Αρχείο



Κινηματογράφος

«FISH ’N’ CHIPS»
Πατρίδα είναι οι άνθρωποι





Toυ
Στράτου Κερσανίδη


Το ταξίδι, με την κυριολεκτική έννοια της λέξης, ορίζεται με όρους γεωγραφίας. Εάν της δώσουμε όμως μία ευρύτητα τότε μπορούμε να μιλήσουμε και για εσωτερικό ταξίδι, για εσωτερική περιπλάνηση προς αναζήτηση της ταυτότητάς μας, η οποία μπορεί ακόμη και να επαναπροσδιοριστεί.
Όσο για την έννοια της πατρίδας, όταν αυτή δεν πέφτει θύμα εθνικιστικής και φυλετικής υστερίας, αλλά διατηρεί την πραγματική της διάσταση, μπορεί να απλωθεί πέρα από εθνικά σύνορα και γεωγραφικούς περιορισμούς. Γιατί ο κάθε άνθρωπος από μόνος του είναι μία πατρίδα που συνοψίζει πολλά πράγματα και τα κουβαλά σε όποιον τόπο κι αν ταξιδέψει: Μνήμες, γλώσσα, μουσικές, γεύσεις, αρώματα, συνήθειες, άνθρωποι και, καμιά φορά, κάποια «ξεχασμένα» γεγονότα, που προσδιορίζουν την ταυτότητα των ανθρώπων, όχι όμως κι αυτό που παραπάνω ονόμασα πατρίδα.
Όλες αυτές οι σκέψεις αφού συνωστίστηκαν μέσα από το κεφάλι μου, δραπέτευσαν μετατρεπόμενες σε γραπτό λόγο, εξαιτίας μιας ταινίας. Σκηνοθέτης της ο Ηλίας Δημητρίου, ο οποίος γεννήθηκε στην Αμμόχωστο το 1965, και τίτλος της «Fish ’n’ chips». Τι έχουμε λοιπόν εδώ; Ένα τίτλο κατευθείαν αναφορά στο πλέον διαδεδομένο φαγητό των Άγγλων και έναν σκηνοθέτη που γεννήθηκε στην Κύπρο και πιο συγκεκριμένα στα κατεχόμενα. Ήδη οι έννοιες της πατρίδας και της ταυτότητας αρχίζουν να μπερδεύονται. Και πρόκειται, σας βεβαιώνω, για ένα γλυκύτατο μπέρδεμα που ο Δημητρίου του δίνει ζωή φτιάχνοντας μια θαυμάσια ταινία.
Ο Άντι, Ελληνοκύπριος, ζει στο Λονδίνο, μαζί με την ηλικιωμένη μητέρα του που πάσχει από αλτσχάιμερ, τη γερμανίδα φίλη του και την κόρη της. Εργάζεται σε ένα κατάστημα που πουλάει τηγανητό μπακαλιάρο και πατάτες (Fish ’n’ chips), ιδιοκτήτης του οποίου είναι ένας ηλικιωμένος Τουρκοκύπριος, ο Χασάν, ο οποίος αγαπά πολύ τον Άντι. Η υγεία της μητέρας του χειροτερεύει και κάποια στιγμή του ζητά να γυρίσει στην Κύπρο για να πεθάνει. Έτσι ο Άντι αποφασίζει να επιστρέψει στην πατρίδα του οικογενειακώς και να ανοίξει εκεί ένα παρόμοιο μαγαζί. Προσωρινά τον φιλοξενεί ο αδελφός του, ο οποίος είναι παντρεμένος και έχει μια μικρή κόρη. Όμως η Κύπρος δεν είναι Αγγλία και ο κόσμος δεν τρώει «φις εν τσιπς». Η επιστροφή του δεν είναι όπως την περίμενε, ο Άντι ακροβατεί ανάμεσα σε δύο πατρίδες και αρχίζει να αναζητά την ταυτότητά του. Όταν η μητέρα του χάνεται σε κάποιο χωριό στα κατεχόμενα, όπου πήγε εκδρομή με το γηροκομείο, οι γιοι της πηγαίνουν να την αναζητήσουν και τη βρίσκουν στο σπίτι που ζούσε πριν από την τουρκική εισβολή. Ο θάνατός της φέρνει στην επιφάνεια ένα μυστικό που φέρνει τα πάνω κάτω και τούμπαλιν. Ο Άντι επιστρέφει στο Λονδίνο όπου ο Χασάν τον υποδέχεται συγκινημένος.
Ο Ηλίας Δημητρίου δημιουργεί μια ταινία ψυχής. Μια ταινία που κρύβει βαθιά μέσα της το δράμα της Κύπρου και των ανθρώπων της, χωρίς ίχνος εθνικισμού, αλλά με μία θαυμαστή διακριτικότητα. Θα έλεγα μάλιστα, πως είναι μια ταινία που γεφυρώνει τις αντιπαλότητες, κάτι που επιβεβαιώνει το συγκλονιστικό της φινάλε. Είναι ακόμη μια ταινία για τους δεσμούς της οικογένειας αλλά και για την τρυφερότητα προς την τρίτη ηλικία. Πάνω απ’ όλα όμως είναι μια ταινία που πετάει στον κάλαθο των αχρήστων πατριδοκαπηλείες, ρατσισμούς και εθνικιστικές υστερίες. Που βάζει στο επίκεντρο τον άνθρωπο και τις αγωνίες του, την αγωνία αυτοπροσδιορισμού και την αναζήτηση της ταυτότητας του σε έναν κόσμο που δεν καθορίζεται, όπως έλεγα στην αρχή, από τα γεωγραφικά σύνορα, ούτε από τις σημαίες. Που δεν αφήνει απέξω το δράμα μιας χώρας χωρισμένης στα δύο, βάζοντας όμως πάνω απ’ όλα τους ανθρώπους-θύματα αυτού του χωρισμού. Κι όλα αυτά χωρίς κραυγές, αλλά μέσα από μια ιστορία καθημερινών ανθρώπων, οι ζωές των οποίων έχουν επηρεαστεί από τα γεγονότα, χωρίς αυτά να μπαίνουν σε πρώτο πλάνο.
Η ταινία είναι βασισμένη σε ένα θαυμάσιο σενάριο, είναι σκηνοθετημένη με εξαιρετική ισορροπία, ο ρυθμός της είναι αξιοθαύμαστος. Ο Ηλίας Δημητρίου, του οποίου γνώριζα κάποιες ταινίες μικρού μήκους, για το «Fish ’n’ chips»βαθμολογείται από την αφεντιά μου με άριστα!

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε. ,
http://kersanidis.wordpress.com



«Η ΤΙΜΩΡΟΣ»
Ίντριγκες και συνωμοσίες


Ο Στίβεν Σόντεμπεργκ στα καλύτερά του, σκηνοθετεί μια κατασκοπευτική ταινία βουτηγμένη στην ίντριγκα και τα συνωμοσία. Ένα νεονουάρ με ηρωίδα μια γυναίκα εκπαιδευμένη για επικίνδυνες αποστολές.
Η Μάλορι Κέιν είναι «Η τιμωρός» (Haywire). Εργάζεται σε μια εταιρεία η οποία δουλεύει για την κυβέρνηση και αναλαμβάνει να φέρει εις πέρας επικίνδυνες αποστολές σε διάφορα σημεία του πλανήτη. Η τελευταία της αποστολή είναι η απελευθέρωση ενός κινέζου δημοσιογράφου ο οποίος κρατείται όμηρος. Η αποστολή πετυχαίνει αλλά σύντομα η Μάλορι ανακαλύπτει πως ο άνθρωπος, τον οποίο απελευθέρωσε, έχει δολοφονηθεί. Και ξαφνικά βρίσκεται μπλεγμένη αφού κατηγορείται αυτή ως δολοφόνος. Τελικά οι άνθρωποι τους οποίους εμπιστευόταν την έβαλαν στο στόχαστρο και θέλουν να τη βγάλουν από τη μέση. Έτσι ξεκινά ένα ανελέητο κυνηγητό με τη Μάλορι να μετατρέπεται από κυνηγημένη σε κυνηγό και τιμωρό όσων την πρόδωσαν.
Η ταινία είναι ένα θρίλερ καταιγιστικής δράσης και συνεχών ανατροπών. Μια ιστορία ίντριγκας και προδοσίας που θυμίζει ταινίες της δεκαετίας του 1970. Άλλωστε είναι γνωστή η συνεφιλία του Σόντεμπεργκ,
Στην «Τιμωρό» μην αναζητήσετε εφέ και διάφορα στοιχεία πλασματικού εντυπωσιασμού. Όλα είναι «χειροποίητα» και γοητευτικά και αναδεικνύουν το μεγάλο σκηνοθετικό ταλέντο του Στίβεν Σόντεμπεργκ, ο οποίος πετυχαίνει μεγάλες επιδόσεις. Με εμπνευσμένες γωνίες λήψεις και καθαρές σκηνές δράσης, διατηρεί την αδρεναλίνη στα ύψη. Η πρωταγωνίστρια Τζίνα Καράνο, πρωταθλήτρια πολεμικών τεχνών, γίνεται η ιδανική τιμωρός. Με παγωμένο βλέμμα, με ένα σπάνιο αδιόρατο χαμόγελο, με τις αισθήσεις της διαρκώς σε επιφυλακή, είναι πειστικότατη στο ρόλο που της έχει ανατεθεί.
Η ταινία διαθέτει τεχνική αρτιότητα αλλά δεν είναι αυτό το βασικό της προσόν. Το μεγάλο της ατού είναι η σκηνοθεσία του Στίβεν Σόντεμπεργκ, η βιρτουοζιτέ του και η απελευθερωμένη από τα δεσμά της εμπορικότητας προσέγγισή του.
Όμως θα ήταν άδικο να μείνουμε μόνον σε αυτά. Η ταινία διαθέτει ένα γλυκόπικρο χιούμορ πίσω από το οποίο κρύβεται η ανθρώπινη μοναξιά και η προδοσία. Αλλά και ο κυνισμός των μυστικών υπηρεσιών για τις οποίες η ανθρώπινη ζωή δεν έχει καμία αξία.
«Η τιμωρός» είναι μια ταινία χορταστική, με υψηλές καλλιτεχνικές προδιαγραφές. Άλλωστε ο Σόντεμπεργκ δεν είναι ένας σκηνοθέτης που βολεύεται με τη διεκπεραίωση, αλλά είναι ένας πραγματικός καλλιτέχνης, ένας εραστής της εικόνας και της ισορροπίας του κάδρου.
Λάτρης των ταινιών του Τζέιμς Μποντ, όπως έχει δηλώσει αλλά και με αρκετές δόσεις χιτσκοκικού σασπένς, ο Στίβεν Σόντεμπεργκ προσφέρει μια εξαιρετική ταινία φαινομενικά ψυχρή αλλά με υπόγειο συναίσθημα που φαίνεται κυρίως στη σχέση της Μάλορι με τον πατέρα της.
Η ταινία αξίζει να προσεχτεί, όχι επειδή σας το λέω εγώ, αλλά επειδή έτσι είναι. Κι αυτό μπορείτε να διαπιστώσετε μόνον ιδίοις όμμασι.

Στράτος Κερσανίδης




ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

Οι εκλογές τελείωσαν και ταυτόχρονα μύρισε καλοκαιράκι. Απόδειξη οι τέσσερις μόνον νέες ταινίες της τρέχουσας εβδομάδας. Για τις δύο από αυτές μπορείτε να διαβάσετε σε διπλανά κείμενα. Οι άλλες δύο είναι:
«Η κυρία εξαφανίζεται» του Άλφρεντ Χίτσκοκ: Ταινία που ο μετρ του σασπένς γύρισε το 1938 και έκτοτε όσες φορές κι αν τη δει κάποιος δεν μπορεί παρά να υποκλιθεί στον ευφυή σκηνοθέτη. Ένα κατασκοπευτικό θρίλερ με έντονο το στοιχείο του χιούμορ, που μας μεταφέρει στην κεντρική Ευρώπη, όπου οι επιβάτες ενός τρένου, αναγκάζονται να διανυκτερεύσουν σε μια μικρή πόλη λόγω της έντονης χιονόπτωσης. Εκεί, μια κοπέλα, η Ίρις, θα γνωριστεί με την συμπαθέστατη ηλικιωμένη κυρία Φρόι. Όμως την επόμενη μέρα όταν ξεκινά το τρένο, η κυρία Φρόι έχει εξαφανιστεί και κανείς δεν θυμάται να την έχει δει. Η Ίρις επιμένει και ξεκινά μια προσπάθεια να αποδείξει πως έχει δίκιο. Χωρίς να το καταλάβει έχει μπει σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι κατασκόπων. Μια θαυμάσια ταινία που ανεβάζει την αδρεναλίνη και διασκεδάζει.
«Ghost rider: Το πνεύμα της εκδίκησης» των Μαρκ Νεβελντάιν, Μπράιαν Τέιλορ: Ο Τζόνι Μπλέιζ παλεύει ακόμα με την προσωπική του κατάρα. Ταυτόχρονα όμως κινδυνεύει να χάσει τα πάντα, όταν συμμαχεί με μια επαναστατική ομάδα μοναχών, με αρχηγό τον Μορό και στόχο τη σωτηρία ενός νεαρού αγοριού από το διάβολο. Ίσως όμως τελικά αυτή του η ενέργεια να τον λυτρώσει και από την κατάρα του για πάντα. Διασκευή του ομώνυμου κόμικς της Μάρβελ, του οποίου δεν μπορώ να εκτιμήσω την αξία ως τέτοιου, αλλά ως ταινία καλύτερα να μη τη χαρακτηρίσω.
Σινεφίλ
«ΚΑΤΑΣΤΡΟΪΚΑ»
Ένα ελεύθερο ντοκιμαντέρ για την κρίση




Του
Στράτου Κερσανίδη


Ημέρα κρίσιμων εκλογών η αυριανή, από τις οποίες μπορεί να ανατραπεί ολόκληρο το πολιτικό σκηνικό στην Ελλάδα αλλά και την Ευρώπη. Ένα σκηνικό που έχει «εγκατασταθεί» εξαιτίας της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής οικονομίας, έχει διαλύσει και έχει βυθίσει την κοινωνία στη φτώχεια, την ανεργία, την αβεβαιότητα.
Φαντάζομαι πως είναι γνωστό στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ («Εποχή»), το ντοκιμαντέρ «Χρεοκρατία» («Debtocracy»» που είχε ως θέμα την κρίση του χρέους στην Ελλάδα και άλλες χώρες). Οι δημιουργοί του, οι δημοσιογράφοι Άρης Χατζηστεφάνου και Κατερίνα Κιτίδη, δεν έμειναν εκεί και συνέχισαν με τη δημιουργία ενός επόμενου ντοκιμαντέρ με τίτλο «Καταστρόικα» («Catastroica»), που έχει ως θέμα την καταστροφική για τους λαούς πορεία που ακολουθεί την πολιτική του νεοφιλελευθερισμού και των ιδιωτικοποιήσεων. Η χρηματοδότηση του ντοκιμαντέρ έγινε με τον ίδιο τρόπο που επιλέχτηκε και για τη «Χρεοκρατία». Ζητήθηκε, μέσω διαδικτύου, ελάχιστη χρηματική συμβολή από τον κόσμο, ο οποίος ανταποκρίθηκε θετικά. Έτσι φτάσαμε και στην ολοκλήρωση του «Καταστρόικα» το οποίο ήδη διακινείται ελεύθερα στο διαδίκτυο.
Στο στόχαστρο της ταινίας βρίσκεται η πολιτική ιδιωτικοποιήσεων και τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής. Άλλωστε ο όρος «καταστρόικα» αναφέρεται σε ένα από τα πιο αποτυχημένα πειράματα ιδιωτικοποιήσεων, μαζικών μάλιστα, εκείνο που επιχείρησε ο ανεκδιήγητος πρόεδρος της Ρωσίας, Γιέλτσιν. Βέβαια ο όρος είχε επινοηθεί το 1989 από το γάλλο ακαδημαϊκό Ζακ Ρουπνίκ, ο οποίος με τον όρο αυτό προσπάθησε να περιγράψει το τέλος της Σοβιετικής Ένωσης που ξεκινούσε με τις μεταρρυθμίσεις του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ. Αλλά μερικά χρόνια αργότερα οι δημοσιογράφοι του «Γκάρντιαν» το χρησιμοποίησαν για να περιγράψουν την καταστροφή η οποία επήλθε από την πολιτική του Γιέλτσιν θεωρώντας πως η λέξη, που είναι σύνθετη από τις λέξεις καταστροφή και περεστρόικα, ταιριάζει καλύτερα στην περίσταση. Έτσι η καταστρόικα έγινε συνώνυμο της διάλυσης μιας χώρας η οποία δέχτηκε την επίθεση της διαβόητης «αγοράς» ξεπουλώντας τη δημόσια περιουσία της με δραματικά αποτελέσματα για το βιοτικό επίπεδο των πολιτών. Εκείνες οι μαζικές ιδιωτικοποιήσεις του Γιέλτσιν δημιούργησαν μια νέα τάξη πλουσίων στη χώρα, με την πλειοψηφία του πληθυσμού να βυθίζεται στη φτώχεια, την ανεργία και την εξαθλίωση. Η ίδια πολιτική εφαρμόστηκε μερικά χρόνια στην, ενωμένη πλέον, Γερμανία, με τα ίδια αποτελέσματα στο ανατολικό της τμήμα, μια πολιτική που θεωρείται από τους εγχώριους φωστήρες ως η πλέον κατάλληλη, ως πρότυπο, για να εφαρμοστεί στην Ελλάδα.
Όπως λένε οι δημιουργοί της ταινίας, ο όρος «καταστρόικα» επιλέχτηκε ως τίτλος για την ταινία επειδή συνδύαζε τις λέξεις καταστροφή και τρόικα.
Αντίστοιχα πειράματα αποτυχημένων ιδιωτικοποιήσεων έχουμε και σε άλλες χώρες, όπως στη θατσερική Μεγάλη Βρετανία με τους σιδηροδρόμους, στην Ολλανδία με τα ταχυδρομεία, στην Καλιφόρνια με το ηλεκτρικό και στο Παρίσι με το νερό. Όμως οι επιπτώσεις είναι πολύ πιο οδυνηρές για χώρες που μπαίνουν κάτω από διεθνή οικονομικό έλεγχο, όπως είναι σήμερα η δική μας. Οι «ειδικοί», καταφθάνουν στη χώρα και βάζουν σε ενέργεια το σχέδιό τους, το οποίο ακολουθεί παντού τα ίδια μεθοδικά βήματα.
Πρώτος στόχος είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι. Τα καθεστωτικά ΜΜΕ αναλαμβάνουν τη «βρόμικη» δουλειά για λογαριασμό των κυβερνήσεων και έτσι ξεκινά η εκστρατεία εναντίον αυτών οι οποίοι θεωρούνται ως υπεύθυνοι για όλα τα κακά της χώρας σε συνδυασμό, φυσικά, με το μύθο περί υπερδιογκωμένου δημόσιου τομέα. Αυτή την προπαγάνδα τη βλέπουμε να επαναλαμβάνεται με πανομοιότυπο τρόπο από Αργεντινή μέχρι Ιρλανδία, απ’ όπου πέρασε το ΔΝΤ και σε μας ακόμα χειρότερα γιατί έχουμε και την Ε.Ε. Στη συνέχεια κάποιοι δημόσιοι οργανισμοί σαμποτάρονται συνειδητά, λειτουργούν με κακό τρόπο και οι πολίτες εξοργίζονται. Τώρα πλέον, σε συνδυασμό με την προπαγάνδα που έχει προηγηθεί, οι πολίτες είναι έτοιμοι να δεχτούν την ιδιωτικοποίησή τους, πιστεύοντας πως έτσι θα έχουν καλύτερες υπηρεσίες. Και κάπως έτσι μεγάλοι και κερδοφόροι συχνά δημόσιοι οργανισμοί πουλιούνται σε τιμές πολύ χαμηλότερες της πραγματικής τους αξίας στο ιδιωτικό κεφάλαιο. Το σχέδιο έχει ολοκληρωθεί, κι αν σας θυμίζει κάτι, ορθώς σας το θυμίζει.
Οι δημιουργοί του ντοκιμαντέρ ταξίδεψαν σε πολλές χώρες του κόσμου όπου εφαρμόστηκε αυτή η πολιτική. Μίλησαν με ανθρώπους και μεταφέρουν μέσα από τις εικόνες τη ζωντανή εμπειρία τους.
Στην ταινία μιλά η Ναόμι Κλάιν, συγγραφέας του βιβλίου «Το δόγμα του σοκ», ο ντοκιμαντερίστας Γκρέγκ Πάλαστ, ο οικονομολόγος Ντάνι Ρόντρικ ο οποίος υποστηρίζει έξοδο της Ελλάδας από την Ε.Ε., ο ρώσος Μπόρις Γκαγκαρλίτσκι, ο οποίος φυλακίστηκε το 1993 με το πραξικόπημα του Γιέλτσιν. Ενδιαφέρον έχουν τα γυρίσματα στη Γερμανία όπου συστάθηκε η εταιρεία Τρόιχαντ, η οποία ανέλαβε να ξεπουλήσει όλο το δημόσιο πλούτο της Ανατολικής Γερμανίας, επειδή κάτι παρόμοιο σχεδιάζεται και για τη χώρα μας. Μιλούν ακόμη άνθρωποι από την Φρανς Τέλεκομς, για τις αυτοκτονίες που ακολούθησαν την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας.
Η ταινία, λοιπόν, ανιχνεύει γεγονότα και μας δίνει μια εξαιρετική εικόνα για το τι έχει συμβεί σε διάφορες χώρες του κόσμου. Αποκαλύπτει τα σχέδια για την παγκόσμια επικράτηση των αγορών επάνω στους ανθρώπους αλλά ταυτόχρονα διαθέτει και ένα θετικό μήνυμα. Γιατί δεν μένει στην καταστροφή, δεν θεωρεί πως όλα τελείωσαν, αλλά μέσα από τις απόψεις που φιλοξενεί και τα συμπεράσματα που βγαίνουν προτείνει έναν άλλο δρόμο. Ένα δρόμο εναλλακτικό στην κυριαρχία της αγοράς που μπορεί να είναι η επανεθνικοποιήσεις των ιδιωτικοποιημένων επιχειρήσεων (έγινε στο Παρίσι με το νερό) και οι κοινωνικοποιήσεις.
Οι συντελεστές αυτού του εξαιρετικού, εναλλακτικού ντοκιμαντέρ είναι: ο Άρης Χατζηστεφάνου και η Κατερίνα Κιτίδη στις αποστολές και ο Λεωνίδας Βατικιώτης στην επιστημονική επιμέλεια. Στην παραγωγή ο Θάνος Τσάντας και ο Κώστας Εφήμερος από το Press Project. Στη μουσική οι Active Member, οι οποίοι προσφέρθηκαν να τη γράψουν, και ο Ερμής Γεωργιάδης.
Η χρηματοδότηση της ταινίας, έγινε όπως και στην περίπτωση της «Χρεοκρατίας», από τον κόσμο. Οι παραγωγοί ζήτησαν από τους ανθρώπους και από εργατικές και φοιτητικές οργανώσεις την οικονομική συνδρομή. Βέβαια τώρα τα πράγματα ήταν κάπως πιο δύσκολα λόγω της κρίσης, αφού, όπως ειπώθηκε, πολλοί που έδιναν πριν ένα ποσό, τώρα έδινα το ένα πέμπτο. Παρά το γεγονός πως ο αριθμός των συνδρομητών δεν μειώθηκε, μειώθηκαν τα έσοδα.
Το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ «Καταστρόικα» μπορείτε να το δείτε ελεύθερα στο διαδίκτυο, να το κατεβάσετε, να το αντιγράψετε, να το προβάλλετε.
Η εναλλακτική πληροφόρηση είναι παρούσα και οι δημιουργοί της «Χρεοκρατίας» και της «Καταστρόικα» αποδεικνύουν πως όλα γίνονται αρκεί να υπάρχουν ιδέες και διάθεση να υλοποιηθούν. Φαίνεται πως, τελικά, μπορούμε να τους νικήσουμε!


Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε. ,
http://kersanidis.wordpress.com





ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

Μόνο δύο είναι οι νέες ταινίες που προβάλλονται την τρέχουσα κινηματογραφική εβδομάδα. Μάλιστα, η μία από αυτές, το «Poker face», ξεκίνησε από την Πρωτομαγιά.
Ας τις δούμε πιο αναλυτικά:
«Poker face» του Χρήστου Δήμα: Ο Χρήστος Δήμας είναι ένας πολύ καλός σκηνοθέτης. Αυτό φάνηκε από τις πρώτες ταινίες μικρού μήκους μέχρι την τελευταία μεγάλου μήκους, τη «Νήσο».
Τώρα επανέρχεται με μία ρομαντική κωμωδία στη οποία πρωταγωνιστούν πολλοί γνωστοί, καταξιωμένοι ηθοποιοί (Άλκης Κούρκουλος, Εύη Σαουλίδου, Αντώνης Καφετζόπουλος, Δημήτρης Πιατάς, Γιάννης Μποσταντζόγλου, Γιώργος Πυρπασόπουλος). Η Νίκη είναι μία γυναίκα που τη χαρακτηρίζει η γκαντεμιά. Όμως δεν ήταν πάντοτε έτσι. Η μικρή Νίκη ήταν ένα τυχερό και ευτυχισμένο κορίτσι που μετέδιδε την τύχη της και στο Φανούρη, τον πατέρα της, αλλά και την παρέα του, που ζούσαν από τον τζόγο. Βλέπετε η Νίκη είχε στην κατοχή της το Χάρισμα, ένα λούτρινο παπαγαλάκι που ήταν και η πηγή της μεγάλης τύχης. Όλα όμως άλλαξαν όταν ένας παιδικός της φίλος έκλεψε το Χάρισμα και έπεσε επιδημία γκαντεμιάς στην οικογένεια. Ο τζογαδόρος μπαμπάς μάλιστα χρεοκόπησε και κατέληξε στη φυλακή. Τα χρόνια πέρασαν και η Νίκη εργάζεται σε ένα περιοδικό. Μια μέρα η εκδότρια της ζητά να πάρει συνέντευξη από έναν πρωταθλητή του πόκερ. Το ραντεβού κλείνεται και μόλις συναντιούνται η Νίκη συνειδητοποιεί πως ο πρωταθλητής είναι ένας γνωστός της από τα παλιά, που έγινε πρωταθλητής επειδή κατέχει κάτι που στο παρελθόν ήταν δικό της. Και τότε ο αγώνας θα αρχίσει. Η Νίκη θέλει να πάρει πίσω ό,τι είναι δικό της και ο αγώνας των δύο φύλων αρχίζει. Πράσινη τσόχα, τζόγος, μπλόφες και ο μεγαλύτερος αγώνας πόκερ στον ελληνικό κινηματογράφο αρχίζει!
 «21 jump street» των Φιλ Λορντ και Κρίστοφερ Μίλερ: Η σχολική εγκληματικότητα έχει τους δικούς της διώκτες. Ποιοι είναι; Ο Τζένκο και ο Σμιντ, δυο αδέλφια που κάνουν όνειρα για ένα καλύτερο μέλλον, είναι άριστοι μαθητές και συμμετέχουν σε όλες τις σχολικές εκδηλώσεις. Βέβαια αυτή η εικόνα βγαίνει προς τα έξω γιατί τα δυο αδέλφια έχουν και μια άλλη αποστολή. Είναι μέλη μιας ομάδας μυστικών αστυνομικών που με τη νεανική τους εμφάνιση μπορούν άνετα να υποδυθούν τους μαθητές γυμνασίου. Έτσι περνούν απαρατήρητοι και καταπολεμούν εκ των έσω τη σχολική εγκληματικότητα, η οποία αποτελεί μεγάλο πρόβλημα της σύγχρονης αμερικανικής κοινωνίας. Μια κωμική περιπέτεια η οποία βαδίζει στην πεπατημένη χωρίς να κρύβει κάποια έκπληξη. Η ταινία είναι βασισμένη στη δημοφιλή νεανική αστυνομική σειρά «Ομάδα δράσης 21» που έκανε θραύση στη δεκαετία του 1980 και ανέδειξε τον Τζόνι Ντεπ.

Σινεφίλ
«Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ»
Αντιμέτωπος με το τέρας της εξουσίας


Του
Στράτου Κερσανίδη


Μπορεί ένας πολιτικός να σταθεί όρθιος μέσα σε ένα σύστημα εξουσίας; Μπορεί να τα βάλει με τον Λεβιάθαν που τον καταβροχθίζει; Μπορεί να αντιτάξει ιδέες και ηθική απέναντι σε συμφέροντα;
Τώρα τι να απαντήσει κανείς μερικές μέρες πριν από τις εκλογές που παρόμοια ερωτήματα ταλανίζουν χιλιάδες ψηφοφόρους, πολλοί από τους οποίους είναι σχεδόν βέβαιοι πως όχι μόνον δεν μπορεί να τα βάλει κανείς με το θεριό, αλλά τις πιο πολλές φορές γοητεύεται από την απατηλή λάμψη της ματαιοδοξίας;
Ο Πιερ Σελέρ με την ταινία του «O υπουργός» («L’ exercice de l’ etat») καταπιάνεται με αυτό το βασανιστικό θέμα προσπαθώντας να δώσει μια απάντηση. Χρησιμοποιεί ως κεντρικό χαρακτήρα τον -υποτιθέμενο- υπουργό Μεταφορών της Γαλλίας, Μπερτράν Σεν-Ζαν για να ανιχνεύσει το ζήτημα αυτό. Τι συμβαίνει όταν αυτός ο άνθρωπος, ο οποίας φαίνεται κομιστής ηθικής και ιδανικών έρχεται αντιμέτωπος με τη συνείδησή του και εξωθείται να εφαρμόσει πολιτικές με τις οποίες διαφωνεί;   
Ο υπουργός μια νύχτα ξυπνάει από ένα τηλεφώνημα που του ανακοινώνει πως ένα λεωφορείο με μαθητές έπεσε σε μια χαράδρα με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 13 άτομα και να τραυματιστούν πολλά περισσότερα. Πηγαίνει στο χώρο του δυστυχήματος και από την επόμενη μέρα αρχίζει η οδύσσειά του. Ξαφνικά μπαίνει από κάποιους συναδέλφους του το ζήτημα ιδιωτικοποίησης με το οποίο είναι εντελώς αντίθετος. Κι ο υπουργός αναγκάζεται να ξεκινήσει έναν αγώνα για να υπερασπιστεί τα πιστεύω του, ενώ την ίδια στιγμή φαίνεται πως οι αποφάσεις ήδη έχουν παρθεί ερήμην του.
Από το σημείο αυτό και μετά παρακολουθούμε την εσωτερική σύγκρουσή του αλλά και τη σύγκρουση με το υπουργικό συμβούλιο. Και είναι κάποια στιγμή που συνειδητοποιεί πόσο μόνος είναι όταν κοιτάζει το κινητό του τηλέφωνο και μονολογεί «4.000 επαφές και ούτε ένας φίλος». Και ενώ ζει τη δίνη της εσωτερικής του μάχης νιώθει πως προτιμά να περάσει ένα βράδυ παρέα με τον οδηγό του και τη γυναίκα του για να ξεφύγει. Αυτό, όμως, δεν τον γλυτώνει από τη σύγκρουση με τον εαυτό του καθώς δεν φαίνεται να τολμάει να αντισταθεί. Κι όταν πέφτει θύμα ενός δυστυχήματος, στο οποίο σκοτώνεται ο οδηγός του κι ο ίδιος τραυματίζεται, η δημοφιλία του εκτοξεύεται. Τι να κάνει τώρα που η καριέρα του μοιάζει έτοιμη να πάρει την ανιούσα; Ποιον δρόμο να επιλέξει; Να συγκρουστεί με την εξουσία η οποία τον προκαλεί δείχνοντάς του έναν λαμπρό δρόμο προς το μέλλον ή να της γυρίσει την πλάτη και να πει το μεγάλο «όχι» επιλέγοντας να μείνει ήσυχος με τη συνείδηση του;
Η σκηνοθεσία ακολουθεί μια αφηγηματική φόρμα που μοιάζει με ψυχολογικό θρίλερ. Ο υπουργός βρίσκεται αντιμέτωπος με φόβους και αμφιβολίες, με φιλοδοξίες και οράματα. Φαίνεται όμως πως ο Λεβιάθαν της εξουσίας έχει πολύ μεγάλο στόμα κι ακόμη μεγαλύτερο στομάχι. Πως τελικά, τα ιδανικά συχνά πέφτουν θύματα της αλλοτρίωσης και της απατηλής λάμψης μιας εξουσίας που μπορεί να αυξήσει τον αριθμό των επαφών σου αλλά δεν θα σου προσθέσει ούτε έναν αληθινό φίλο.
Ένα σημαντικό φιλμ που όμως δε μας λέει σε ποιο κόμμα βρίσκεται ο υπουργός. Κάτι που ίσως βοηθούσε στο να καταλάβουμε καλύτερα με ποιους συγκρούεται. Αυτό βέβαια ισχύει για κάποιους σαν τον υποφαινόμενο επειδή η Ιστορία έχει αποδείξει πως η εξουσία μπορεί να διαλύσει και τις καλύτερες -κομματικές- οικογένειες. Παραδείγματα πολλά, όχι μόνον εκ δεξιών αλλά, φευ, και εξ ευωνύμων.    

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε. ,
http://lersanidis.wordpress.com




«Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ»
Ο δύσκολος δρόμος της αγάπης




Τι σημαίνει η προσέγγιση και η αγάπη των ανθρώπων σε καιρούς χαλεπούς που όλα καταρρέουν; «Τα πάντα», είναι η απάντηση του Ντέιβιντ Μακένζι στην ταινία «Η αίσθηση του έρωτα» («Perfect sense»), η οποία συμμετείχε στο Φεστιβάλ του Σάντανς το 2011.
Η ταινία είναι η ιστορία δύο ανθρώπων, της Σούζαν, η οποία είναι επιδημιολόγος και του Μάικλ που είναι σεφ σε εστιατόριο. Δύο ανθρώπων που συναντιούνται σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο.
Η Σούζαν με τους συνεργάτες της έρχονται αντιμέτωποι με μια επιδημία που ξεσπά και εξαπλώνεται ταχύτατα σε ολόκληρο τον πλανήτη. Αρχικά οι άνθρωποι χάνουν την αίσθηση της όσφρησης, μετά από λίγο και εκείνη της γεύσης, στη συνέχεια χάνουν την ακοή τους. Και όλα αυτά πριν ξεσπάσουν συνοδεύονται από ανεξέλεγκτη πείνα ή από οργή, θυμό και μίσος. Η Σούζαν και κανείς από τους επιδημιολόγους με τους οποίους συνεργάζεται δεν μπορούν να βρουν που οφείλονται όλα αυτά. Και όταν ξεκινά το κακό, συναντά το Μάικλ και νιώθει μια έλξη γι’ αυτόν μετά από πολύ καιρό και αφού είχε αφήσει τη δουλειά της να καλύψει άλλες σημαντικές της ανάγκες όπως η αγάπη. Και η γνωριμία τους γίνεται στην αρχή της επιδημίας και ενώ οι άνθρωποι χάνουν την όσφρηση και τη γεύση τους, κάνουν τη δουλειά του Μάικλ να μοιάζει άχρηστη.
Οι δυο νέοι έρχονται κοντά, η Σούζαν φοβάται και έχει αμφιβολίες εάν πρέπει να προχωρήσει στη σχέση, ο Μάικλ, αντιθέτως, επιμένει. Και ενώ η επιδημία γίνεται όλο και χειρότερη ανακαλύπτουν πως τώρα χρειάζονται περισσότερο από ποτέ ο ένας τον άλλον.
Η ταινία του Μακένζι είναι ένας ύμνος στην ίδια τη ζωή η οποία παρά την καταστροφή επιμένει. Ένας ύμνος στη δύναμη της αγάπης η οποία λειτουργεί ως κάστρο και ως εστία αντίστασης σε οποιοδήποτε κακό. Γιατί σε καιρούς χαλεπούς που όλα καταρρέουν και αποσυντίθεται, που η κοινωνία κονιορτοποιείται, οι άνθρωποι δημιουργούν τους δικούς τους θύλακες μέσα στους οποίους εκτός από την επιβίωση ανακαλύπτουν και κάτι ακόμη πιο σημαντικό: τη δύναμη του να είναι μαζί μπροστά στα δύσκολα και να μη φοβούνται να εξωτερικεύσουν τα συναισθήματά τους.
Ο Μακένζι χρησιμοποιώντας ένα καταστροφολογικό σενάριο, μιλάει για πολύ περισσότερα πράγματα. Και τελικά δίνει ένα μήνυμα ελπίδας και αισιοδοξίας που πιθανόν να ταιριάζει και στους δικούς μας ζόρικους καιρούς.
Ο ίδιος ο σκηνοθέτης λέει: «Η ταινία αφορά την καθημερινότητα. Μιλά για το πώς οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τις τρομερές αλλαγές στη ζωή τους, παρά την ίδια την καταστροφή. Αυτό το στοιχείο είναι που βρήκα εξαιρετικά προκλητικό με αυτή την ιστορία. Συμφωνήσαμε ότι θέλαμε μια ποιητική εκδοχή της ιστορίας, παρά μία κατακλυσμένη με ειδικά εφέ. Θα μπορούσε να ανασχεδιαστεί ως μια χολιγουντιανή υπερπαραγωγή αν θα θέλαμε. Προτιμήσαμε να την κρατήσουμε μινιμαλιστική, να αποφύγουμε τις ανατροπές και τα κόλπα. Να προωθήσουμε το ρομαντισμό. Το ένστικτο μου, μου έλεγε να μην το μεγιστοποιήσουμε, γιατί η ιστορία είναι μεγαλειώδης από μόνη της».
Σ.Κ.


ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ


Eξι οι νέες ταινίες της προεκλογικής εβδομάδας. Για τον «Υπουργό» και την «Αίσθηση του έρωτα» μπορείτε να διαβάσετε δίπλα. Οι υπόλοιπες τέσσερις, από τις οποίες ξεχωρίζει το αριστούργημα «Πατέρας Αφέντης», είναι:
«Πατέρας αφέντης» των Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι: Η ταινία βασίζεται σε πραγματική ιστορία που γυρίστηκε αρχικά για την τηλεόραση. Όμως, οι Ταβιάνι πείστηκαν και την έστειλαν στο Φεστιβάλ Κανών του 1977, με αποτέλεσμα να κερδίσουν τον Χρυσό Φοίνικα Καλύτερης Ταινίας και το Βραβείο της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου. Η ταινία βασίστηκε στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Γκάβινο Λέντα. Διηγείται το πώς ο 7χρονος Γκάβινο εγκαταλείπει το δημοτικό σχολείο σε χωριό της Σαρδηνίας, έπειτα από απόφαση του πατέρα του, ο οποίος εξήγησε στους δασκάλους ότι ο γιος του θα είναι καλύτερο να φυλάει τα πρόβατα της οικογένειας από το να μαθαίνει γράμματα. Για τα επόμενα 14 χρόνια θα «φυλακιστεί» στα βουνά της Σαρδηνίας, ανάμεσα στα πρόβατα, όπου σιγά-σιγά ανακαλύπτει τον εαυτό του και επαναστατεί στη σαδιστική, τυραννική συμπεριφορά του πατέρα του. Ουσιαστικά, η σωτηρία του νεαρού Γκάβινο φτάνει όταν καλείται να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. Τότε, δραπετεύει από τα στενά πλαίσια της οικογένειας του και μαθαίνει κλασική μουσική, ηλεκτρονικά, την ιταλική γλώσσα, και γίνεται ολοένα και εντονότερη η επιθυμία του να σπουδάσει. Όταν αποκαλύπτει την απόφαση του στον πατέρα του, εκείνος αντιδρά βίαια. Εντέλει, ο Γκάβινο τα καταφέρνει και πηγαίνει στο πανεπιστήμιο, όπου αριστεύει, ενώ στη συνέχεια γίνεται διακεκριμένος γλωσσολόγος με ειδίκευση στις ρίζες των διαλέκτων της Σαρδηνίας. Μία ταινία σταθμός του ιταλικού κινηματογράφου.
«Elles» της Μαλγκόσκα Σουμόβσκα: Η Αν που ζει στο Παρίσι, είναι μητέρα δύο παιδιών και εργάζεται ως ρεπόρτερ στο περιοδικό Ελ, ετοιμάζει ένα άρθρο για το φαινόμενο της φοιτητικής πορνείας. Οι έρευνές της θα την οδηγήσουν σε δύο ανεξάρτητες νεαρές κοπέλες, την Αλισιά και την Σαρλότ, και οι συναντήσεις μαζί τους θα την κάνουν να αμφισβητήσει τις πιο βαθιές πεποιθήσεις της για το χρήμα, την οικογένεια και το σεξ. Καλογυρισμένη και αρκετή τολμηρή ταινία που θα μπορούσαμε να την κατατάξουμε στην κατηγορία του σοφτ πορνό.
«Οι εκδικητές» του Τζος Γουέντον: Άιρομ Μαν, Χαλκ, Θορ, Κάπτεν Αμέρικα, Χόουκι και Μπλακ Γουίντοου καλούνται να σώσουν τον πλανήτη από τον επικίνδυνο Λόκι ο οποίος έχει αποκτήσει πρόσβαση στον Υπέρ Κύβο. Πώς όμως θα καταφέρουν να συνεργαστούν όλοι αυτοί οι Υπέρ-Ήρωες οι οποίοι συχνά έχουν ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ τους; Ένα μπλοκμπάστερ που θα λατρέψουν οι λάτρεις των κόμικς της Μάρβελ ενώ οι υπόλοιποι μάλλον θα μείνουν αδιάφοροι.
«Ο Ζωολογικός μας Κήπος» του Κάμερον Κρόου: Ένας πατέρας ο οποίος έχει μείνει χήρος, αγοράζει έναν ερειπωμένο ζωολογικό κήπο ελπίζοντας σε μια νέα αρχή. Καθώς όμως έρχεται αντιμέτωπος με αμέτρητα εμπόδια για να καταφέρει να κρατήσει τον ζωολογικό κήπο ανοιχτό, πρέπει ταυτόχρονα να βρει το κουράγιο να αφοσιωθεί ξανά στα παιδιά του και στη νέα τους ζωή. Αμερικανική οικογενειακή κωμωδία.
Σινεφίλ
31ο ΔΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ
Πλάι στις ανθισμένες τουλίπες


Αποστολή
Στράτος Κερσανίδης


Η τουλίπα είναι το λουλούδι-σύμβολο της Κωνσταντινούπολης. Γι’ αυτό και το μεγάλο βραβείο του Φεστιβάλ Κινηματόγραφου είναι η Χρυσή Τουλίπα. Τις μέρες αυτές μάλιστα, παράλληλα με το φεστιβάλ, ήταν και η Γιορτή της Τουλίπας, η οποία, όπως μπόρεσα να αντιληφθώ, πλαισιωνόταν από μια σειρά εκδηλώσεων όπως συναυλίες, εκθέσεις, δρώμενα και, φυσικά, πολλές πολύχρωμες τουλίπες να βρίσκονται παντού.
Κι αν αρκετός κόσμος παρακολουθούσε τις εκδηλώσεις της τουλίπας, ανάλογη κοσμοσυρροή υπήρξε και στις προβολές του 31ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Κωνσταντινούπολης.
Οι τούρκοι θεατές τίμησαν με την παρουσία τους όλα τα τμήματα του φεστιβάλ, αλλά περισσότερο ενδιαφέρον έδειξαν για τις ταινίες του εθνικού τους τμήματος. Μία εκτίμηση που μπορώ να κάνω είναι πως χαρακτηριστικό της φετινής τουρκικής παραγωγής ήταν η ανισότητα. Υπήρξαν δηλαδή ταινίες πολύ υψηλού επιπέδου και άλλες που τις χαρακτήρισε η μετριότητα. Ένα άλλο χαρακτηριστικό είναι πως τον τουρκικό κινηματογράφο απασχολεί πλέον πολύ συχνά του κουρδικό ζήτημα. Ένα θέμα ταμπού για την κοινωνία της γείτονος, η οποία βιώνει το πρόβλημα με πολύ διαφορετικούς όρους από ό,τι οι ξένοι, άρα και οι Έλληνες, που το παρακολουθούμε από κάποια απόσταση «ασφαλείας».
Η ταινία «Πέρα από το λόφο», του Εμίν Αλπέρ, η οποία κέρδισε τη Χρυσή Τουλίπα, είναι μια εξαιρετική προσέγγιση στο ζήτημα του «άλλου» του διαφορετικού. Μέσα από τη συνάντηση μιας οικογένειας -ο πατέρας δέχεται την επίσκεψη του γιου και των δυο εγγονών του- ο σκηνοθέτης θέτει ένα ακανθώδες ζήτημα. Οι «άλλοι» είναι οι νομάδες, που ζουν πέρα από το λόφο και κλέβουν τις κατσίκες, όπως υποστηρίζει ο πατέρας. Στο στόχαστρο του σκηνοθέτη είναι η κοινωνική διαδικασία δημιουργίας εχθρών. Η ταινία τιμήθηκε και με το βραβείο της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματόγραφου (FIPRESCI).
Το βραβείο σκηνοθεσίας κέρδισε ο Ζεκί Ντεμίρκουμπουζ για την εξαιρετική ταινία «Εντός». Έχοντας ως κεντρικό χαρακτήρα το Μουχαρέμ, ο Ντεμίρκουμπουζ, διασκευάζει το «Υπόγειο» του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, σε μια ταινία εσωτερική και απαισιόδοξη. Μέσα από το Μουχαρέμ, ο σκηνοθέτης εξετάζει τις υπαρξιακές αγωνίες του ατόμου. Η συγκλονιστική ερμηνεία του Ενγκίν Γκιουναϊντίν στο πρωταγωνιστικό ρόλο τού χάρισε το βραβείο ανδρικής ερμηνείας.
Το μεγάλο βραβείο της επιτροπής κέρδισε η ταινία «Ίχνος» του Μ. Ταϊφούρ Αϊντίν. Η 80χρονη Σεριστάν αποφασίζει μαζί με το γιο της Μίρζα και την εγγονή της Χέβι, να επιστρέψει στην πόλη του, από όπου είχε εκδιωχθεί βίαια πριν από 20 χρόνια και κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη. Στο ταξίδι όλα τα γεγονότα που είχε ζήσει η Σεριστάν και τα κρατούσε μυστικά αρχίζουν να επανέρχονται.
Τη Χρυσή Τουλίπα στο Διεθνές τμήμα κέρδισε η Τζούλια Λόκτεφ με την ταινία «Ο πιο μοναχικός πλανήτης». Η ταινία εστιάζει στη σχέση ενός ζευγαριού, του Άλεξ και της Νίνας, που αποφάσισαν να κάνουν ένα ταξίδι στον Καύκασο, πριν από το γάμο τους. Το ζευγάρι και ένας οδηγός που έχουν μαζί τους προχωρούν και όλα είναι φυσιολογικά. Όταν όμως συμβαίνει κάτι όλα θα αλλάξουν. Θα πέσει σιωπή ανάμεσα στον Άλεξ και τη Νίνα. Ο Καύκασος πλέον δεν αποτελεί παρά το σκηνικό μιας σχέσης που δοκιμάζεται.
Το Μεγάλο Βραβείο της επιτροπής για το διεθνές τμήμα κέρδισε η ταινία «Όσλο, 31 Αυγούστου» του Γιοακίμ Τρίερ. Είναι η ιστορία του 34χρονου Άντερς ο οποίος βγαίνει από το κέντρο αποτοξίνωσης και νιώθει απομακρυσμένος από όλη την προηγούμενη ζωή και τις σχέσεις του. Μια σπαρακτική ιστορία για τα αδιέξοδα των νέων ανθρώπων του 21ου αιώνα, τη μοναξιά και τη μελαγχολία του σύγχρονου ανθρώπου.
Η Διεθνής Ομοσπονδία Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI) βράβευσε από το διεθνές τμήμα την ταινία «Ανεμοδαρμένα ύψη» της Αντρέα Άρνολντ, μια εξαιρετική μεταφορά  του ομώνυμου μυθιστορήματος της Έμιλι Μπροντέ.
Μετά από την τελετή λήξης του φεστιβάλ προβλήθηκε η τελευταία ταινία των Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι, «Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει» η οποία κέρδισε τη Χρυσή Αρκούδα στο Φεστιβάλ του Βερολίνου.
Η ταινία είναι γυρισμένη σε φυλακές υψίστης ασφαλείας και το θέμα της είναι η προετοιμασία του ανεβάσματος του σεξπιρικού έργου «Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει» από τους φυλακισμένους. Οι Ταβιάνι στήνουν και ολοκληρώνουν ένα αληθινό έργο τέχνης. Χτίζουν μια καθημερινότητα με το σεξπιρικό έργο να εισβάλει στα κελιά μετατρέποντας τη φυλακή σε θεατρική σκηνή. Ένα αληθινό κινηματογραφικό αριστούργημα από δύο δημιουργούς που σκηνοθετούν με πάθος και φρεσκάδα αποδεικνύοντας έμπρακτα τη σχετικότητα του χρόνου.
Ακόμη ένα φεστιβάλ κινηματόγραφου στην Κωνσταντινούπολη με την παρουσία της Εποχής, πέρασε στο παρελθόν. Ραντεβού τον Απρίλιο του 2013, αν όλα πάνε καλά!

Υ.Γ. «Σινεφίλ, την επόμενη φορά θα πάμε μαζί στην Κωνσταντινούπολη», μου έλεγε ο Γιάννης Μπανιάς. Δυστυχώς όμως, δεν έμελλε να κάνουμε ποτέ μαζί αυτό το ταξίδι. Και γι’ αυτό ήταν πιο έντονη η απουσία του, αλλά και η παρουσία του, αυτές τις μέρες.

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε. ,
http://kersanidis.wordpress.com





«Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΜΗΧΑΝΗ»
Ένα πρωτοποριακό αριστούργημα




Eνα μοναδικό και αξεπέραστο δείγμα πειραματικού κινηματογράφου που περιγράφει την αστική ζωή στη Σοβιετική Ένωση το 1929.
Ο Ντζίγκα Βερτόφ με την ταινία του «Ο άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή» κάνει πράξη το θεωρητικό του μανιφέστο για την «κάμερα-μάτι» σύμφωνα με το οποίο η κάμερα είναι προέκταση του ματιού. Ο απόλυτος πολλαπλασιασμός των ιδιοτήτων του, και η κατάκτηση της τέχνης, χάρη στην νέα σύνθεση του χώρου, του χρόνου, της κίνησης, ολόκληρου του αισθητού κόσμου. Η κινηματογραφική τεχνική επιτρέπει την αποτύπωση και την κατάκτηση του πραγματικού. Έτσι ο Βερτόφ κινηματογραφεί και στη συνέχεια δημιουργεί με το μοντάζ την ιστορία του. Δεν είναι όμως μόνο το μοντάζ. Είναι μια ολόκληρη σειρά από πρωτοποριακές μεθόδους που χρησιμοποιεί. Ο Βερτόφ, πρόδρομος της ρεαλιστικής θεωρίας και ένας από τους σπουδαιότερους κινηματογραφιστές του «ρώσικου φορμαλισμού», πίστευε πως ο κινηματογράφος πρέπει να απαλλαγεί από οτιδήποτε δεν ήταν παρμένο «εκ του φυσικού», και επεδίωκε να συλλάβει τη «ζωή εξ απροόπτου», δηλαδή να κινηματογραφεί την πραγματικότητα των πραγμάτων και τους ανθρώπους χωρίς οι ίδιοι να το γνωρίζουν, ώστε να μην τροποποιείται η συμπεριφορά τους. Γι’ αυτόν ο κινηματογράφος δεν χρειάζονταν μύθο και ιστορία. Η κάμερα ήταν ένα μάτι (κινηματογράφος - μάτι) που κατέγραφε την πραγματικότητα και δεν την αναπαριστούσε.
Η ταινία του Βερτόφ παρουσιάζει τη ζωή στην πόλη της Οδησσού και άλλες πόλεις της Σοβιετικής Ένωσης. Από το χάραμα ως το σούρουπο, βλέπουμε τους πολίτες στη δουλειά και στη διασκέδαση. Η κάμερα εστιάζεται τόσο σε άψυχα πράγματα, όπως οι μηχανές και οι λειτουργίες τους, όσο και σε έμψυχα, όπως ζώα και άνθρωποι µε τις δραστηριότητές τους. Στο βαθμό που μπορεί να γίνει λόγος για χαρακτήρες, αυτοί είναι ο καμεραμάν του τίτλου και η σύγχρονη Σοβιετική Ένωση που ανακαλύπτει και παρουσιάζει.

Σ.Κ.




ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ


Επτά νέες ταινίες («Ο άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή» σε διπλανή στήλη) προβάλλονται την τρέχουσα κινηματογραφική εβδομάδα. Ιδού:
«Magic hour» του Κώστα Καπάκα: Ο Καπάκας αφηγείται τις περιπέτειες ενός λούζερ διδύμου. Δύο τύποι, ο Διομήδης και ο Αριστείδης, που γνωρίζονται τυχαία, αποφασίσουν να δραπετεύσουν με άγνωστο προορισμό ταξιδεύοντας με μία νεκροφόρα. Ένα ενδιαφέρον, αν και άνισο, ρόουντ μούβι με αρκετό χιούμορ. Μια αρκετά προσεγμένη ταινία που, δυστυχώς κάνει κάποιες κοιλιές και έχει κάποια σημεία (όπως π.χ. το θερινό σινεμά που ένας από τους ήρωες οραματίζεται να το κάνει νεκροταφείο του ελληνικού κινηματογράφου) που περισσεύουν και είναι τραβηγμένα. Ο θεατής όμως αποζημιώνεται από τις ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών και από το τελευταίο μέρος της ταινίας, το οποίο είναι απογειωτικό… στην κυριολεξία!
«Σούπερ Δημήτριος» του Γεώργιου Παπαϊωάννου: Σε ένα σουρεαλιστικό παράλληλο σύμπαν, η Θεσσαλονίκη έχει τον δικό της προστάτη υπερήρωα: τον Σούπερ Δημήτριο. Μια επιμελώς κακοφτιαγμένη ταινία που σατιρίζει χωρίς αιδώ όλη τη θεσσαλονικίλα, τη μακεδολαγνεία, το συντηρητισμό και τη χαβαλεδοκατάσταση που κυριαρχούν στη Θεσσαλονίκη. Η ταινία είναι «βλάσφημη» για τα ιερά και τα όσια, δεν αφήνει τίποτε όρθιο, έχει πλάκα. Καλτ κινηματογράφος σε όλο του το μεγαλείο και, προς θεού, μην την πάρετε στα σοβαρά, όπως ούτε και η ίδια παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό της.
«Ανοιχτά μικρόφωνα» του Νίκου Σκαρέντζου: Ντοκιμαντέρ μέσα από το οποίο ο σκηνοθέτης μέσα από μια σειρά συνεντεύξεων καταγράφει την επιρροή του ελληνικού χιπ χοπ στην ελληνική κοινωνία.
«Battleship» του Πίτερ Μπεργκ: Το ομώνυμο επιτραπέζιο παιχνίδι μεταφερμένο στη μεγάλη οθόνη. Το πολεμικό ναυτικό των ΗΠΑ αντιμέτωπο με μια εξωγήινη φυλή.
«Άναψέ με» της Γιανίκε Σιστάντ Γιάκομπσεν: Νεανική κωμωδία από τη Νορβηγία. Η 15χρονη Άλμα ονειρεύεται σεξ με τον ωραίο του σχολείου. Όμως οι φαντασιώσεις της θα τη φέρουν σε δύσκολη θέση.
«Οίκος ανοχής» του Μπερτράν Μπονελό: Αρχές του 20ού αιώνα και ένας οίκος ανοχής φτάνει στο τέλος της ιστορίας του. Γύρω του ένας ολόκληρος μικρόκοσμος ζει τα δικά του δράματα.

Σινεφίλ
«Η ΚΑΛΠΙΚΗ ΛΙΡΑ»
Αόμματος, ελεήστε τον αόμματο…




Του
Στράτου Κερσανίδη


57 χρόνια μετά από την πρώτη της προβολή, το 1955, επαναπροβάλλεται στους κινηματογράφους μια από τις πιο σημαντικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου. Πρόκειται για τη θρυλική «Κάλπικη λίρα» του Γιώργου Τζαβέλλα, την οποία ο θεωρητικός του κινηματογράφου Τζορτζ Σαντούλ, ενέταξε ανάμεσα στις καλύτερες ταινίες παγκοσμίως.
«Η κάλπικη λίρα» δεν υπήρξε μόνον η μεγαλύτερη καλλιτεχνική και εισπρακτική επιτυχία (στην πρώτη της προβολή έκοψε 217.780 εισιτήρια) εντός συνόρων αλλά και η πρώτη ελληνική ταινία με διεθνή καριέρα, αφού συμμετείχε σε πέντε διεθνή φεστιβάλ -Κάννες, Κάρλοβι Βάρι, Βενετία, Μόσχα και Μπάρι- και βραβεύτηκε στα τρία τελευταία. Και σήμερα είναι η πρώτη ελληνική ταινία που επανακυκλοφορεί μετά από ειδική ψηφιακή επεξεργασία.
Η ταινία είναι σπονδυλωτή και περιλαμβάνει τέσσερις ιστορίες οι οποίες έχουν ως συνεκτικό στοιχείο μια κάλπικη λίρα που πηγαίνει από χέρι σε χέρι. Πώς, όμως, «γεννήθηκε» αυτή η κάλπικη λίρα η οποία ξεγέλασε και πυροδότησε τα όνειρα κάποιων ανθρώπων για μια καλύτερη ζωή; Όλα ξεκίνησαν όταν ένας έντιμος χαράκτης έπεσε θύμα μια μοιραίας γυναίκας και του απατεώνα φίλου της οι οποίοι τον έπεισαν να γίνει… παραχαράκτης. Βέβαια τα πράγματα δεν πήγαν όπως τα υπολόγισαν κι ο ανθρωπάκος έχασε τις οικονομίες του και το μόνο που έμεινε ήταν μια κάλπικη λίρα που όμως ήταν τόσο εμφανώς κάλπικη που δεν έπιανε δεκάρα.
Και κάπως έτσι καταλήγει στα χέρια ενός τυφλού ζητιάνου που έχει όραση γερακιού, αφού η τυφλότητά του είναι τόσο αληθινή όσο και η λίρα της ιστορίας μας. Αυτός αντιλαμβάνεται πως η λίρα είναι κάλπικη και την ξεφορτώνεται πληρώνοντας μ’ αυτή μια πόρνη η οποία όμως δεν παίρνει χαμπάρι περί τίνος πρόκειται αφού η λίρα χάνεται και καταλήγει στα χέρια μια φτωχής ανθοπώλισσας η οποία προσπαθεί να επιβιώσει με την άρρωστη μητέρα της. Η κοπέλα αποφασίζει να πληρώσει έτσι το ενοίκιο στον σκληρό σπιτονοικοκύρη της. Ο τελευταίος όμως, ενώ αντιλαμβάνεται πως η λίρα είναι κάλπικη, σε μια παράξενη στιγμή ανθρωπιάς αποφασίζει να βοηθήσει την κοπέλα και να δεχτεί το νόμισμα. Έτσι η λίρα καταλήγει μέσα σε μια πρωτοχρονιάτικη βασιλόπιτα.
Τυχεροί της χρονιάς, αφού αυτοί κερδίζουν το φλουρί είναι ένα νιόπαντρο ζευγάρι που φυτοζωεί. Εκείνος είναι πτωχός πλην τίμιος ζωγράφος κι εκείνη κόρη πλούσιας οικογένειας η οποία την αποκήρυξε επειδή παντρεύτηκε χωρίς την άδειά της. Όλα του γάμου δύσκολα, κι ακόμη δυσκολότερα κάτω από τέτοιες συνθήκες. Αλλά να που η λίρα έρχεται από το πουθενά στα χέρια τους. Μόνο που είναι κάλπικη…
Κάπως κυλούν σε γενικές γραμμές οι τέσσερις ιστορίες της ταινίας. Πρόκειται για μια ηθογραφική ταινία με έντονα στοιχεία μελοδράματος αλλά και κωμωδίας. Η ταινία διαθέτει μια τεχνική αρτιότητα, πρωτόγνωρη για εκείνα τα χρόνια. Πάνω απ’ όλα όμως ξεχωρίζει για τη σκηνοθεσία του Γιώργου Τζαβέλλα. Μια σκηνοθεσία που διατηρείται σε χαμηλή ένταση, αφού δεν αναλώνεται σε εντυπωσιασμούς ούτε σε σκηνοθετικές ακροβασίες. Διαθέτει στιβαρότητα και δυναμισμό και είναι κυρίως λιτή. Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Γιώργος Τζαβέλλας συνδέει με μαεστρία τις τέσσερις ιστορίες του, περνώντας με ευκολία από τη μία στην άλλη χωρίς να ξενίζει ή να δημιουργεί χάσματα. Πάνω από μισό αιώνα μετά από την πρώτη της προβολή «Η κάλπικη λίρα» παραμένει φρέσκια και δροσερή. Είναι ένα αληθινό μνημείο τέχνης, μια ταινία που όσες φορές κι αν την έχω δει (και την έχω δει πολλές) δεν την χορταίνω. Και δεν είναι από νοσταλγία, αυτό μπορώ να σας το επιβεβαιώσω, και είμαι σίγουρος πως συμφωνείτε μαζί μου.
Τέλος, να σημειώσω πως ακόμη ένα μεγάλο ατού της «Κάλπικης λίρας» είναι οι κορυφαίοι ηθοποιοί που συμμετέχουν: Βασίλης Λογοθετίδης, Ίλυα Λιβυκού, Βαγγέλης Πρωτόπαπας, Μίμης Φωτόπουλος, Σπεράντζα Βρανά, Ορέστης Μακρής, Μαρία Καλαμιώτου, Δημήτρης Χορν, Έλλη Λαμπέτη, Δημήτρης Μυράτ (αφηγητής). Η μουσική είναι του Μάνου Χατζιδάκι. Θέλετε κι άλλα;

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε. ,
kersanidis.wordpress.com




ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ
Οι υποψηφιότητες για τα φετινά βραβεία


Τη Δευτέρα 7 Μαΐου θα πραγματοποιηθεί, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, η φετινή τελετή απονομής των βραβείων της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Η παρουσίαση θα γίνει από τους: Βασίλη Χαραλαμπόπουλο, Μαρία Ναυπλιώτου, Φαίη Ξυλά και Βάσω Καβαλιεράτου. Τη σκηνοθεσία και τα κείμενα της τελετής έχει αναλάβει ο Αλέξης Καρδαράς, ενώ τους φωτισμούς θα κάνει ο Αλέκος Γιάνναρος.
«Η τρίτη χρονιά διοργάνωσης των Κινηματογραφικών Βραβείων της EAK αποδεικνύει κάτι πολύ σημαντικό: Ο ελληνικός κινηματογράφος ανθίζει, ακόμα και στις άγονες συνθήκες που επικρατούν για αυτόν». Αυτό  τόνισε -μεταξύ άλλων- στη συνέντευξη Τύπου που πραγματοποιήθηκε την περασμένη εβδομάδα η πρόεδρος της ΕΑΚ, Κατερίνα Ευαγγελάκου, καθώς φέτος διαγωνίστηκαν περισσότερες ταινίες από κάθε άλλη χρονιά. Συγκεκριμένα διαγωνίστηκαν 21 ταινίες μεγάλου μήκους μυθοπλασίας, 11 ταινίες μεγάλου μήκους τεκμηρίωσης και 23 μικρού μήκους. Η κ. Ευαγγελάκου αναφερόμενη στα τεράστια εμπόδια που αντιμετωπίζει ο χώρος, δήλωσε πως ο ελληνικός κινηματογράφος στηρίζεται, κυρίως, στους ανθρώπους που τον δημιουργούν, οι οποίοι αποτελούν ένα από τα πιο υγιή κομμάτια της κοινωνίας μας.
Υποψήφιες για βραβείο καλύτερης ταινίας μυθοπλασίας είναι: «Άδικος κόσμος», «Το γάλα», «Η πόλη των παιδιών», «Τρεις μέρες ευτυχίας» και «Fish n’ chips»
Υποψήφιες για καλύτερο ντοκιμαντέρ είναι: «Οι Νύμφες του Hindu Kush», «Πεθαίνοντας για την Αλήθεια», «Πρώτη Ύλη», «Σωματείο ρακοσυλλεκτών».
Υποψήφιες στην κατηγορία μικρού μήκους είναι: «Αμπάριζα γι’ απόδραση», «Ο Μπαμπάς μου, ο Λένιν κι ο Φρέντυ», «Πίστομα», «Just a Perfect Day», «Musikhof».
Για βραβείο σκηνοθεσίας υποψήφιοι είναι οι: Φίλιππος Τσίτος («Άδικος κόσμος»), Δημήτρης Αθανίτης (Τρεις μέρες ευτυχίας») και Αργύρης Παπαδημητρόπουλος και Γιαν Φόγκελ («Wasted youth»).
Για βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη: Γιώργος Γκικαπέππας («Η πόλη των παιδιών»), Γιώργος Σιούγας («Το γάλα»), Ηλίας Δημητρίου («Fish n’ chips»).
Για βραβείο σεναρίου: Φίλιππος Τσίτος και Δώρα Μασκλαβάνου («Άδικος Κόσμος»),
Ευθύμης Φιλίππου και Γιώργος Λάνθιμος («Άλπεις»), Γιώργος Γκικαπέππας («Η Πόλη των Παιδιών»).
Για βραβείο Α’ ανδρικού ρόλου: Αντώνης Καφετζόπουλος («Άδικος Κόσμος»),
Προμηθέας Αλειφερόπουλος («Το Γάλα»), Γιάννης Στάνκογλου («Το Τανγκό των Χριστουγέννων»).
Για το βραβείο Α’ γυναικείου ρόλου: Θεοδώρα Τζήμου («Άδικος Κόσμος»),  Ιωάννα Τσιριγκούλη («Το Γάλα»), Κίκα Γεωργίου («Η Πόλη των Παιδιών»).
Δυστυχώς ο χώρος της εφημερίδας δεν μας επιτρέπει να αναφέρουμε και τις υπόλοιπες υποψηφιότητες δηλαδή Β’ ανδρικού και γυναικείου ρόλου, φωτογραφίας, μοντάζ, πρωτότυπης μουσικής, σκηνογραφίας, ενδυματολογίας, ήχου, μακιγιάζ και ειδικών εφέ και κινηματογραφικής καινοτομίας.  

Σ.Κ.


ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

Eξι είναι οι ταινίες οι οποίες θα ξεκινήσουν να προβάλλονται από την Κυριακή του Πάσχα. Με την ψηφιακά επεξεργασμένη «Κάλπικη λίρα» να ξεχωρίζει (διαβάστε δίπλα), οι υπόλοιπες ταινίες είναι:
«Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου» του Τάρσεμ Σινγκ: Μετά το θάνατο του βασιλιά, η αδίστακτη και φιλόδοξη βασίλισσα κλείνει τη 18χρονη Χιονάτη στο παλάτι. Όμως σύντομα την εξορίζει στο δάσος επειδή ένας νεαρός πρίγκιπας φαίνεται να ενδιαφέρεται γι’ αυτήν. Στο δάσος η Χιονάτη ζει με επτά αξιαγάπητους νάνους και μεγαλώνοντας αρχίζει να σκέφτεται πως θα σώσει το βασίλειο από τη σκληρή Βασίλισσα. Με τη βοήθεια των νάνων η Χιονάτη αναλαμβάνει να πραγματοποιήσει το όνειρό της. Η ταινία δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με το γνωστό παραμύθι, διαθέτει δική του δύναμη, είναι αστεία και μαγευτική.
«Οι καλοκαιρινές μου διακοπές» του Άντριάν Γκρούνμπεργκ: Στην προσπάθειά του να περάσει τα σύνορα με ένα αυτοκίνητο γεμάτο κλεμμένα χρήματα, ο Ντράιβερ συλλαμβάνεται από τη μεξικάνικη αστυνομία. Φυλακίζεται στη φυλακή Ελ Πουμπλίτο, η οποία δεν έχει και πολύ καλή φήμη. Κανείς δεν ξέρει που βρίσκεται ο Ντράιβερ, κι όμως, μια μέρα τον επισκέπτεται ένας υπάλληλος της αμερικάνικης πρεσβείας ο οποίος τον εκβιάζει. Ένα φυλακισμένο αγόρι, το οποίο κρύβει ένα μεγάλο μυστικό, μαθαίνει στο φυλακισμένο αμερικάνο τα κόλπα επιβίωσης στη φυλακή.
«Streetdance 2» των Μαξ Γκίουα και Ντάνια Πασκουίνι: Δυο χορευτές ταξιδεύουν στην Ευρώπη για να βρουν του καλύτερους χορευτές δρόμου. Στη διάρκεια του ταξιδιού ο ένας από αυτούς, ο Ας, ερωτεύεται μια όμορφη χορεύτρια της σάλσα, την Εύα.
«Το μικρό σπίτι στο δάσος» του Ντριού Γκόνταρντ: Πέντε φίλοι πηγαίνουν για το Σαββατοκύριακο σε ένα σπιτάκι στο δάσος. Όμως εκεί δέχονται επίθεση από κάποια υπερφυσικά πλάσματα. Το μακελειό ξεκινά, αίμα και θάνατος γεμίζει το μικρό σπίτι στο δάσος. Στο μεταξύ κάποιοι τεχνικοί σε έναν πύργο έλεγχου παρακολουθούν τη σφαγή. Αρκετά ενδιαφέρουσα ταινία τρόμου, με κλισέ αλλά και πρωτοτυπία.         
«Πειρατές!» των Πίτερ Λορντ και Τζεφ Νιούιτ: Με ένα σαπιοκάραβο ο κακομοίρης Πειρατής Καπετάνιος με το κουρελιασμένο πλήρωμά του, φιλοδοξεί να νικήσει τον Μαύρο Μπέλαμι και την Κάτλας Λιζ στην κούρσα για το βραβείο του Πειρατή της Χρονιάς. Η φανταστική περιπέτεια αρχίζει θα παρασύρει μικρούς και μεγάλους, βοηθούσης και της τρισδιάστατης τεχνολογίας.

Σινεφίλ