Η κατακερματισμένη Αριστερά δεν μπορεί να μας πάει μακριά

Με αφορμή το κείμενο που δόθηκε στη δημοσιότητα και συνυπέγραψαν 99 άνθρωποι της τέχνης («Εποχή», 13.11.2011), το οποίο πάει ένα βήμα παραπέρα από ανάλογα κείμενα που έχουν δει το φως της δημοσιότητας και διατυπώνει το αίτημα για ενότητα της Αριστεράς, κάναμε μια συζήτηση με δύο εκ των υπογραφόντων, τον Γιάννη Λεοντάρη, σκηνοθέτη και τη Μαρία Μαγγανάρη, ηθοποιό, μέλη και οι δύο της ομάδας Κανιγκούντα, για την πολιτική συγκυρία, το ρόλο της Αριστεράς και αυτόν των καλλιτεχνών.

Τη συνέντευξη πήρε
η Ζωή Γεωργούλα
Στο κείμενο που δώσατε στη δημοσιότητα και συνυπογράψατε διατυπώνετε το αίτημα για ενότητα της Αριστεράς. Θεωρείτε ότι υπάρχει εύφορο έδαφος ή αυτό το αίτημα αποτελεί μια διακαή επιθυμία;
Γιάννης Λεοντάρης: Πριν απαντήσει κάποιος σε αυτό το ερώτημα πρέπει να αναρωτηθεί ποιος είναι ο ρόλος και οι πιθανές επιλογές της Αριστεράς σήμερα. Το κείμενο που δημοσιοποιήσαμε ξεκινάει από τη διαπίστωση ότι οι θεσμοί της δημοκρατίας δεν λειτουργούν. Μάλιστα, πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για να πει κάποιος ότι έχει επιβληθεί κοινοβουλευτική δικτατορία: μια κυβέρνηση που δεν είναι εκλεγμένη, της οποία ο χρόνος ζωής είναι άδηλος, στην οποία συμμετέχει η ακροδεξιά χωρίς την ψήφο του λαού, και μια οικονομική δικτατορία από τις αγορές. Σε μια τέτοια συνθήκη, όπου η αστική δημοκρατία καταλύεται, η Αριστερά έχει τρεις δρόμους μπροστά της. Ο ένας είναι να διαχειριστεί την κρίση στηρίζοντας τη δοτή κυβέρνηση. Ο άλλος δρόμος είναι να υπερασπιστεί την αστική δημοκρατία. Ο τρίτος δρόμος είναι η επανάσταση. Αν απορρίψει τον πρώτο δρόμο και για τον τρίτο θεωρεί ότι οι συνθήκες δεν είναι ώριμες -λες και η επανάσταση θα ρωτήσει τα κόμματα της Αριστεράς πριν έρθει...-, τότε, τουλάχιστον, ας υπερασπιστεί με νύχια και με δόντια την αστική δημοκρατία. Η Αριστερά θα μπορούσε σήμερα να συσπειρώσει μεγάλο τμήμα των ψηφοφόρων σε ένα ανένδοτο αγώνα για εκλογές εδώ και τώρα. Αυτό το ελάχιστο δεν το κάνουν τα κόμματα της Αριστεράς, δεν παίρνουν την ευθύνη που τους αναλογεί. Θα έπρεπε όλοι, από αύριο το πρωί να καθίσουμε κάτω στην άσφαλτο, γύρω από τη Βουλή, απαιτώντας εκλογές.
Μαρία Μαγγανάρη: Η δική μου αίσθηση είναι ότι αυτό το οποίο συζητάμε, δεν αφορά μόνο την ελληνική Αριστερά. Η αμηχανία της Αριστεράς υπάρχει σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο καπιταλισμός περνάει σε όλο και πιο άγρια φάση. Σε όλο τον κόσμο φουντώνουν αυθόρμητα κινήματα ως αποτέλεσμα αυτής της αγριότητας (π.χ. οι αγανακτισμένοι ή το «Καταλάβατε τη Γουόλ Στριτ»), και όλη αυτήν την αντίδραση η Αριστερά, παγκόσμια, δεν ξέρει τι να την κάνει. Διότι υπάρχει ένα πολύ κομβικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί: σε ποιο βαθμό επεμβαίνεις στον καπιταλισμό; Συγκρούεσαι μαζί του ή προσπαθείς να τον βελτιώσεις; Η δική μου ουτοπία έχει ανάγκη μια συγκρουσιακή Αριστερά. Είναι καλοδεχούμενες οι αυθόρμητες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, αλλά χωρίς κανένα πολιτικό πλαίσιο δεν καταφέρνουν κάτι. Η αγωνία μου, λοιπόν, είναι πώς, με ποιο τρόπο μπορεί η Αριστερά να γίνει «σαρωτική». Νομίζω ότι χωρίς άνοιγμα, συνεργασία και κοινή δράση όλων των αριστερών δυνάμεων αυτό δεν μπορεί να γίνει.
Γ.Λ.: Αυτή η συζήτηση, όμως, γινόταν και πριν από έξι μήνες. Αυτή τη στιγμή υπάρχει μπροστά μας το επείγον: η υπεράσπιση της δημοκρατίας. Δεν είναι τυχαίο αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα με τον Παπαδήμο και στην Ιταλία με τον Μόντι. Εμείς συνυπογράψαμε ένα κείμενο θέλοντας να πούμε στην Αριστερά συνολικά: μπροστά σας έχετε ένα πολιτικό κενό, κάντε κάτι για να το καλύψετε. Εάν αυτοί που έχουν τη δυνατότητα σήμερα να συσπειρώσουν το 25% του εκλογικού σώματος την ώρα που ο δικομματισμός έχει εξευτελιστεί στα μάτια του λαού, σωπαίνουν και μένουν κατακερματισμένοι, η Αριστερά θα εξαφανιστεί, όπως στην Ιταλία και θα καταντήσει «κεντροαριστερά». Ας ενωθούν επιτέλους σε ένα μίνιμουμ πρόγραμμα. Οι νεοφιλελεύθερες δυνάμεις συνασπίζονται προβάλλοντας στην κοινή γνώμη συγκεκριμένους στόχους. Ας το κάνει και η Αριστερά, ενωμένη, με στόχους: άμεσες εκλογές και άρνηση πληρωμής του τοκογλυφικού χρέους. Μας απειλούν με το φόβητρο της στάσης πληρωμών. Μα η στάση πληρωμών έχει ήδη συμβεί! Παίρνω ένα μισθό, τον οποίο η κυβέρνηση μου τον ξαναπαίρνει πίσω ολόκληρο μέσω των παρανοϊκών χαρατσιών.
Μ.Μ.: Η αστική δημοκρατία είναι σαν ένα μπαλόνι που από καιρού εις καιρόν φουσκώνει και ξεφουσκώνει, δοκιμάζοντας τα όρια της. Τώρα το μπαλόνι έχει σκάσει. Νομίζω ότι χρειάζεται η Αριστερά να ενωθεί και πάλι σε μαρξιστική βάση. Σαφώς η ανάλυση έχει προχωρήσει αλλά ας θέσουμε τρία προτάγματα που να εκπορεύονται από εκεί.
Το κάλεσμα που διατυπώνεται στο κείμενο δεν προτάσσει χαρακτηριστικά εθνικής ενότητας ή αντιμνημονιακού συνασπισμού, αλλά την ενότητα της Αριστεράς σε προγραμματική βάση.
Γ.Λ.: Μέσα στις παρούσες συνθήκες εξαθλίωσης, δεν με ενδιαφέρουν καθόλου ούτε η εθνική ενότητα ούτε η εξασφάλιση της 6ης δόσης ούτε η σωτηρία του ευρώ. Εκκρεμεί να ξαναθυμηθούμε τη λέξη «αντίσταση».
Μ.Μ.: Ούτε το δικό μου πρόταγμα είναι η εθνική ενότητα. Δεν προσδιορίζομαι έτσι. Αυτό που μας καθορίζει είναι η ταξική μας θέση, αυτό το στοιχείο χρειάζεται να καθορίζει τον τρόπο διεκδίκησης της Αριστεράς απέναντι στην κυρίαρχη πολιτική.
Υπάρχει μια εκκωφαντική σιωπή από την πλευρά των ανθρώπων της τέχνης.
Μ.Μ.: Και στους διανοούμενους και στους καλλιτέχνες ενυπάρχει η ταξική διάκριση. Όσοι ασχολούνται με την τέχνη, δεν αποτελούν ένα συμπαγές σώμα. Δεν διεκδικούμε όλοι τα ίδια πράγματα, οπότε δεν γίνεται να εκφράζουμε όλοι τον ίδιο λόγο. Σε κάποιες περιπτώσεις υπάρχει σιωπή, κάποιοι άλλοι επικροτούν το «συμμάζεμα»(!) που συντελείται αυτή τη στιγμή στη χώρα, υπάρχει και μια κίνηση ορισμένων διανοουμένων που, κατά τη γνώμη μου, μιλά και δεν λέει τελικά τίποτα.
Γ.Λ.: Υπάρχουν και κάποιοι που μιλούν πολύ, όπως ο Λαζόπουλος. Χειρίζεται εξαιρετικά τους κώδικες της επιθεώρησης. Η επιθεώρηση, ως αυθεντικό συντηρητικό «εργαλείο», ανέκαθεν αποκάλυπτε τα αυτονόητα και οδηγούσε τη λαϊκή αγανάκτηση στη μουσικοχορευτική εκτόνωση. Ο Λαζόπουλος μιλά, και μάλιστα σε μεγάλο ακροατήριο, αλλά τι λέει; Δανείζεται από το στόμα της Αριστεράς την αγανάκτηση και τα αιτήματα και τελικά τα εκτονώνει μουσικοχορευτικά. Πολλοί καλλιτέχνες φοβόμαστε να μιλήσουμε, διότι καλλιεργείται μια στρεβλή εντύπωση ότι συντηρούμαστε από το κράτος. Η υποχρέωση της πολιτείας απέναντι στον πολιτισμό έφτασε να θεωρείται «χατίρι». Σε λίγο θα μας πουν ότι χρωστάμε στο ΥΠΠΟ τις επιχορηγήσεις και πρέπει να τις επιστρέψουμε πίσω με τόκο. Μέσω της συλλογικής ενοχής, οι καλλιτέχνες αισθάνονται άβολα, διότι έχουν κάνει δουλειές με επιδοτήσεις του υπουργείου Πολιτισμού και σιωπούν. Είναι ο ίδιος μηχανισμός του «μαζί τα φάγαμε» του Πάγκαλου, που προφανώς δεν ήταν μια έξαρση αυθορμητισμού, αλλά μια οργανωμένη επιχείρηση να σπείρει το μικρόβιο της συλλογικής ενοχής σε εύφορο έδαφος.
Μ.Μ.: Μαζί με τη συλλογική ενοχή υπάρχει επίσης και η άποψη που καλλιεργείται πολύ τώρα τελευταία: αφού δεν θα μπορούμε να καταναλώνουμε ασύστολα -ποιοι άραγε είχαν αυτή τη δυνατότητα ως τώρα;- θα έχουμε την ευκαιρία «να ξαναβρούμε τον άνθρωπο μέσα μας» και «να απολαύσουμε τις απλές χαρές της ζωής». Έτσι μας χρυσώνουν το χάπι της φτώχειας. Μου φαίνεται εξαιρετικά επικίνδυνη αυτή η... μόδα.
Πώς επιβιώνουν οι ηθοποιοί αυτήν την περίοδο;
Μ.Μ.: Οι περισσότεροι ηθοποιοί που γνωρίζω, έχουν αναγκαστεί κάποια στιγμή να ετεροαπασχοληθούν. Αυτό, βέβαια, συμβαίνει εδώ και χρόνια. Αυτή την ανασφάλεια τώρα τη βιώνουν περισσότεροι άνθρωποι σε όλους τους χώρους. Κάτι διαταράσσεται πιο συλλογικά.
Γ.Λ.: Το ζήτημα του βιοπορισμού του καλλιτέχνη, κατά τη γνώμη μου, δεν συνδέεται με την κρίση, είναι εγγενές ζήτημα του καπιταλισμού. Δεν πρέπει να ξεχωρίζουμε τον καλλιτέχνη από τους υπόλοιπους εργαζόμενους που η δουλειά τους θεωρείται «μη παραγωγική».
Μ.Μ.: Βεβαίως, και δεν αφορά μόνο τους καλλιτέχνες. Έχει να κάνει με την περίφημη ανταποδοτικότητα, τι θεωρείς ότι το κάθε πράγμα σου αποφέρει ως κέρδος. Φαίνεται και στα πανεπιστήμια από το πώς συρρικνώνεται ο τομέας των ανθρωπιστικών επιστημών. Η εξουσία στην Ελλάδα χρησιμοποιεί την τέχνη ως άλλοθι και ως βιτρίνα όποτε τη χρειάζεται (π.χ. στους Ολυμπιακούς αγώνες).
Στο χώρο του θεάτρου, επίσης, παρατηρείται τα τελευταία χρόνια μια πολυδιάσπαση. Πάρα πολλές θεατρικές ομάδες, πάρα πολλές σκηνές. Υπάρχει η προοπτική των συνενώσεων και είναι ευκτέα;
Γ.Λ.: Με τα νέα δεδομένα, πλέον το σχήμα της μικρής ομάδας που ελπίζει ανεβάζοντας καλές θεατρικές παραστάσεις να επιβιώσει μέσα από αυτό, έχει τελειώσει με ευθύνη της πολιτείας. Το μοντέλο ενός μεγάλου θεάτρου που έχει μόνιμο προσωπικό και ανεβάζει δικές του παραγωγές, έχει επίσης τελειώσει. Τι προωθείται σήμερα: κίνητρα σε μεγάλες θεατρικές επιχειρήσεις, για να υπαλληλοποιήσουν τις θεατρικές ομάδες.
Μ.Μ.: Ένας τρόπος επιβίωσης των ομάδων θα μπορούσε ενδεχομένως να είναι η αυτοδιαχείριση, καταλαμβάνοντας έναν από τους άπειρους χώρους που έχουν αφεθεί να ρημάζουν, όπως το εγχείρημα που συμβαίνει τώρα στο παλιό θέατρο «Εμπρός» με πρωτοβουλία της Κίνησης Μαβίλη.
Γ.Λ.: Δεν νομίζω ότι υπάρχει λόγος καλλιτεχνικής συνένωσης των διαφορετικών ομάδων αν δεν υπάρχει ουσιαστική ανάγκη για κάτι τέτοιο. Οι πρωτοβουλίες για κοινή δράση όμως είναι σήμερα ό,τι καλύτερο μπορεί να συμβεί.
Η τελευταία παράσταση της ομάδας Κανιγκούντα ήταν η «Πόλη – κράτος», που παίχτηκε στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών και στο Θέατρο Τέχνης, θα συνεχίσετε και κάπου αλλού;
Γ.Λ.: Η παράσταση αυτή, επειδή ήταν τόσο καταιγιστικές οι εξελίξεις, είναι πια ξεπερασμένη ως κείμενο. Γράφτηκε πέρυσι και μιλούσε για το τέλος της δημοκρατίας, για την ανάληψη της διακυβέρνησης από τραπεζίτες. Ο Χριστοφοράκος ανήκει πια στο παρελθόν. Αν είχε αντέξει λίγο ακόμα, σήμερα μπορεί να ήταν υπουργός.
Μ.Μ. : Ήδη δουλεύουμε για την επόμενη παράσταση. Λέγεται «Μεσοπόλεμος» και θα παρουσιαστεί τον Μάρτιο. Είναι μια σύνθεση πάνω σε κείμενα του μεσοπολέμου -μιας περιόδου που φαίνεται να έχει πολλά κοινά με το σήμερα, π.χ. Κραχ του ‘29 και που δυστυχώς έδωσε χώρο σε ολοκληρωτικές ιδεολογίες με αποτέλεσμα το Β’ παγκόσμιο πόλεμο.
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|