξοχήν ιδιωτικοποιημένο χρηματιστήριο των ολίγων. Ο δημόσιος χαρακτήρας της τέχνης θα διαμόρφωνε απόψεις και αισθητική και θα διαπαιδαγωγούσε δημιουργούς και κριτές με πιο ολοκληρωμένο τρόπο. Καθοριστικό ρόλο για τέτοιου είδους εγχειρήματα θα όφειλε να παίξει το κράτος: Στη Γαλλία τα αρχιτεκτονικά γραφεία χρειάζονται υπογραφή γλύπτη - ζωγράφου για να συμμετάσχουν σε δημόσιο διαγωνισμό. Στην Ελλάδα οι συνθήκες είναι άθλιες: Τα δημόσια έργα σύγχρονης τέχνης είναι ελάχιστα έως ανύπαρκτα και αυτό δεν δικαιολογείται από την έλλειψη δημόσιων χώρων, καθώς το πείραμα του Athens by Art έδειξε ότι η Αθήνα κάλλιστα μπορεί να φιλοξενήσει έργα στους ήδη υπάρχοντες χώρους της.

Ατομικότητα και συλλογικότητα: Ένα δίλημμα για το σύγχρονο καλλιτέχνη;
Ν.Κ.:
Για έναν πραγματικά σύγχρονο καλλιτέχνη δεν νομίζω ότι αυτό αποτελεί δίλημμα, διότι ως δημιουργός φυσικά και λειτουργεί ως άτομο, αλλά ταυτόχρονα συμμετέχει σε συλλογικότητες μέσα από κοινές δράσεις. Η σωστή συλλογικότητα είναι κατά τη γνώμη μου αυτή που συντίθεται από ώριμες ατομικότητες. Διαφορετικά, μιλάμε για μια αδιαμόρφωτη ομάδα τυχαίων, κοινωνικών συνδυασμών.

Β.Π.: Ο συνολικός χαρακτήρας της τέχνης έχει άμεση σχέση με τη συμπεριφορά των πολιτών τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Αυτοί, πιστεύω, μπορούν να τον καθορίσουν και να τον καθοδηγήσουν θυμίζοντας διαρκώς πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος τους. Ο δημόσιος χώρος, ειδικά, αφορά όλους τους ανθρώπους, ανήκει, δικαιωματικά, στις συλλογικότητες, στο παρελθόν και στο παρόν της τέχνης.

Κ.Π.: Δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να υπάρξει ατομικότητα χωρίς συλλογικότητα και συλλογικότητα χωρίς ατομικότητα. Εκπαιδεύουμε το «εγώ», για να γίνουμε «εμείς», και το «εμείς» έχει ανάγκη από ένα εκλεπτυσμένο «εγώ» που δεν ζει με αναισθησία.

Ε.Χ.:Σε μια κοινωνία που στηρίζεται ιδεολογικά στον ατομικισμό, αυτός κυριαρχεί και στην τέχνη. Ήδη, από το 19ο αιώνα, η καλλιτεχνική αγωνία για το «πώς θα δείξω τον κόσμο» αντικαταστάθηκε από το υπαρξιακό άγχος «πώς θα με δείξω στον κόσμο». Υπήρξαν βεβαίως πολλές συλλογικές προσπάθειες και μανιφέστα, κυρίως τον 20ό αιώνα με τις κοσμογονικές κοινωνικές αλλαγές και ανατροπές, αλλά σήμερα, ο ατομικισμός πάλι φαντάζει κυρίαρχος: ακόμη και η κατεξοχήν τωρινή συλλογική έκφραση των γκράφιτι, τελικά στην ατομικότητα οδεύει. Η τέχνη εμφορείται από την κυρίαρχη ιδεολογία, καθώς η αγορά διαμορφώνει αξίες και συμπεριφορές, επενδύοντας στον καλλιτέχνη ως ανταγωνιστικό άτομο. Συνάμα όμως η τέχνη αφουγκράζεται και εκφράζει τις ανησυχίες και τις αντιθέσεις που η κοινωνία γεννάει.
Θα μπορούσατε να θεωρήσετε την τέχνη ως μέσο αναστοχασμού και αναπροσδιορισμού του δημόσιου χώρου;

Ν.Κ.: Εάν η τέχνη εκληφθεί από την πολιτεία ως άξονας αναφοράς και θεωρηθεί κοινωνικό αγαθό, βεβαίως μπορεί να συμβάλει στον αναστοχασμό αλλά και στον αναπροσδιορισμό του δημόσιου χώρου. Εάν όχι, τότε αποτελεί ένα χώρο δράσης για μερικούς παράξενους συμπολίτες μας, απροσάρμοστους και «άχρηστους»,δηλαδή μη παραγωγικούς για το κοινωνικό σύνολο.

 Β.Π.: Στην αρχαιότητα και συγκεκριμένα στην πόλη των Αθηνών, οι πολίτες είχαν την τύχη να βιώνουν την τέχνη μέσα στην καθημερινότητά τους. Με αυτόν τον τρόπο εξοικειώνονταν με τα έργα τέχνης και ταυτόχρονα διαπαιδαγωγούνταν από αυτά. Σήμερα στις σύγχρονες ευρωπαϊκές πόλεις επιχειρείται μια ανάλογη προσέγγιση της τέχνης με την τοποθέτηση καλλιτεχνημάτων στο δημόσιο χώρο. Αντίθετα, στη σημερινή πόλη της Αθήνας, ο δημόσιος χώρος συρρικνώνεται και υποβαθμίζεται καθημερινά. Ο πολίτης της δεν έχει τη δυνατότητα να καταφύγει σ’ αυτόν επαναπροσδιορίζοντάς τον.

Κ.Π.: Σε ιδανικές κοινωνίες ο δημόσιος χώρος θα έπρεπε να είναι από μόνος του ένα έργο τέχνης, που να έχει παραχθεί από όλους εμάς χωρίς αρχιτεκτονικά σχήματα που να τρυπούν τα μάτια και άλλες ασχήμιες. Δυστυχώς όμως τα χαρακτηριστικά της αρμονίας, της ομορφιάς και της ευαισθησίας δεν είναι αυτονόητα. Το ζητούμενο δεν είναι πώς η τέχνη θα κυριαρχήσει μέσα από τη φόρμα (κι εδώ μπαίνουν τα πάντα) αλλά πώς η φόρμα θα υπηρετήσει την ύπαρξη.

Έ.Χ.: Δε νομίζω ότι υπάρχει πια χρόνος αναστοχασμού. Συγχωρέστε μου την απάντηση, αλλά νιώθω την αφόρητη πίεση των γεγονότων που ζούμε και το τέλος χρόνου για πολλές λειτουργίες που χρειάζονται κανονικές συνθήκες πίεσης και θερμοκρασίας. Χρειάζεται άμεσα πράξη και η πράξη αυτή έχει ανάγκη τη συλλογικότητα. Ο αναπροσδιορισμός του δημόσιου χώρου ως προς τις προτεραιότητές του δεν αφορά μόνο την τοποθέτηση γλυπτών αλλά τη ζωτική ανάγκη των παιδιών για παιδικές χαρές (που θα μπορούσαν να δουλευτούν από αρχιτέκτονες, γλύπτες και ζωγράφους), την ανάγκη χώρων περιπάτου για όλους (κι εδώ μπορούν να τοποθετηθούν έργα τέχνης), αλλά και τη ζωτική ανάγκη πρασίνου που είναι το οξυγόνο της αναπνοής μας. Και να γίνει συνείδηση ότι η δημιουργία και η διατήρηση, κυρίως, όλων των παραπάνω αποτελούν ψηφίδες πολιτισμού.
 



Μοιράσου το:
Facebook! TwitThis buzz! MySpace! Google! Live!

Προσθήκη νέου σχολίου