Η αρχή της λύσης θα προκύψει από τη νεολαία

Πρώτη συνάντηση με τον συγγραφέα της «Πρώτης λέξης» και με κερδίζει από την πρώτη ώρα η αίσθηση ότι συνομιλώ με ένα άνθρωπο που έχει το πάθος για τη συγγραφή και την έρευνα που αναδύεται από τα βιβλία του, που «ζει αυτά που θέλει να γράψει και δεν γράφει αυτά που ζει», που αγαπά τον άνθρωπο και πιστεύει στους νέους. Η αμετανόητη τάση μου να ταυτίζω το έργο με το δημιουργό, με έχει φέρει συχνά σε δύσκολη θέση. Στην περίπτωση του Βασίλη Αλεξάκη, όμως, η συνομιλία μαζί του ήταν αεράκι στα πανιά μου. Όπως και η ανάγνωση των βιβλίων του. Αυτή τη θετική και υποστηρικτική ενέργεια δεν κουράζεται να την προσφέρει.
Ζ.Γ.
Τη συνέντευξη πήραν
η Ζωή Γεωργούλα
και ο Θωμάς Τσαλαπάτης
Η αναζήτηση για τη γέννηση και την εξέλιξη της γλώσσας επανέρχεται τακτικά στα βιβλία του Βασίλη Αλεξάκη σαν κινητήρια δύναμη για τη συγγραφή και μοιάζει σαν να αναλαμβάνει το ρόλο του παθιασμένου δημοσιογράφου ή του ερευνητή, για να την ικανοποιήσει. Τι προηγείται, η περιέργεια ή η στοιχειοθέτηση του μύθου; «Αναγκάζομαι να διαπιστώσω ότι οι γλώσσες είναι κεντρικό θέμα σε τρία βιβλία μου, αν και δεύτερο κεντρικό θέμα. Διότι πάντα το θέμα είναι μυθιστορηματικό και πάνω σε αυτό χτίζεται μια έρευνα ή μια αναζήτηση γύρω από τη γλώσσα. Δεν γράφω αυτά που ζω, αλλά ζω αυτά που θέλω να γράψω. Δεν δικαιολογείται σε ένα μυθιστόρημα να κάνει κάποιος αυθαιρεσίες, άλλωστε έχω ένα τεράστιο πεδίο ελεύθερο, το ίδιο το μυθιστόρημα. Το θέμα της έρευνας έχει ενδιαφέρον για μένα στο βαθμό που παράγει ιστορίες, διότι όλες οι λέξεις έχουν να πουν μια ιστορία, αλλά και γιατί αυτή η διαδικασία βοηθάει στην ανάπτυξη του μυθιστορήματος, η οποία με τη σειρά της βοηθάει στην έρευνα. Υπάρχει ένα διάλογος. Στην περίπτωσή μου, πάντως, η έρευνα εκφράζει μια αγάπη, όχι μια επιστημονική περιέργεια. Δεν είμαι γλωσσολόγος που αφηγείται μια ιστορία».
Σε αυτά τα βιβλία [«Η μητρική γλώσσα» (1995), «Οι ξένες λέξεις» (2003) και «Η πρώτη λέξη» (2011)] η εξερεύνηση της γλώσσας μοιάζει σαν εργαλείο για τη διαχείριση της ιδέας ή του βιώματος της απώλειας. «Το θέμα και στα τρία βιβλία που συζητάμε είναι ο θάνατος. Στη Μητρική γλώσσα είναι ο θάνατος της μάνας, οπότε η επιστροφή στα ελληνικά λειτουργεί ως υποκατάστατο της φωνής της μάνας. Στις Ξένες λέξεις είναι ο θάνατος του πατέρα, που ο αφηγητής δεν αντέχει να τον εκφράσει στη γλώσσα του πατέρα και χρειάζεται μια νέα γλώσσα για να είναι λιγότερη επώδυνη η αναφορά. Στην Πρώτη λέξη είναι ο θάνατος του αδελφού. Σε σχέση με το θάνατο της μάνας μου, ίσως μέσα από τις ελληνικές λέξεις έψαχνα να βρω τη φωνή της μάνας μου. Με την αφρικάνικη γλώσσα που έμαθα για τις Ξένες λέξεις ήταν ακριβώς το αντίθετο. Δηλαδή στον πατέρα μου, ο οποίος
ήταν ηθοποιός και λίγο παραμυθάς, θα άρεσε να μιλήσω για κείνον σε μια άγνωστη τελείως γλώσσα και στους δυο μας, θα τον διασκέδαζε. Στην Πρώτη λέξη το ότι η αδελφή αναγκάζεται να μπει στα χωράφια του αδελφού του αμέσως μετά το θάνατό του, είναι ένας τρόπος να τον κρατήσει ζωντανό, να συνομιλεί μαζί του σε ένα νέο είδος σχέσης, διότι αυτός πια δεν μιλάει και έχει πάρει το λόγο η αδελφή».
Επικοινωνεί και γράφει τα βιβλία του σε δύο γλώσσες, ελληνικά και γαλλικά, με την ίδια ευχέρεια, ενώ έμαθε και μια αφρικανική γλώσσα, τα σανγκό, για χάρη της συγγραφής. Αισθάνεται άραγε να απομακρύνεται από τη μητρική του γλώσσα και τα βιώματά της; «Καμία γλώσσα δεν σε απομακρύνει από τις άλλες. Αντίθετα, ερχόμενος σε επαφή με άλλες γλώσσες ανακαλύπτεις πτυχές της δικής σου γλώσσας. Και λόγω των γνώριμων λέξεων που συναντάς, αλλά και λόγω των διαφορών. Στην αφρικανική σανγκό, ας πούμε, χρησιμοποιούν την άρνηση στο τέλος της πρότασης, εμφανίζουν όλα τα πράγματα θετικά, ακόμα και το θάνατο. Είναι μια γλώσσα αισιόδοξη μέχρι την τελευταία λέξη. Αυτή είναι μια παρατήρηση που σε βάζει σε σκέψεις για τα ελληνικά ή τα γαλλικά που δηλώνουν την άρνηση νωρίς σε μια πρόταση».
Η γλώσσα
ως πολιτικό εργαλείο
Η επικοινωνία των γλωσσών κατά την εξέλιξη τους, που αποδεικνύεται και από την επιστημονική έρευνα, έχει και πολιτική αξία. Αφαιρεί το επιχείρημα της ανωτερότητας της μιας γλώσσας έναντι της άλλης. «Με ενδιέφερε πολύ και η πολιτική πλευρά. Να δοθεί μια απάντηση στους απανταχού εθνικιστές για την υπεροχή της γλώσσας που ο καθένας τους υπερασπίζεται. Χάρηκα πολύ που υποστηρίχθηκε αυτό και επιστημονικά. Πόσες ξένες λέξεις έχουν από την αρχαιότητα ακόμη τα ελληνικά... Πράγμα, μάλιστα, που ο Πλάτωνας δεν το αναφέρει καθόλου, σαν να μην υποψιάζεται ότι τα ελληνικά έχουν δανειστεί ξένες λέξεις, ότι οι γλώσσες επικοινωνούν. Αυτό οφείλεται και στη δική του θεωρία, με την οποία καπελώνει τη γλώσσα, ότι η γλώσσα είναι ένα θείο δημιούργημα. Όταν ξεκινάς έτσι, αυτοπεριoρίζεσαι, δεν αφήνεις περιθώρια έρευνας».
Ζούμε σε μια εποχή που η γλώσσα λειτουργεί και ως εργαλείο αποπλάνησης από τους πολιτικούς. «Η γλώσσα μοιραία παρακολουθεί τις πολιτικές εξελίξεις. Αυτό το διαπιστώσαμε και στη Χούντα, που υιοθέτησε ένα πολύ συγκεκριμένο λεξιλόγιο, και με τον Αντρέα Παπανδρέου, που εισήγαγε νέους όρους. Εδώ και καιρό βρισκόμαστε σε μια περίοδο που η πολιτική κάνει χρήση της γλώσσας για να εξαπατά. Οι λέξεις έχουν σημασία. Στα σάνγκο η λέξη πολιτικός σημαίνει απατεώνας και τίποτα άλλο. Είναι μάλλον μια λέξη που έφτασε εκεί μέσω των Γάλλων και της δόθηκε αυτή η έννοια».
Η γλώσσα υπάρχει όπως χρησιμοποιείται για να πραγματώνει την επικοινωνία αυτών που την μιλούν. Συχνά έχει ταλαιπωρηθεί και έχει ταλαιπωρήσει λόγω εκείνων που επιμένουν να την αντιλαμβάνονται ως ανάμνηση και όχι ως παρόν. Ζούμε μια τέτοια περίοδο σήμερα; «Μια καλή περίοδος για τη γλώσσα ορίζεται και από το αν η γλώσσα ανανεώνεται από τον κόσμο και όχι από την ηγεσία. Όπως έγινε στη μεταπολίτευση. Χρειάζεται η γλώσσα να είναι ελεύθερη. Και απευθύνομαι κυρίως στους μεγαλύτερους, διότι από μια ηλικία και μετά νοσταλγούν τη γλώσσα που έμαθαν στο σχολείο και αγανακτούν όταν αυτή η γλώσσα τείνει να εξαφανιστεί. Μα είναι μοιραίο, διότι και οι ίδιοι οι άνθρωποι που έμαθαν αυτή τη γλώσσα τείνουν να εξαφανιστούν. Οι γλωσσολόγοι δεν ανησυχούν για αυτό το φαινόμενο. Στην Ελλάδα υπάρχουν τρία φρένα: η ακαδημαϊκή συντήρηση, που επηρεάζει και το υπουργείο Παιδείας, η εκκλησία, η οποία δεν έχει παραδεχθεί ότι η επίσημη γλώσσα είναι η δημοτική. Η εκκλησία μάλιστα δεν επιτρέπει να μεταφραστούν τα εκκλησιαστικά κείμενα στη δημοτική, υπάρχει και άρθρο στο Σύνταγμα που το απαγορεύει. Δεν ξέρω άλλη χώρα στον κόσμο όπου το Σύνταγμα να επεμβαίνει σε γλωσσικά θέματα. Το τρίτο στοιχείο αντίδρασης είναι η ίδια η ελληνική διοίκηση. Είναι αδιανόητο, ας πούμε, να μην ισχύει η δημοτική για τα κύρια ονόματα».
Η θρησκεία του χρήματος
Τα σύνορα στις γλώσσες καλά κρατούν. Το όραμα της ενωμένης Ευρώπης κλονίζεται, τη στιγμή που μια ενιαία νεοφιλελεύθερη πολιτική επιχειρείται να επιβληθεί σε όλους τους λαούς των χωρών του κοινού νομίσματος. Υπάρχει ελπίδα αντίστασης; «Το ζήτημα που προκύπτει πίσω και πάνω από όλα αυτά είναι τι ζωή θέλουμε να κάνουμε. Θα έπρεπε να σταματήσουν όλα και να ξεκινήσει μια συζήτηση για το τι ζωή θέλουμε. Αυτός θα ήταν ένας τρόπος να αντιμετωπιστούν αυτά τα προβλήματα. Η επιδίωξή μας ποια είναι τώρα; Να ξαναμαζέψουμε λεφτά και να ξαναρχίσει η κατανάλωση; Για αυτό το «όραμα» αγωνιζόμαστε και αγωνιούμε; Αυτός ο τρόπος ζωής ήδη από τον Μάη του 68 είχε καταδικαστεί από μια μερίδα της νεολαίας. Μοιάζει σαν να κάνουμε μπρος πίσω. Νομίζω ότι οι νέοι έχουν τεράστιο ρόλο να παίξουν τώρα. Προς αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε και το κίνημα των Αγανακτισμένων. Πριν ένα μήνα περίπου είδα τον Στεφάν Εσέλ στη Νορμανδία και παρακολούθησα μια ομιλία του για την άνοιξη στις αραβικές χώρες. Κάποια στιγμή διαπίστωσε ότι το γαλλικό κοινό μιλούσε για τη θρησκεία σε αυτές τις χώρες και για το πόσο επικίνδυνη είναι. Ο μονοθεϊσμός βέβαια δεν επιτρέπει τη μετριοπάθεια και το ίδιο ισχύει και για τις δικές μας μονοθεϊστικές θρησκείες. Ο Εσέλ συμφώνησε μεν, αλλά τους είπε κάτι πολύ ενδιαφέρον, ότι θρησκεία δεν είναι αυτή που εμπνέεται από έναν θεό, υπάρχει και η δική μας θρησκεία, αυτή του χρήματος που μας κάνει εξίσου φανατικούς. Την ίδια καταγγελία που αρθρώνουν οι Γάλλοι για τους μουσουλμάνους την έκανε για τη δυτική κοινωνία. Θέλω να ελπίζω ότι η περίοδος κρίσης θα φέρει μια ανανέωση, όμως πρέπει να ανοίξει η συζήτηση που προαναφέραμε, την οποία όλοι σχεδόν αποφεύγουν. Εγώ μάλιστα διαφωνώ με αυτούς που λένε για τους νέους ότι δεν ξέρουν τι ακριβώς θέλουν. Βέβαια δεν το ξέρουμε, το θέμα είναι να το βρούμε, τώρα πρέπει να ανοίξει η συζήτηση. Εδώ που φτάσαμε, φτάσαμε λόγω βεβαιοτήτων, όχι λόγω αμφιβολιών. Η αρχή της λύσης θα προκύψει από τη νεολαία».
Εκκλησία: η πρώτη
ελληνική επιχείρηση
Η πολιτική των ευρωπαϊκών ελίτ επικρέμαται και πάνω από τους Γάλλους πια. Οι Γάλλοι έχουν αγανακτήσει ή βρίσκουν καταφύγιο στο στερεότυπο του τεμπέλη Έλληνα; «Οι Γάλλοι είναι σαν ζαλισμένοι από την κρίση και το φόβο μη χάσουν τη δουλειά τους. Ο παριζιάνος που ήταν παλιότερα υπερόπτης ή εθνικιστής, είναι σήμερα φοβισμένος. Μεγάλη αλλαγή. Ίσως λοιπόν οι Αγανακτισμένοι να προκύψουν και στη Γαλλία. Το κλίμα όσον αφορά την Ελλάδα είναι μάλλον θετικό και σε αυτό παίζουν ρόλο και οι έλληνες πανεπιστημιακοί στη Γαλλία. Ωστόσο, η Ελλάδα χάνει συνεχώς έδαφος στη Γαλλία. Για παράδειγμα, συρρικνώνεται η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών. Αυτό που κερδίζει έδαφος συνεχώς και με ένταση στη Γαλλία είναι η επίθεση εναντίον της ελληνικής εκκλησίας. Εφημερίδες δημοσιεύουν συχνά γελοιογραφίες για το σκάνδαλο της εκκλησιαστικής περιουσίας που δεν φορολογείται. Είναι μέγα θέμα και αποτελεί και συχνή ερώτηση που δέχομαι, στην οποία απαντώ ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα που ζητιανεύει καθισμένη στους πρόποδες ενός βουνού από χρήματα που είναι η εκκλησιαστική περιουσία. Η εκκλησία είναι η πρώτη ελληνική επιχείρηση με υποκαταστήματα σε όλες τις γειτονιές, τα οποία δεν έχουν υποστεί καμία κατάληψη. Σε αυτό η γαλλική κοινωνία αντιδρά πάρα πολύ. Οι Γάλλοι δεν λένε δεν θα σας πληρώνουμε επειδή είστε τεμπέληδες, όπως ακούγεται στη Γερμανία, αλλά: δεν θα πληρώνουμε εμείς για να μην πληρώνουν οι παπάδες σας».
Αυτός ο λόγος όμως που δίκαια απασχολεί τους Γάλλους, παρότι εκφέρεται εν μέρει από την αριστερά, δεν υιοθετείται σθεναρά από τους Έλληνες. «Πρόκειται για μια από τις πολύ συντηρητικές όψεις της ελληνικής κοινωνίας, άκρως συντηρητική. Η αντιμετώπιση της εκκλησίας από το μέσο έλληνα είναι σχεδόν η αντιμετώπιση ενός ακροδεξιού. Στην Ελλάδα όταν αναφέρομαι σε αυτό το ζήτημα υπάρχει μια αντίδραση, με το επιχείρημα ότι η εκκλησία κάνει κάποιες αγαθοεργίες. Μα αυτό το κάνω κι εγώ, δεν χρειάζεται να είμαι πάμπλουτος».
Εν αναμονή, λοιπόν, μιας νέας συνάντησης με τον Βασίλη Αλεξάκη, μέσω του επόμενου βιβλίου του. «Η ιδέα είναι κάποιος που δεν μπορεί να περπατήσει και περιφέρεται σε έναν κήπο του Παρισιού, τον κήπο του Λουξεμβούργου, γιατί δεν μπορεί να πάει παραπέρα. Είναι ένας κήπος που έχει παίξει ρόλο σε πολλά γαλλικά μυθιστορήματα, στους Άθλιους, στους Τρεις σωματοφύλακες, και στη γαλλική ιστορία, και ο ήρωας φαντάζεται ότι επανέρχονται εκεί όλοι οι ήρωες της παιδικής του ηλικίας». Αυτό το βιβλίο υπήρξε αφορμή για μια συναρπαστική εξερεύνηση, στις κατακόμβες του Παρισιού.
Το ταξίδι σε μια άλλη γλώσσα
Βασίλης Αλεξάκης
«Οι ξένες λέξεις»
Εξάντας, 2003
(...) Το βιβλίο του Αλεξάκη θυμίζει πόσο συναρπαστική περιπέτεια μπορεί να σταθεί η σπουδή μιας ξένης γλώσσας. Ένα ταξίδι στον κόσμο άγνωστων συμβόλων και σημείων και ταυτόχρονα ταξίδι επιστροφής στη νηπιακή ηλικία, καθώς επαναφέρει στη μνήμη εκείνη την καταχωνιασμένη αγαλλίαση, όταν τα γράμματα της μητρικής γλώσσας σχημάτισαν, για πρώτη φορά, συλλαβές και αναδύθηκαν τα πρώτα ονόματα που ήρθαν και έδεσαν με τα οικεία πρόσωπα. Αν ο Αλεξάκης αφηγείτο μια ερωτική ιστορία, όπως έχει κάνει στο παρελθόν, ουδείς θα διενοείτο να αμφισβητήσει τον χαρακτηρισμό μυθιστόρημα για το καινούργιο του βιβλίο. H προσήλωση όμως του ήρωά του - «ενός διάσημου συγγραφέα», ονόματι Νικολαΐδης, ετών 52, το 1999 που διαδραματίζεται η ιστορία - σε μια γλώσσα, εκ πρώτης όψεως, ξενίζει ως θέμα μυθιστορήματος. Τελικά, ωστόσο, πρόκειται για μια ιστορία μεγάλου πάθους σαν αυτές που συναντούμε σε όλα τα μεγάλα μυθιστορήματα. Όταν άλλοι άνδρες μέσης ηλικίας, όπως ο γάλλος δημοσιογράφος και φίλος του ήρωα ή ο εκδότης του, ερωτεύονται μικρές προς αναζωογόνηση των γερασμένων κυττάρων, αυτός καταφεύγει σε μια νέα γλώσσα, τόσο νέα και ζωντανή ώστε να διατηρεί ακόμη τη μουσική της. «Σαν ελιξίριο νεότητας» λειτουργεί η εκμάθησή της, καθώς μάλιστα ο ήρωας επιλέγει μια παρθένο της Κεντρικής Αφρικής, χωρίς αραβικές προσμείξεις.
Μικρή γλώσσα και παραγκωνισμένη, ούτε στα σχολεία της χώρας όπου μιλιέται διδάσκεται ούτε κανείς Ευρωπαίος θέλει να τη μάθει, οπότε ο ήρωας μένει με την ικανοποίηση του μοναδικού εραστή της. Έλληνας, όπως δηλώνει και το όνομά του, κάτοικος Γαλλίας επί 28 συναπτά έτη, σε ένα ξέσπασμα ρομαντισμού, παρομοιάζει την αφρικανική γλώσσα με τη δημοτική, που μιλούσε παιδί στο σπίτι του. Και εκείνη, στη δεκαετία του ‘50, κατατρεγμένη, ούτε στα σχολεία διδασκόταν ούτε η δημόσια διοίκηση την αναγνώριζε.
Ωστόσο η σχέση του ήρωα με τη νέα γλώσσα περιπλέκεται, καθώς τυγχάνει δίγλωσσος, όπως λέμε δίγαμος, με δύο να τον διεκδικούν. Αρχικά η μία σύζυγος και η άλλη ερωμένη, με την πάροδο των χρόνων και οι δύο σύζυγοι, μία στην Αθήνα, μία στο Παρίσι. Και πάντα μια μικρή ταραχή, όταν περνά από τη μία στην άλλη, με το καθένα μυθιστόρημα να γράφεται δύο φορές. Τελικά όμως ο ήρωας τις βαρέθηκε και αντί να εμβαθύνει στις ανάγκες τους και να γίνει δεινότερος νομέας τους, αναζήτησε τη συγκίνηση σε μια καινούργια γνωριμία.
Μυθιστόρημα που θα χαρακτηριζόταν και στοχαστικό, αφού πληθαίνουν οι σκέψεις γύρω από τη δομή μιας γλώσσας, τη σχέση της με τον γενέθλιο τόπο και τον χαρακτήρα του λαού που τη μιλάει. Και οι συνειρμοί του ήρωα συχνά - πυκνά πολιτικοποιούνται, όπως όταν φθάνουν στους μετανάστες και στη γλωσσική τους καταπίεση. (...)
Ο Αλεξάκης όμως είναι ένας επαγγελματίας συγγραφέας και γνωρίζει ότι δεν αρκούν σκέψεις και παρατηρήσεις, όσο εύστοχες και αν είναι, για το στήσιμο ενός μυθιστορήματος. Γι’ αυτό και προσθέτει το άρωμα του ταξιδιωτικού. (...)
Το σίγουρο κέρδος από το μυθιστόρημα του Αλεξάκη είναι η λέξη «κεκερεκε», που αποδίδει στα σάνγκο το λάλημα του πετεινού, το ελληνιστί «κουκουρίκου». Μόνο που στα σάνγκο σημαίνει αύριο. Με ένα «κεκερεκε» θα τελείωνε το μυθιστόρημά της η Μάργκαρετ Μίτσελ στα σάνγκο.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Αναδημοσίευση από «Το Βήμα» (15/6/2003)
Λυτρωτική αναζήτηση
Βασίλης Αλεξάκης
«Η πρώτη λέξη»
Εξάντας, 2011
(...) Αυτή τη φορά ο Αλεξάκης κατόρθωσε να γράψει, με πρόσχημα τις λέξεις, ένα αισιόδοξο μυθιστόρημα γύρω από ένα δυσάρεστο θέμα, όπως είναι μια βαριά αρρώστια που καταλήγει στο θάνατο. (...) Κανένα, ωστόσο, από τα μυθιστορήματα του Αλεξάκη, ούτε καν τα τρία, στα οποία παθιάζεται με τις λέξεις («Η μητρική γλώσσα» (1995), «Οι ξένες λέξεις» (2003) και το τελευταίο του «Η πρώτη λέξη»), δεν είναι εγκεφαλικά εγχειρήματα. Πρόθεσή του φαίνεται να είναι το εγκυκλοπαιδικό πλάτεμα του αναγνωστικού ορίζοντα μέσα από ένα συναισθηματικά φορτισμένο μυθιστορηματικό σύμπαν. Συνήθως πλάθει τον αφηγητή ως ένα alter ego του, ενώ, σε ορισμένα, όπως στις «Ξένες λέξεις», αυτοβιογραφείται. Κατ’ εξαίρεση, στο πρόσφατο, εμπιστεύεται το ρόλο του αφηγητή σε μια γυναίκα, δανείζοντας ορισμένα από τα δικά του χαρακτηριστικά στο νεκρό. Πρόκειται για έναν Αθηναίο, καθηγητή συγκριτικής φιλολογίας στη Σορβόννη, που ενδιαφέρεται για τις γλώσσες, τις τοπικές διαλέκτους και γενικά την ιστορία της ανθρώπινης λαλιάς. Αυτό αποτελεί ερασιτεχνική ενασχόληση. Τη χρησιμοποιεί όμως και ως άλλοθι για ταξίδια ανά τον κόσμο, τα οποία τον ενθουσιάζουν. Στο Παρίσι πήγε 24 ετών, τον πρώτο χρόνο της δικτατορίας των συνταγματαρχών, και εκεί έμεινε μέχρι τέλους. Πέθανε το βράδυ της Πρωτοχρονιάς του 2008, στα 65 του. Ουσιαστικά επρόκειτο για προαναγγελθέντα θάνατο, αφού, ένα χρόνο πριν, είχε βάλει «μπαλονάκι» και στα μέσα Δεκεμβρίου είχε έρθει το έμφραγμα. Μόνο που εκείνος αγνόησε τις προειδοποιήσεις, ανεβαίνοντας μέχρι και στην Κοδιλιέρα των Άνδεων. Τα Χριστούγεννα, πάντως, φάνηκε να συνέρχεται και τα πέρασε με την οικογένειά του και την αδελφή του, που ζούσε στην Αθήνα. Αυτός ήταν ο μόνος κοντινός του άνθρωπος. Απόμακρη η σύζυγος, καθώς σε ένα γάμο οι διαφορές γίνονται με τα χρόνια περισσότερο αισθητές και οι ερωτικές αταξίες καταλήγουν μέρος της έγγαμης συμβίωσης. Ακόμη πιο απόμακρη η 28χρονη κόρη, που του μιλάει στα γαλλικά και αναζητά στον εραστή πατρικό υποκατάστατο. (...)
Εκείνα τα τελευταία Χριστούγεννα, που οι γύρω του πίστευαν ότι απολαμβάνει το γεύμα και την κουβέντα, εκείνος αποχαιρετούσε τις μικρές απολαύσεις και την ίδια στιγμή, ήλπιζε. Κι αυτή μια τυπική ανθρώπινη κατάσταση, που ο Αλεξάκης αποτυπώνει με ενάργεια. Σε αυτήν την αμφίθυμη διάθεση, ο ήρωάς του εξέφρασε, εν τη ρύμη του λόγου, την επιθυμία να μάθαινε προτού πεθάνει, ποια είναι η πρώτη λέξη που ξεστόμισε ο άνθρωπος. Η αδελφή του πήρε την επιθυμία του τοις μετρητοίς και μετά το θάνατό του ξεκίνησε να βρει αυτήν την πρώτη λέξη για να του την πει και να ησυχάσει η ψυχή του. Ολόκληρο το μυθιστόρημα έχει τη μορφή του χρονικού ανεύρεσης της πρώτης λέξης. Έτσι το αποκαλεί η αδελφή του, εξομολογούμενη ότι, καθώς το γράφει, έχει την αίσθηση ότι εκείνος οδηγεί το χέρι της. (...) Διαβάζει τις σημειώσεις και τα βιβλία του, επισκέπτεται ερευνητικά ινστιτούτα και μουσεία, στα οποία εκείνος σύχναζε, κυρίως, συνομιλεί με τους ειδικούς που εκείνος συγχρωτιζόταν. Λειτουργεί, δηλαδή, σαν ένας παθιασμένος με το θέμα του δημοσιογράφος. Το υποτιθέμενο γραπτό της είναι ό,τι ακριβώς χρειάζεται το ευρύ κοινό για να μάθει ποικίλα και περίεργα δεδομένα της παλαιοντολογίας και της λειτουργίας του εγκεφάλου. Γνωσιολογικά αντικείμενα, ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, αφού αποκαλύπτουν στον άνθρωπο τις ρίζες του και τον τρόπο που λειτουργεί ο ίδιος ως οντότητα.
Ο έλληνας αναγνώστης, διαβάζοντας το μυθιστόρημα, ανακαλεί κάποια βιβλία, με τα οποία πρωτομυήθηκε σε αυτά τα θέματα. Για παράδειγμα, η αναφορά στον καθηγητή νευρολογίας Ζαν Πιερ Σανζέ θυμίζει το βιβλίο του «Ο νευρωνικός άνθρωπος», έκδοση προ εικοσιπενταετίας του Λάμπη Ράππα, που είχε στήσει την πρώτη συστηματική σειρά επιστημονικών βιβλίων. Ενώ, όσα παραθέτει για τη γλώσσα των κωφών έρχονται ως μυθιστορηματικό συμπλήρωμα στο βιβλίο του Όλιβερ Σακς «Βλέποντας φωνές». (...)
Στον Αλεξάκη, η παρουσία των νεκρών και η συνομιλία μαζί τους έρχονται φυσικά, σαν επακόλουθο μιας ακατανίκητης νοσταλγίας. Κατά τα άλλα, σοφά επιλέγει ως αφηγήτρια την αδελφή, που, μάλιστα, ζει σε άλλο τόπο. Αν η σχέση ήταν αμεσότερη, ο πόνος του θανάτου θα ήταν τόσο οξύς, ώστε η συγγραφή ενός παρόμοιου χρονικού δεν θα φαινόταν πειστική. Ενώ, έτσι βιώνεται μια απώλεια ζωής, που μοιάζει με βαθύ τραύμα, από εκείνα που αργούν να επουλωθούν.
Το χρονικό γράφεται σε Αθήνα και Παρίσι, δίνοντας την ευκαιρία για συγκρίσεις, στις οποίες φανερώνεται, για ακόμη μια φορά, η δυσμενής διάθεση του συγγραφέα απέναντι στην ελληνική πραγματικότητα. Κυρίως, όμως, γράφεται στις κατοικίες του νεκρού, που διατηρούν αισθητή την παρουσία του. Η αφήγηση εστιάζει σε όλα εκείνα τα μικροπράγματα, που κάποιος φυλάει σαν πολύτιμα ενθύμια και των οποίων η αξία χάνεται με το θάνατό του. Παρόμοιες περιγραφές δείχνουν την συγγραφική ευαισθησία, όπως και οι περιγραφές από κάποιες παρισινές και αθηναϊκές γειτονιές. Στις προσφιλείς του Αλεξάκη, γνωστές από τα προηγούμενα βιβλία του, προστίθεται η γειτονιά της Πλατείας της Αγίας Βαρβάρας στην Καλλιθέα, που έχει μετονομαστεί σε Πλατεία Κυπρίων Αγωνιστών. Εκεί κοντά, στην Οδό Φιλαρέτου, τοποθετεί το πατρικό του, με το περιβόλι και το παράσπιτο. Ο μυθοποιητικός τρόπος του δεν διαφέρει από τις εξωραϊστικές αφηγήσεις άλλων συγγραφέων, όπως των Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλου και Χ. Μαυρομάτη για τα πατρογονικά τους κτήματα.
Τελικά, η αφήγηση, σε αργό ρυθμό και με συνειρμικά άλματα, επιχειρεί έναν διάπλου του πένθους με πλοηγό την αναζήτηση της πρώτης λέξης του ανθρώπινου είδους, που μένει μέχρι τέλους λανθάνουσα, αφού, ευθύς εξ αρχής, το ερώτημα είχε, έτσι κι αλλιώς, ουτοπικό χαρακτήρα. (...)
Μ. Θεοδοσοπούλου
Αναδημοσίευση
από την «Ελευθεροτυπία» (11/6/2011)
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|