Το λογοτεχνικό περιοδικό «Πλανόδιον» γιορτάζει φέτος 25 χρόνια ζωής και το ηλεκτρονικό παιδί του «Ιστορίες Μπονζάι» τον πρώτο χρόνο του
Τη συνέντευξη πήρε
η Μαρώ Τριανταφύλλου
Κε Πατίλη, το «Πλανόδιον» φέτος γιορτάζει μια γενναία επέτειο, 25 χρόνια ζωής, κάτι αρκετά σπάνιο για λογοτεχνικό περιοδικό. Θα πρέπει να είσαστε περήφανος γι’ αυτό. Πού οφείλεται η μακροβιότητά του;
Μολονότι το προσδόκιμο επιβίωσης των λογοτεχνικών περιοδικών έχει στην εποχή μας μεγαλώσει σε σχέση με μισό αιώνα πριν, 25 χρόνια είναι σίγουρα πολλά, μια ζωή! Η επιβίωση του Πλανόδιου ήταν και είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων ανάμεσα στους οποίους δεν συμπεριλαμβάνεται αυτό που λέμε αγορά. Οι σημαντικότεροι είναι αφενός η αγάπη μου για το είδος έντυπης έκφρασης που λέγεται «λογοτεχνικό περιοδικό» ως εκδήλωση πνευματικής αυτονομίας που προσγράφεται στο κοινωνικό φαινόμενο του «μικρού τύπου», αφετέρου ότι δεν χρειάστηκε να βιοποριστώ από την έκδοσή του. Η εργασία μου ως δασκάλου επί τριάντα χρόνια στη μέση εκπαίδευση, με βοήθησε να κάνω τις δύσκολες επιλογές χωρίς να υπολογίζω το οικονομικό κόστος ή την ανταπόκριση της αγοράς.
Ποιο είναι το κοινό σας;
Το «Πλανόδιον» νομίζω (και λέω «νομίζω» επειδή κατ’ ανάγκην εκφράζω την πλευρά του παραγωγού) δεν απέκτησε ποτέ αυτό που συνήθως εννοούμε με τη λέξη «κοινό». Ευτύχησε να έχει κυρίως αναγνώστες και μάλιστα από τους πιο κριτικούς που διέθετε η γενιά μας. Τέτοιοι αναγνώστες με κανέναν τρόπο δεν συγκροτούν «κοινό» και, επιπλέον, ποτέ δεν σου δίνουν την αγάπη τους ανεπιφύλακτα. Οι πιο κατάλληλοι, συνεπώς, να απαντήσουν στο ερώτημα αυτό είναι οι ίδιοι. Εγώ για το μόνο που μπορώ να μιλήσω είναι το σκεπτικό της έκδοσης και τις αρχές που την διέπουν.
Θα μπορούσατε να μας μιλήσετε γι’ αυτά;..
Στο επίκεντρο βρίσκεται η επιθυμία για την δημιουργία ενός χώρου αυτόνομης καλλιτεχνικής έκφρασης σε συνθήκες πολιτιστικής ηγεμονίας των ΜΜΕ και σε αντιδιαστολή, ρητή ή υπόρρητη, προς αυτές. Οι επιλογές του περιοδικού διαχρονικά, τόσο σε επίπεδο συνεργατών όσο και θεμάτων το διαφοροποιούσαν σε αποφασιστικό για την ταυτότητά του βαθμό όχι μόνο από την τρέχουσα εύπεπτη κουλτούρα, αλλά και από τάσεις, έξεις, κριτήρια, αξίες και της τρέχουσας «ακαδημαϊκής». Η ανάδειξη του αξιόλογου άγνωστου έργου και ο έλεγχος του παρ’ αξίαν προβαλλόμενου, αν και πράγμα δυσεπίτευκτο ως προς το δεύτερο σκέλος, ήταν πάντα μια από τις βασικές του αρχές. Αρχή που δεν αφορούσε μόνο στα έργα αλλά και σ’ εκείνες τις δημόσιες συμπεριφορές που συνιστούσαν αλαζονικές και χειραγωγικές πρακτικές στον καλλιτεχνικό και ευρύτερα πνευματικό χώρο. Μια άλλη αρχή που διασφάλιζε σε μεγάλο βαθμό την κριτική ανεξαρτησία του περιοδικού και που εμπόδιζε, π.χ., την παρουσία «φυτευτών» κριτικών σκοπιμότητας, ήταν η ανάθεση της βιβλιοκριτικής και της σχολιογραφίας σε μόνιμους συνεργάτες γνωστούς στο χώρο των γραμμάτων για την ξεχωριστή πνευματική τους προσωπικότητα και ανεξαρτησία, και οι οποίοι συμμερίζονταν τις αρχές του περιοδικού. Ακόμα και αυτό το πρωτοσέλιδο του περιοδικού δεν είναι η αυτονόητη θέση των «κεκυρωμένων», για να θυμηθώ την ειρωνική αποστροφή του Τάκη Σινόπουλου, αλλά ένας χώρος, μια σελίδα ανάμεσα στις άλλες, που τον δικαιούται εξίσου και ο πρωτοεμφανιζόμενος!
Μήπως μια τέτοια κριτική στάση ήταν ο λόγος που δεν το είδαμε ποτέ στις απονομές των κρατικών βραβείων;
Δεν θα τους αδικήσω. Δύο χρόνια πριν, ήταν ήδη γνωστό από τον ίδιο τον πρόεδρο της κριτικής επιτροπής ότι τη φετινή χρονιά το βραβείο θα απονεμηθεί στα περιοδικά «Το Δέντρο» και «Πλανόδιον». Αλλά όταν ήρθε η στιγμή, επειδή ήταν ήδη γνωστή η θέση μου κατά των βραβείων, κάποιοι θέλησαν να βεβαιωθούν εκ του ασφαλούς, αν αυτό θα ίσχυε και στην πράξη! Με το θάρρος της γνωριμίας μας από το Πανεπιστήμιο, μου τηλεφώνησε ο πρόεδρος της επιτροπής για να μου πει ότι συζητιόνταν στην επιτροπή το ποιητικό μου βιβλίο και το περιοδικό, αλλά επειδή δεν θα ήταν εύκολο να δώσουν δύο βραβεία στο ίδιο πρόσωπο (αλλά γιατί όχι και τρία, λέω εγώ, αν το άξιζε), αυτός τουλάχιστον θα μπορούσε να εγγυηθεί την υποστήριξή του στο περιοδικό, και θα ήθελε να ξέρει προκαταβολικά αν θα το δεχτώ! Έμεινα κατάπληκτος. Του είπα ότι η θέση μου για τα βραβεία ήταν γνωστή και, ακόμη, ότι είναι «πρωτάκουστο» επιτροπή να θέλει να σιγουρευτεί για την αποδοχή του βραβείου της πριν το απονείμει! Φυσικά δεν το έδωσαν στο «Πλανόδιον» για «να μην τους το πετάξω στα μούτρα» όπως μικρομπακαλίστικα για τη διαφύλαξη του «κύρους» τους μετέφρασαν την αναμενόμενη άρνησή μου στην επιτροπή.
Γιατί είστε κατά των κρατικών βραβείων;..
Για λόγους θεωρητικούς, παιδαγωγικούς, ηθικούς, και όχι μόνο για τα κρατικά (που κάνουν και το μεγαλύτερο κακό) αλλά και για κάθε βραβείο που απονέμεται σε μη μετρήσιμη αντικειμενικώς αξία, όπως είναι οι καλλιτεχνικές. Το καλλιτεχνικό έργο μπορεί να το κρίνει μόνο το πρόσωπο και όχι ο θεσμός, γιατί μόνο το πρόσωπο μπορεί να επικοινωνήσει με το έργο. Η θεσμική βράβευση με την απρόσωπη σφραγίδα κύρους που επιθέτει στα έργα (υποτιθέμενη απόφανση του «Αντικειμενικού») καταναγκάζει, αναστέλλει, περιθωριοποιεί και υπονομεύει την προσωπική κρίση... Την ανταγωνίζεται αθέμιτα... Αλλά τα πράγματα στις κρατικές επιτροπές είναι τραγέλαφος. Σκεφτείτε ότι λίγα χρόνια πριν πληροφορήθηκα από τις εφημερίδες ότι μαζί με τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο και τον Γιάννη Καλιόρη, ως πρόεδρο, είχα προταθεί για μέλος της κρατικής επιτροπής βραβείων, χωρίς ποτέ να με έχει ρωτήσει κανείς γι’ αυτό! Καλοσύνη του ανθρώπου που φαντάστηκε με τα πρόσωπα αυτά την ανανέωση του θεσμού, αλλά συνιστά το μεγαλύτερο οξύμωρο συνδυασμού προσώπων/θεσμού που θα σκεφτόταν κανείς!.. Όμως με τα ζητήματα αυτά θα πηγαίναμε πολύ μακριά...
Ποιες είναι οι μεγαλύτερες δυσκολίες που αντιμετωπίζει σήμερα ένας εκδότης λογοτεχνικού περιοδικού;
Εάν προσβλέπει στην απήχηση κυρίως και όχι πρωτίστως στην έκφραση, είναι η μεγάλη απαξίωση που τον περιμένει από πλευράς της λεγόμενης αγοράς ή του αναγνωστικού κοινού. Βλέπω όμως νέα περιοδικά, όπως το «Κουκούτσι» ή το «Τεφλόν», ή άλλα παλιότερα που τα συνεχίζουν νέοι, όπως η «Νέα Ευθύνη» που δεν έχουν τέτοιο άγχος. Η μεγαλύτερη δυσκολία για την έκδοση ενός λογοτεχνικού περιοδικού δεν είναι τόσο ούτε η ύλη ούτε το οικονομικό, αν είναι -όπως οφείλει- αποφασισμένος κανείς να πληρώσει για να κάνει το κέφι του, όσο είναι η φυσιογνωμία του, η αίσθηση που αποκομίζει ο αναγνώστης για τη μοναδικότητά του, τόσο σε επίπεδο επιλογής θεμάτων και ποιότητας κειμένων όσο και μορφής εντύπου. Αυτό, δηλαδή, που διαχωρίζει το περιοδικό όχι μόνο από τα πολιτιστικά παραρτήματα των ΜΜΕ όσο και από τα άλλα συγγενή έντυπα του χώρου: η διακριτή και ανεπανάληπτη ταυτότητά του. Τέτοιου είδους εγχειρήματα συνιστούν μια υψηλών απαιτήσεων και προδιαγραφών καλλιτεχνία δια του Τύπου, η οποία, στο βαθμό που εμπλέκει άλλα υποκείμενα και διαχειρίζεται καλλιτεχνικές αξίες του κοινού αποθέματος, εκβάλλει, ακόμα και εάν δεν το στοχάζεται, σ’ αυτό πού λέμε πολιτική του πολιτισμού.
Σας ελκύει ο κυβερνοχώρος. Το «Πλανόδιον» απέκτησε πρόσφατα ένα ηλεκτρονικό αδερφάκι, τις «Ιστορίες Μπονζάι», που γιόρτασε φέτος τον πρώτο του χρόνο. Τι ακριβώς είναι Οι «Ιστορίες Μπονζάι»;
Οι «Ιστορίες Μπονζάι» είναι το δείγμα γραφής του περιοδικού που εκδίδω στα συναρπαστικά τεκταινόμενα του Τύπου της Νέας Εποχής. Ένα ιστολόγιο με τη συνεργασία της εικαστικού και πεζογράφου Ηρώς Νικοπούλου, του ερευνητή Γιώργου Ζεβελάκη και πλειάδας εξαιρετικών μεταφραστών. Όπως υπαινίσσεται ο τίτλος του ιστολογίου και όπως ρητώς αναγράφεται στον υπότιτλο, πρόκειται για μια διαδικτυακή επιθεώρηση αφιερωμένη αποκλειστικά στο μικρό διήγημα. Μολονότι ο όρος «μικρό» για το διήγημα είναι καθαρά ποσοτικός όσο και ασαφής, υπάρχει, φαίνεται, σ’ όλες τις κουλτούρες από αρχαιοτάτων χρόνων, παράλληλα με τις μεγάλες επικές αφηγήσεις και αντιστικτικά προς αυτές, και μια εμμένουσα υπαινικτική και περιεκτική αφηγηματική μορφή, της οποίας ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά είναι η εξαιρετική συντομία. Μια μορφή που σήμερα με το διαδίκτυο γνωρίζει ημέρες δόξης. Ο φυτοκομικός όρος «μπονζάι» υπαινίσσεται ακριβώς αυτή τη συνειδητή επιδίωξη στην καλλιέργεια της μικρής λογοτεχνικής φόρμας στην πεζογραφία. Το ιστολόγιο είναι λοιπόν μια ηλεκτρονική λογοτεχνική επιθεώρηση αυτού του είδους. Δέχεται προς κρίση πρωτότυπα και αδημοσίευτα διηγήματα στα ελληνικά με ανώτατο όριο τις 750 λέξεις, παρουσιάζει μεταφρασμένα διηγήματα (από εννέα γλώσσες μέχρι στιγμής) με όριο τις 1.500 λέξεις και ανθολογεί από ολόκληρη την ελληνική γραμματεία τέτοια διηγήματα με όριο επίσης τις 1.500 λέξεις...
Το μπλογκ θυμίζει πολύ το «Πλανόδιον». Έχει τη λογική και την αισθητική του εντύπου. Διατηρήσατε ακόμη και το πολυτονικό σύστημα, κάτι που, προσωπικά τουλάχιστον, δεν έχω ξαναδεί στο δίκτυο, παρά σε ειδικές σελίδες με κείμενα από την αρχαία ελληνική γραμματεία. Είναι μια αισθητική προτίμηση ή σημαίνει και μια πιο βαθιά σχέση;
Πρόκειται για ένα μικρό προσωπικό στοίχημα που στηρίζεται σε μια κρίσιμη παραδοχή: ότι το διαδίκτυο δεν ανατρέπει, αλλά ολοκληρώνει την Γουτεμβέργεια επανάσταση. Ότι ο γραπτός λόγος σήμερα στον κυβερνοχώρο δεν ασκείται σε κενό αέρος, αλλά πατά σε μια σπουδαία έντυπη παράδοση την οποία οφείλει να λαμβάνει υπ’ όψη και να συνεχίζει με τα νέα μέσα. Όσο για το πολυτονικό, αλλά και την ιστορική ορθογραφία των ελληνικών γενικότερα (που υφίσταται βιαιότατη επίθεση στο δίκτυο από τα γκρίκλις), δεν είναι τίποτα άλλο από τα γραφόμενα ελληνικά των τελευταίων δέκα αιώνων. Δεν υπήρξε ποτέ στην ιστορία άλλο προηγούμενο τυποτεχνικό σύστημα τόσο φιλικό προς αυτά τα απαιτητικά ελληνικά όσο η νέα τεχνολογία. Όποιος τα πετάει στα σκουπίδια, μειώνει βλακωδώς τις προϋποθέσεις καλλιέργειας και συνέχειας σε μια από τις σπουδαιότερες γλώσσες πολιτισμού!
Υπάρχει, πιστεύετε, μετατόπιση του αναγνωστικού κοινού των λογοτεχνικών περιοδικών προς τα αντίστοιχα ηλεκτρονικά περιοδικά; Πώς θα σχολιάζατε την πληθώρα πια σάιτ και μπλογκ με δημοσίευση πρωτότυπης λογοτεχνικής δημιουργίας και θεωρητικού περί τη λογοτεχνία στοχασμού; Κινδυνεύει το έντυπο, λειτουργούν συμπληρωματικά ή κάτι άλλο; Αυξάνει τον αριθμό αναγνωστών της λογοτεχνίας το δίκτυο;
Όσο κι αν σας φαίνεται παράδοξο, το δίκτυο αυξάνει, εορταστικά ή δραματικά, τον αριθμό των παραγωγών της λογοτεχνίας. Μοιάζει λίγο σαν προκαταβολή της μακάριας εκείνης εποχής που ευαγγελίστηκαν οι οραματιστές του κομμουνισμού, όταν όλοι οι άνθρωποι στον (πολύ) ελεύθερο χρόνο τους θα είναι καλλιτέχνες. Λογικό είναι η γεωμετρική αύξηση των «μπλόγκερς» συγγραφέων να ανταγωνίζεται το διαθέσιμο αναγνωστικό χρόνο του καθενός από αυτούς, και μάλιστα εκείνον που απαιτείται για τα πρώτα και βασικά της λογοτεχνικής καλλιέργειας. Παρ’ όλα αυτά, γραφή και ανάγνωση στο δίκτυο ζουν παροξυστικές στιγμές και γίνεται ακόμη πολύς λόγος για βιβλία και λογοτέχνες από τον κόσμο του εντύπου. Αν πιστέψουμε όμως τους αριθμούς, δεν ακολουθούν συμμετρικά και οι πωλήσεις του βιβλίου...
Πιστεύετε ότι πλησιάζει το τέλος του εντύπου, ότι κάποια στιγμή θα περάσουμε εντελώς στο ηλεκτρονικό βιβλίο, ας πούμε; Μπορεί άραγε να έχει την ίδια λειτουργία στην ψυχή του αναγνώστη η ποίηση μέσα από την οθόνη του υπολογιστή;
Ναι, το χαρτί πεθαίνει, και καλώς. Έκλεισε τον ιστορικό του κύκλο. Είναι πια μια πολυτέλεια που σύντομα δεν θα την συγχωρεί η φύση. Θα μείνει για τις αναμνηστικές και συλλεκτικές εκδόσεις στις χρονολογικές επετείους δημοφιλών ή κλασικών συγγραφέων... Θα δίνει «κύρος» και σοβαροφάνεια στους μέτριους... Θα γίνει η κατάλληλη ύλη για το λόγο ως «μνημείο» πια (ή μνήμα), όπως ήταν κάποτε η πέτρα και ο μπρούντζος... Από την άλλη δεν χρειάζεται να «φυσικοποιούμε» τις αναγνωστικές μας έξεις. Δεν θα διαβάζαμε πιο εύκολα μια τραγωδία του Ευριπίδη στα ειλητάρια ή τους παπύρους... Όσο για τη συγκίνηση, ναι, μπορεί να είναι τέτοια και μεγαλύτερη μέσα από την οποιαδήποτε οθόνη... Εξάλλου, η ηλεκτρονική εξαΰλωση όχι μόνο του γράμματος αλλά και της εικόνας ή του ήχου είναι πιο κοντά στην φασματική/συμβολική φύση του ίδιου του πνεύματος...
Το τεύχος ν. 50 θα παρουσιαστεί την Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου, στις 8 μ.μ., στο θέατρο της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης (Μασσαλίας 22), με κεντρικό ομιλητή τον Βασίλη Μανουσάκη, που είχε την επιμέλειά του.
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|