Αρχείο



Ξούθου και Μενάνδρου γωνία

Ναζί κανείς ή να μη ζει;

[…] Κι από τα βάθη
των επαναστάσεων
τα κείμενα κι οι μουσικές
και τα χρώματα […]
Ποτάμι τα αίματα της ιστορίας
Και πάντα έτσι γίνεται
κανείς δεν το καταλαβαίνει
πως εφιάλτης και τέχνη
 πηγαίνουν μαζί

 ως τον τελευταίο πυροβολισμό
(Ζέφη Δαράκη, «Ερήμωνε»)

Ρωτάς αν η ζωή σου γράφεται
ακόμα με ωμέγα.
Με ωμέγα θα γράφεται πάντοτε
κι ας έχει για κατάληξή της ήττα.
Εξάλλου, τα μακρά φωνήεντα
σαν αγκαλιές
κρατάνε για πολύ τα κερδισμένα
και τα χαμένα.
Πρόσεχε λοιπόν την ορθογραφία
της ζωής
γιατί το λάθος δεν χαλάει
μόνο τη λέξη,
μαραίνει και το νόημά της.
(Διονύσης Καρατζάς,
«Ορθογραφία νοήματος»)


Προχτές έγραφα για τις εκλογές του 1946 με το ΚΚΕ όχι απλώς σε διακοσμητικό ή ρόλο απόντα, αλλά υπεύθυνου για την εγκατάλειψη των αριστερών στη μανία της άρχουσας τάξης. Ένα πλειοψηφικό ρεύμα αντίστασης μετατράπηκε σε έγκλειστους, εκτελεσμένους, εξορισμένους, ηττημένους. Η αδυναμία –για ν’ αποφύγω εν θερμώ άλλους χαρακτηρισμούς– της ηγεσίας, πυροδότησε τη δύναμη των πολιτών στις εκλογές του 1958. Από τότε μεγαλώσαμε με τη μοναδική λαμπρή σελίδα στην ιστορία της Αριστεράς, τους 940.000 ψήφους, τις 60 έδρες, το 24,42% και την 11η Μαΐου. Χρειάστηκαν μόλις 54 χρόνια για να διηγούμαστε στο μέλλον τα σημερινά με τη θριαμβική προσθήκη «Ήμουν κι εγώ εκεί!». Φόβος ανάμεικτος μ’ ελπίδα μήπως τη φορά αυτή τα πράγματα δεν ξεφουσκώσουν έτσι απλά. Τότε τo τριφασικό –σαν ηλεκτρικό ρεύμα– σύστημα, δε στάθηκε εμπόδιο στο αίτημα αντίστασης. Τώρα, την ανάγκη επιβίωσης και σωτηρίας, δε έκαμψαν απειλές ισχυρών, δε δηλητηρίασε η χολή των ΜΜΕ, δεν απέτρεψε το εκλογικό bonus –βασικό συστατικό της δημοκρατίας τους. (Ρωτήστε και τη Simens). Ευαισθητοποίησε μάλιστα και τους δημοσιογράφους που καθυστερημένα ανακάλυψαν την υφαρπαγή ψήφων κι εδρών. Ίσως γιατί την πλήρωσαν οι εκλεκτοί τους Μάνος και Ντόρα.
Με την ηγετική(;) –γιατί ηγεσία προϋποθέτει όραμα, σχέδιο, βούληση– ομάδα του ΚΚΕ προφανώς θ’ ασχοληθούν άλλοι. Η στάση τους δεν αποτελεί έκπληξη, μετά την ανιστόρητη απόφαση για χωριστή κάθοδο, και την ανοίκεια, έστω και φοβισμένη, προεκλογική τακτική τους. Ελπίζω μόνο να μην αποτελούν προσυμφωνημένο άλλοθι του συστήματος.
Ιστορικό και το χαμηλό 13,18% του ΠΑΣΟΚ, χαμηλότερο ακόμα κι από το 13,58% της 17ης Νοεμβρίου 1974. Διπλά χαρμόσυνη η σύμπτωση να βρίσκεται στην ηγεσία η πλέον αδίστακτη πολιτική φυσιογνωμία της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας. Δεν ξέρω αν κλείνει ο κύκλος αμφοτέρων, γιατί συνήθως οι κατσαρίδες και οι δεινόσαυροι αποδεικνύονται ανθεκτικότεροι των ανθρώπων. Όσοι όμως είχαν την ατυχία να ζήσουν μετά το 1981 (και να υποστούν) όλο το μόρφωμα της αλλαγής, δεν μπορεί παρά να αισθάνονται ανακούφιση. Οι παρεκβάσεις τόσο στην πολιτική όσο και στην οικονομία, ήταν τα επόμενα μιας βίαιης μετάλλαξης που εξάντλησαν το εναπομείναν έρμα και εξαντλήθηκαν σε συνθηματολογία. Τα παρεπόμενα μιας συγκεχυμένης διαστρωμάτωσης και μιας αμφισβητήσιμης ηθικής ήρθαν να εμπλουτίσουν τα τηλεοπτικά, που μεταλλάχθηκαν και σε κομματικά, πρότυπα επιβάλλοντας όχι απλώς την κυριαρχία της trash tv, αλλά και της πολιτικής περσόνας που μονότονα και καθημερινά παρήλαυνε από κανάλια και ραδιόφωνα. Πότε κάθονται στα υπουργεία τους και πώς παράγουν έργο; -παρέμενε αυτονόητο το ερώτημα, για να απαντηθεί από τη διάλυση που ακολούθησε.
Έφριττα στα 8 μου όταν ο παππούς μου κατέβαινε προεκλογικά στη Ναύπακτο ως κομματάρχης του Νόβα. (Οι διορισμοί και τα ρουσφέτια που εξασφάλιζε, ήταν το επακόλουθο των υπηρεσιών του). Είκοσι χρόνια μετά αποδείχτηκε πως ο κατήφορος είναι ασταμάτητος, όταν η αλαζονεία της εξουσίας δεν έχει όρια. Ακόμα και η Χρυσή Αυγή αξιοποιήθηκε, είτε ως φόβητρο απέναντι στους πολίτες, είτε ως ανάχωμα στη ΝΔ. Το ότι οι νεοναζί ψηφίστηκαν από το 10% των ανδρών και το 50% των αστυνομικών, δεν αποτελεί έκπληξη σε μια δημοκρατία που όταν δεν εξωθεί τους πολίτες σε αυτοκτονία, τους προκαλεί ανεπανόρθωτες βλάβες. Λεβέντες, ένστολοι και πάνοπλοι Χρυσαυγίτες και ΜΑΤ διαμορφώνουν το κυρίαρχο ανδρικό πρότυπο που γαμεί και δέρνει. Μόνο που στη φούρια τους οι ευυπόληπτοι δεν πρόλαβαν να ελέγξουν τα θύματά τους, και κινδυνεύουν. Όμως διάβασαν λάθος τη μόλυνση. Γιατί, στο μυαλό έχουν το πρόβλημα. Θετικό πάντως που διασώθηκε ο Χρυσοχοΐδης, όχι ως οροθετικός αλλά ως εκλεγμένος. Άλλωστε, ήταν ο μόνος που δεν διάβασε το μνημόνιο. Απλώς το υπέγραψε.
Ο πανικός του συστήματος για την ψήφο αυτοσυντήρησης, που υπονομεύει τη θεόθεν εξουσία τους, ήταν φυσικό να πολλαπλασιάσει την πολεμική απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, που όχι απλώς θα πάρει τις καταθέσεις, θα βιάσει τις γριές, θα επιστρέψει τα μουλάρια που είχαν επιταχθεί στον Εμφύλιο, αλλά έβαλε και στη βουλή τον Γλέζο, χωρίς τη φορά αυτή να τον περάσει από το ιατρείο για πρώτες βοήθειες.
Τα blogs την 25η Μαρτίου εμφάνιζαν τον Βεληγκέκα-Πρετεντέρη, τον Ιμπραήμ-Κύρτσο, τον Κιουταχή-Τσίμα, να προσπαθούν ν’ αποτρέψουν τους Έλληνες, να μην επαναστατήσουν κατά των Τούρκων. Στον ίδιο πανικό θα ’ζησαν κι οι προύχοντες το ’40 με το αψυχολόγητο Όχι στους Ιταλούς. Και τον Απρίλιο του ’41 διέλυσαν το στρατό δίνοντας αναγκαστική άδεια στους φαντάρους. Η χώρα εάλω στον Χίτλερ. Ανάλογη σύνεση ζητούν και τώρα. Αλλά υπάρχουν και τ’ απρόβλεπτα: γιατί, Σκεφτείτε το, ω Έλληνες Χριστιανοί/ αν δεν αμάρτανε η καλόγρια/ και δε γεννιόταν ο μεγάλος μας Καραϊσκάκης/ σκεφτείτε το πού θα κατέληγε/ η επανάστασή μας. (Σ. Σαράκης)



Κώστας Κρεμμύδας
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.
Καλύτερη η θλίψη από αυτή την κατακρημνιζόμενη χιονοστιβάδα, που λέγεται ιστορία

H ποίηση είναι αλητεία και δεν καταχωρείται/ Μήτε πουλιέται/ Παρά μόνο σε μικρά βιβλιαράκια τσέπης/ Να ταξιδεύει πρέπει το ποίημα/ Ξεγελώντας τον έλεγχο των τελωνειακών/ Στη μέσα τσέπη ενός μπουφάν/ Σε μια χειροβομβίδα να τυπώνεται το ποίημα/ Με την περόνη στα αχαμνά των ποιητών/ Να τρομοκρατούν το σύμπαν της φενάκης

(Παναγιώτης Αρβανίτης,
«Μια στάλα κατράμι
σ’ ένα βαρέλι μέλι»)


Καταρχήν χρειάζονταν περισσότερα βεγγαλικά. Όπως το ’κανε ο Σαββόπουλος το ’83 στο Ολυμπιακό Στάδιο. Ήμασταν με το γιο μου, 3 χρονών κι ενός μήνα, σήμερα κοντεύει τα 32 κι είναι από τον Δεκέμβρη απλήρωτος. Και το χειρότερο, δεν είναι ο μόνος. Από τότε γνωρίσαμε τόσες εκλογικές αναμετρήσεις όσες είχαμε στερηθεί τα χρόνια της χούντας. Και κάθε φορά αναρωτιόμαστε: «Πώς να χωρέσει ο νους μας τόσο τίποτα;», καταπώς το λέει ο φίλος μου Σωτήρης Σαράκης. Κι έτσι το ρίξαμε στην ποίηση «μοχθώντας ολοζωής το αχώνευτο λιγάκι να ξορκίσουμε».
Επίσης, χρειαζόταν κι ένα αερόστατο για να ομορφύνει λίγο την ασχήμια της εγκαταλειμμένης πόλης (Όλη η Ελλάδα ατέλειωτη παράγκα), που δυστυχώς ακόμα ζει τους στίχους του Σαββόπουλου: Παράγκα του χειμώνα./ Κι εσύ μιλάς σαν πτώμα./ Ο λαός στα πεζοδρόμια/ κουλούρια ζητάει και λαχεία./ Κοπάδια στα υπουργεία/ αιτήσεις για τη Γερμανία./ Κυράδες, φιλάνθρωποι παπάδες,/ εργολαβίες, ψαλμωδίες και καντάδες./ Η Ευανθούλα κλαίει πριν να κοιμηθεί/ την παρθενιά της βγάζει στο σφυρί.
Μετά τη συγκέντρωση σκορπιστήκαμε στα μπαρ των Εξαρχείων. Δεν ταράξαμε τον ύπνο δεκάδων που κοιμούνται σκόρπιοι στα πεζοδρόμια. Ένα ατέλειωτο στρατόπεδο συγκέντρωσης, μια Αμυγδαλέζα, η πόλη. Τι τα θέλουν τα συρματοπλέγματα, αφού δεμένους μας έχουν. Και φροντίζουμε πώς θα δεθούμε μονάχοι. «Σ’ αυτή τη χώρα, μάγκα μου, δεν σ’ αφήνουν ούτε να αυτοκτονήσεις!», έλεγε ο Βασίλης φρουρούμενος στο ΑΧΕΠΑ. «Ντε και καλά πρέπει να σε σκοτώσουν!», κλείνω το μυθιστόρημα του Χρήστου Χαρτοματσίδη: Είναι κάπου αλλού η γιορτή, που θα παρουσιάσουμε την άλλη Παρασκευή στην Πρωτοπορία της Θεσσαλονίκης, στις 7 το απόγευμα.
Αναρωτιέμαι και για τον Δημήτρη Τσουκαλά στην τρίτη θέση του Επικρατείας. Προφανώς επειδή είναι ο μόνος των διορισμένων –τα ψηφοδέλτια της ΠΑΣΚΕ είχαν πάντα σειρά προτεραιότητας στην κάλπη της ΟΤΟΕ, που παρότι ιδρυτικό μέλος του κινήματος, δεν τον έβγαζε βουλευτή ο Πρωτόππαπας. Κι αποφασίσαμε να τον βγάλουμε εμείς. Ίσως είναι μεγάλη η συμβολή του στους κοινωνικούς αγώνες, και μου διαφεύγει. Ή στενή η σχέση του με τον Αλέξη Μητρόπουλο. Προσωπικά θα προτιμούσα τη χυμώδη Βάνα Μπάρμπα, που ασχολείται οικογενειακώς και με τις καλλιέργειες.
Αλλά και το δράμα του Φώτη Κουβέλη που ’στησε ένα κόμμα για να τσοντάρει στο Πασόκ και τώρα που το Πασόκ κατακρημνίζεται δεν έχει ποιον να στηρίξει; Είναι κωμικοτραγικό να ξεμένεις στον άσσο. Κι όλη η φασαρία να γίνεται για τον ΠΑΝ ΠΑΝ, τον Μαλέλη και τον Μπίστη!
Την ώρα που διαβάζετε αυτές τις γραμμές πίνοντας αρειμανίως τον βαρύ γλυκύ σας, ασφαλώς θα έχετε φορέσει την ρεπούμπλικα, τα δερμάτινα γάντια, θα ’χετε περιποιηθεί τον μύστακα και μετά της συμβίας, των διδύμων με τα ναυτικά, της μικρής με το δαντελλωτό γιακαδάκι, μετά το πέρας της λειτουργίας θα σταθμεύσατε στο κεντρικό φωτογραφείον της πόλεως για να απαθανατιστείτε ως οικογένεια ευπρεπής, χαρίεσσα, ευπροσήγορος και χαριτόβρυτος, «τρόπον τινά», τη σημαδιακή ημερομηνία των εκλογών της 31ης Μαρτίου 1946. Το βάρος επιλογής φέρει αποκλειστικώς εις τους ώμους του ο ανήρ, (οι γυναίκες δεν ψήφιζαν, βεβαίως βεβαίως), που μετά την αποχή των δυνάμεων του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, έχει να επιλέξει μεταξύ της Ηνωμένης Παράταξης Εθνικοφρόνων, της Εθνικής Πολιτικής Ενώσεως, και του Κόμματος «Χ» (Χιτών) Εθνικής Αντιστάσεως. (Ανέκαθεν στην Ελλάδα άλλοι πολέμαγαν κι άλλοι αντιστέκοντο). Για το ΚΚΕ προείχε και τότε η σοσιαλιστική ολοκλήρωση. Ήλπιζαν μήπως επιτάχυνε τις εξελίξεις ο κόλαφος σε βάρος του λαού. Μόνο που τη δύναμη στην πολιτική ζωή διεκδικεί/ διαμορφώνει/ καταστρατηγεί όποιος διαθέτει πέρα από τα μέσα παραγωγής, την εξουσία. (Ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχει παραγωγή και υπάρχει μονάχα εξουσία). 65 χρόνια μετά το ΚΚΕ υποπίπτει στο ίδιο αμάρτημα. Όχι έναντι θεού –ποιος νοιάζεται για τ’ ανύπαρκτα, αλλά απέναντι στους ανθρώπους που «δε θα προδώσει για λίγα υπουργεία». Θα αφήσει απλώς τους προδότες να τα διαχειρίζονται εις βάρος του.
Τα όνειρά σου μη τα λες, γιατί μια μέρα κρύα μπορεί και οι φροϊδιστές να ’ρθουν στην εξουσία, μελοποιούσε τις απόκρυφες ελπίδες μας ο Σαββόπουλος. Αν ζούσε η μάνα μου, χτες θα γιόρταζε, ενώ σαν σήμερα πριν 17 χρόνια πέθανε ο πατέρας μου. Αρκετά μετά και η Ρουμπίνη. Πολλοί οι χαμένοι ψήφοι στον ΣΥΡΙΖΑ. Ίσως γι’ αυτό τους είδα μαζεμένους στον ύπνο μου σε μια προβολή στο χωρόχρονο, όπου αναστημένοι θα ζούσαν το προαποφασισμένο τέλος τους. Ετοιμαζόμασταν, νεκροί και ζωντανοί, να υποδεχτούμε με χαρές τη Ρουμπίνη που ’φτανε ασθμαίνουσα από μακριά. Αποφασισμένοι να ομορφύνουμε τις τελευταίες στιγμές της. Αφού καλόφαγε, ως συνήθως, κι ενώ πλησίαζε το τέλος της, με μιας πετάχτηκε ζητώντας μου το ψηφοδέλτιο. Να το δούμε ως φόβο νοθείας, ή ως ελπίδα στήριξης;
Ποιοι θα πεθάνουν σήμερα και ποιος επιτέλους θ’ αναστηθεί;
«Καλή αντάμωση, παιδιά, στο Μεσολόγγι». Φίλε θεατή, Έξοδος…




Κώστας Κρεμμύδας
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.
Ασκήσεις μνήμης

Ο Μάης του ’68
Ο Δεκέμβρης του ’44
Πιο πρόσφατος ο Νοέμβρης του ’73
Σήμερα ενδείξεις
μόνο χρονολογικές
Κι οι επίγονοι επιλήσμονες σαν πάντα

Μη βάζετε πια σημάδια σε λέξεις
Σε σπίτια ερειπωμένα
ή σε τραγούδια παλιά
Πάντα θα βρίσκετε το δρόμο σας
Και πάντα θα τον χάνετε
Αναζητώντας κάθε τόσο
καινούργιους θεούς
Κλείτος Κύρου

Να μιλήσω για τον πατέρα μου. Το μόνο εντελώς άσχετο θέμα απέναντι στη βομβαρδισμένη με λογοδιάρροια και θράσος πραγματικότητα. Ένας νεκρός, και μάλιστα γονιός, είναι η μόνη σταθερά στις μέρες μας. Αποκλείεται να σε στηρίξει, αλλά και να σε διαψεύσει. Δεν εμποδίζει την επίκληση –στις δύσκολες ώρες. Εξάλλου ως μορφή είναι περισσότερο χειροπιαστή απ’ ότι οι νεφελώδεις άγιοι που πιστεύουμε, ή οι προεκλογικές φαμφάρες που εμπιστευόμαστε. Επιπροσθέτως ο πατέρας μου δεν είχε καμιά σχέση με το ψυχρό γουρουνοειδές του Βενιζέλου, το νεανικό εξοργισμένα ασυμβίβαστο του Σαμαρά (που είναι τόσο νεανικός, όσο υπήρξε και ασυμβίβαστος), ή το καταγγελτικό πλην κακομοίρικο της Παπαρήγα. Ευθυτενής, λιγομίλητος, καλοντυμένος, με τη γραβάτα και το καπέλο απαραίτητα συστατικά της ύπαρξής του –σχεδόν μαζί τους έσβησε, διακρινόταν για ευγένεια και συστολή. Ορφανεμένος από μικρός δεν έμαθε να εισπράττει (και να μοιράζεται) –συγκρατημένος ακόμα και στα συναισθήματα. Μπορεί να μην υπήρξε εκδηλωτικός, ή υπερβολικά προστατευτικός –άλλωστε από νωρίς βρέθηκε επιφορτισμένος να διαχειρίζεται τη ζωή του, όμως μας μεγάλωσε με απεριόριστη ελευθερία, άρα και δυνατότητα απεριόριστης αμφισβήτησης. Μας συνόδευε η εμπιστοσύνη, η διακριτικότητα και ο σεβασμός του.
Με τον πατέρα σπανίως μιλάγαμε. Ακόμη κι οι ερωτήσεις του δεν περίμεναν απάντηση. Είχαν έκδηλο τον υπαινιγμό, αλλά και την κατανόησή του στο ενδεχόμενο υπεκφυγής μου. (Σχεδόν μεταφυσικά, προσπαθούσε να με απαλλάξει από τα δύσκολα. Φροντίζοντας να περνά απαρατήρητη η συμβολή του). Καταλαβαίναμε κι οι δυο πως δεν είχε τόση σημασία η ταυτότητα θέσεων –αρκετές οι γονιδιακές μας ομοιότητες–, όσο η κατανόηση της διαφορετικότητάς μας. Δε μου ’βγαζε λόγους, δεν έκανε υποδείξεις, δεν ερχόταν καν στο γυμνάσιο για την πρόοδό μου. Τη μοναδική φορά που το επιχείρησε, έλειπα σε κοπάνα. Προφανώς δε θ’ άντεχε νέα δοκιμασία. Χώρια που φοβόταν, παρά τα μουστάκια του, τη μάνα μου, έτσι και καταλάβαινε πως με συγκάλυπτε: –Αν το μάθει η μάνα σου, θα μας σκοτώσει και τους δυο, ήταν η μόνη έμμεση αντίδρασή του. Αρκετή για να μη ξαναχάσω μάθημα.
Μάλλον συντηρητικός, υπερβολικά συγκρατημένος στη διάρκεια της χούντας, δίχως εξάρσεις μεταπολιτευτικά, φρόντιζε τη δουλειά του, έπινε τον βαρύ γλυκό του και διάβαζε πολύ στο κρεβάτι του, κυρίως νομικά, ιστορικά και απομνημονεύματα. Πού και πού έπαιρνε απ’ το γραφείο μου κάποιον Πολίτη ή Αντί. (Δεκαεφτά χρόνια μετά ακόμα βρίσκονται στα ράφια της αυτοσχέδιας βιβλιοθήκης του). Ουδέποτε εξέφρασε άποψη ή απορία για τα πολιτικά μου τρεχάματα. Μαθημένος σε απογοητεύσεις και διαψεύσεις, δικαιολογημένα αγχωμένος με τη δουλειά του –ήθελε κότσια το ελεύθερο επάγγελμα– δε συμμεριζόταν την αισιοδοξία μου. Και δεν είχε άδικο. Πολλοί τον έπρηζαν, και κυρίως οι κακοπληρωτές. Πρωί-απόγευμα στο γραφείο, έβρισκαν το βράδυ να χτυπάνε τα τηλέφωνα στο σπίτι. Ακόμα ηχεί στ’ αυτιά μου η μόνιμη επωδός: «Πες, πως δεν είμαι εδώ». (Στα παιδικά βιώματα θα ανάγεται η αποστροφή μου στα τηλέφωνα. Άλλωστε ακόμα και το θάνατό τους, τον έμαθα τηλεφωνικά).
Υπερτασικός, μάλλον σώρευε θυμό –τον σκέφτομαι συχνά τούτες τις μέρες–, που δεν μπορούσε να εξωτερικεύσει. Η μόνη παρέκβαση όταν έφτανε στο αμήν ήταν η βρισιά «γαμώ το στανιό μου». (Αν είχα ψυχή ως δική μου παρέκβαση θα διάλεγα ένα καλάσνικοφ, αλλά στο Ναυτικό δεν μάθαμε ούτε να πυροβολούμε. Τι τα θέλαμε τα make love, not war; Κάνεις έρωτα με την Μπακογιάννη, ή τη Διαμαντοπούλου;).
Όταν διέβλεπε το φέσι, κι αφού δεν ήταν σε θέση να εξασφαλίσει την αμοιβή του, διάλεγε από το Μονομελές της Σανταρόζα, τον πατσά στα Τρίκαλα,. (Για τον πατέρα μου το δίκιο δεν ήταν πάντα με το μέρος του πελάτη). Ο αμοιβαίος σεβασμός μας δεν μου επέτρεπε υποδείξεις στις εκλογές. Με τη μάνα, ή τη Ρουμπίνη, η σχέση μας ήταν άλλη. Η ψήφος τους ήταν αυτονόητη, σαν μια μηλόπιτα, ή ένα cake που σκοτώνονταν να ετοιμάσουν πριν καν το ζητήσω.
Ένα βράδυ βρεθήκαμε μόλις γύρισε, δικαστικός αντιπρόσωπος σ’ ένα χωριό της Θεσσαλίας. Και πάλι τα ’χαμε κάνει σκατά. Μαζί και το τιμημένο. Το άστρο των Άκη-Μένιου μεσουρανούσε. Ο Γιαννόπουλος ασχημονούσε κάθε βράδυ στο κανάλι της Αυριανής, εγκαινιάζοντας τον πρωτοπόρο θεσμό της γλάστρας. Τη δική του τη λέγανε «Αγάπη». Δούλευε και στην Εθνική Τράπεζα! Ελπίζω να ’κανε καριέρα ανάλογη της Φώφης. Ο Ευάγγελος ως υπουργός εργασίας αντί θεάτρων εκπολίτισε το θεσμό της εργατικής εστίας με είσοδο σε σκυλάδικα. Ο Καρατζαφέρης, πάλι, γύρναγε με μια κρυφή κάμερα καταγράφοντας τον Αθανασόπουλο στην έδρα –είχε ξεσπάσει το καλαμπόκι–, και τη μερσεντές του Αντιπροέδρου να μεταφέρει από αεροπλάνο της Ολυμπιακής αδασμολόγητα μοντελάκια για την μπουτίκ στην Κηφισιά του υιού Κουτσόγιωργα.
–Στο χωριό που ήμουν ακόμα ψάχνουν ποιος ψήφισε ΚΚΕ εσωτ., μου είπε μειδιώντας, δίχως άλλο σχόλιο. Την ίδια ψήφο έψαχναν και στις εκλογές του ’96 στη Γαύδο. Ακόμα, εκείνη την ίδια ψάχνουμε.
Αν δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε την πραγματικότητα τουλάχιστον ν’ αλλάξουμε τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο. Έχω μια ανάλυση, μου ετοιμάζετε μια πραγματικότητα;

Κώστας Κρεμμύδας
Πάει κι αυτή η Κυριακή…

Πού πήγαν οι ώρες πού πήγαν
οι μέρες πού πήγαν τα χρόνια
φωτιά στα Χαυτεία καπνιά
στην Αιόλου βρωμιά στην Ομόνοια
ουρλιάζουν τριγύρω Φολκσβάγκεν και Φίατ Ρενώ και Τογιότα
σε λίγο νυχτώνει στους άχαρους
δρόμου θ’ ανάψουν τα φώτα
κι ανθρώποι μονάχοι στην κόλαση
ετούτη θα γίνουν λαμπάδα
πώς τα ’κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα Ελλάδα!
Νίκος Γκάτσος
    
Το τέλος μιας Κυριακής σηματοδοτείται συχνά με μια απώλεια «…Και η χαρά μας πάει», με έναν φόβο για τα επερχόμενα «…Κι από Δευτέρα πάλι πίκρα και σκοτάδι», ένα αίσθημα διάψευσης «Πάει κι αυτή η Κυριακή κι ας καρτερούμε μι’ άλλη/ που ’φυγε τόσο βιαστική, όπως και κάθε Κυριακή/ που πριν τη ζήσουμε περνάει», για όνειρα που περιμένουν μάταια δικαίωση «Αχ να ’ταν η ζωή μας, Σαββατόβραδο».
Αυτό που μένει δεν είναι άλλο από ένα ευλύγιστο θηλυκό (ευλύγιστο σαν αγριόγατα, καυτερό σαν πιπεριά) που σαδιστικά μας προκαλεί να υποκύψουμε στα κάλλη της: «η προσαρμογή», της ζωής, του μισθού, της αξιοπρέπειας. Την προσαρμογή συντροφεύουν δυο ακόμα θηλυκά, η υποταγή και η υποτέλεια. Από τη μέρα που γεννιόμαστε μέχρι να φύγουμε, επίσης υποβασταζόμενοι, το επίσημο κράτος, η θεόπνευστη εκκλησία και η περίφροντις οικογένεια δεν κάνουν άλλο από του να διευκολύνουν (για να μην πω επιβάλλουν) την προσαρμογή μας. Για τους ευπροσάρμοστους φροντίζουν οι κρατικοί μηχανισμοί, ο φιλόχριστος ημών στρατός και τα μέσα ενημέρωσης. Ακόμα κι η λοβοτομή, ως ριάλιτι, πάνελ, ρεπορτάζ, παρέχεται δωρεάν. Στους προσαρμόσιμους στοχεύει το κομματικό μάρκετινγκ, ο δίχως έρμα λόγος και το πατρικό χτύπημα στην πλάτη του ηγέτη και των συνεργατών του, που ξαμολιούνται στις ρούγες, τα κανάλια και τα ραδιόφωνα, κάνοντας «χειραψίες» (κατά την ατάκα του Χατζηχρήστου). Καταφερτζήδες κα πάντα μπαγαπόντηδες. Ας πολιτεύονται από συστάσεως του νέου ελληνικού κράτους με απειλές, παραινέσεις, υποσχέσεις, υποκλοπές, μποναμάδες και διλήμματα. Ο προσαρμοσμένος στην ψυχολογία της μάζας θα κάνει κάθε φορά το καθήκον του ενισχύοντας με χαρακτηριστική γνωσιακή αφέλεια τα δίπολα των ισχυρών. (Γιατί στον εσταυρωμένο που υπομένει τις συνέπειες του σταυρού του, επιβάλλονται –και υποβάλλονται- διαρκώς μονόδρομοι. Και αδιέξοδα. Στα οποία οφείλει να προσαρμόζεται.) Άλλωστε εκ θεού ορίζονται οι κυβερνώντες και οι κυβερνώμενοι, οι σταυρώσαντες και οι σταυρωθέντες.  
Με τους απροσάρμοστους συνήθως δεν ασχολείται κανείς καθώς το μέγεθός τους δεν καταγράφεται καν στις στατιστικές έρευνες, δεν συνυπολογίζεται στις εκλογικές έδρες –που διατίθενται ερήμην τους, δεν ενδιαφέρουν τα κομματικά επιτελεία. Δεν περιλαμβάνονται καν στη διαμεσολάβηση ιερέων-Θεού, αφού στην Ωραία Πύλη οι δεήσεις αφορούν μονάχα όσους έχουν σέβας: τους ευσεβείς.
Θεοσεβής και η νέα βουλή, διπλά θεοσεβής και η κυβέρνηση που θα εκλέξουμε. Με τη βοήθεια της θείας χάριτος και φωτισμένη από την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος –που εκπορεύεται εκ του πατρός και γι’ αυτό θα εορτάσομε ως αργία (οι έχοντες εργασία, γιατί οι άλλοι κατά την περίφημον ρήση που έγινε πράξη– του υποψήφιου ΓΑΠ -«κάθε οικογένεια κι ένας εργαζόμενος», τι να γιορτάσουν... θα συνέλθει το φρέσκο υπουργικό συμβούλιο –γιατί εμείς πώς να συνέλθουμε; οι μπαγιάτικοι -για να επιβάλει νέες (θεόπνευστες) περικοπές μισθών και συντάξεων. (Άλλωστε συνηθίζεται η επί γης δοκιμασία των πιστών που, μετά θάνατον, θα κληρονομήσουν τη βασιλεία των ουρανών.)
Πάντως ο σημερινός τίτλος δεν αφορά την Κυριακή των εκλογών (που δε θα ’ναι και πολύ διαφορετική), αλλά του Πάσχα που πέρασε αφήνοντάς μας μια ενδόμυχη θλίψη, αφού ο μόνος αναστημένος και φέτος ήταν ο Ναζωραίος. Κι ο μόνος αξιοπρεπής τελικά απεδείχθη ο Ιούδας ο Ισκαριώτης. (Κρίμα που δεν συμπεριλάβαμε έναν εναλλακτικό και ειλικρινώς μεταμεληθέντα για τον πρότερο βίο του στα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ. Έστω και στο υπόλοιπο Αττικής). Ίσως να είχαν δίκιο κι αυτοί που επέμεναν για τον Ραυτόπουλο της άλλοτε ΓΣΕΕ. Τώρα που χάσαμε και τον δημοσιογράφο με το πονεμένο αντρίκειο βλέμμα. (Τουλάχιστον καλύφθηκαν τα ψηφοδέλτια με τις κόρες του Άννα, του Νίκου και του Καϊάφα.) Ο Πιλάτος, λόγω στυλ, τα βρήκε με τη ΔΗΜΑΡ.
Το γεγονός ότι τα τριάκοντα αργύρια δε σπαταλήθηκαν αλόγιστα, αλλά επενδύθηκαν στον αγρό του Κεραμέως (όχι αυτού που μας έκανε πολιτική δικονομία), καθιστούν τον Ιούδα διπλά επίκαιρο, καθώς στο πρόσωπό του βρίσκει περιεχόμενο το κεντρικό εκλογικό εύρημα: Ανάπτυξη & Τιμωρία. (Με τον ντοστογιεφσκικό ήρωα Τσοχατζόπουλο να διαβαίνει, έστω προσωρινά, για τις ανάγκες των προεκλογικών γυρισμάτων, το κατώφλι της φυλακής).
Αντιθέτως ο Παπαντωνίου διατήρησε και φέτος, στην περιφορά του Επιταφίου στην Παρακοπή, το γνωστό φλέγμα του, ενώ την ώρα της αποκαθήλωσης (του Ιησού, όχι του Άκη) ξέδινε στο γήπεδο τένις του Στουρνάρα, στον Φοίνικα. Γιατί μπορεί ο πρόεδρος του ΙΟΒΕ να ’πεσε έξω στις προβλέψεις του για τα δημόσια οικονομικά, αλλά στα προσωπικά του τα κατάφερε, αν κρίνουμε από τη μεγάλη επένδυση σε βίλα της Σύρου.
Τέλος, η σεμνή προεκλογική περίοδος θα ολοκληρωθεί με την οφειλόμενη τιμή στους ανθρώπους του πολιτισμού στο Gazarte. (Είναι τομή για την τέχνη να ξέρεις πως κάθε εκλογές που έχουμε θα περιφέρεσαι μ’ ένα ποτό στο χέρι και θα συνομιλείς με στελέχη της Αριστεράς για μελλοντικές ρήξεις. Κάπως έτσι προέκυψαν κι οι σουρεαλιστές). Απώλεια για φέτος η απουσία Λυκούδη.
Με τη διαρκή εναλλαγή δράματος και κωμωδίας στις ευμετάβλητες σταθερές του συμβατικού βίου μας, σκόπευα  να κλείσω. Αλλά δεν με παίρνει ο χώρος.
 

Κώστας Κρεμμύδας
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.
Οι εξεγέρσεις υποκύπτουν στα αρώματα της Άνοιξης

Αυτά που θέλω δεν χωράνε πουθενά,
μ’ αναστατώνουν και με σπρώχνουνε ξανά.
Κάποτε ψάχνω τα ερωτικά σκοτάδια,
άλλοτε θέλω την καρδιά μου μόνη κι άδεια

Αυτά που θέλω δεν κρατάν ούτε στιγμή,
σου λέω φύγε και μετά φωνάζω μη.
Πότε στης νύχτας θέλω να περνώ τα φώτα,
πότε σιωπή και κλείνω πίσω μου την πόρτα.

Για να με μάθεις σου τα λέω,
να σέβεσαι τα λάθη μου,
το δίκιο μου, τα πάθη μου,
να ξέρεις και που φταίω. (δις)

Η αισθαντικότητα των στίχων του Φίλιππου Γράψα που επιτείνει αυτήν της Κατερίνας Κούκα φτιάχνοντας ένα ηφαιστειακό σύνολο με ερωτικές και όχι μόνο διαθλάσεις, επιβάλλεται της σημερινής μέρας που ανάμεσα σε τσικνισμένα κορμιά, γραφικούς ηγέτες, άνευρους περί πατρίδας λόγους των ξεπεσμένων θεματοφυλάκων της και ξεχειλισμένη χοληστερόλη προσπαθεί να ξεχάσει για λίγο τις αγυρτείες των Τελώνων και την προεκλογική υποκρισία των Φαρισαίων.
Ορφανοί, δίχως αφιερωματικά ένθετα περί Αναστάσεως, αφού ο Σάββας Αγουρίδης κι ο Βασίλης Πλάτανος ξεκοκαλίζουν το δικό τους αρνάκι παρέα με τον ύψιστο, αρκούμαστε στην οικεία μας σταύρωση, που ο Παπαδήμος ευελπιστεί να κρατήσει πολύ πέραν του προσεχούς Ιουνίου. Αν αποδειχτούμε μάλιστα υπάκουοι στους σταυρωτές μας, όπως προτρέπουν δημοσιογράφοι κι εκλεκτοί του δικομματισμού, τότε, μετά το 2020, τα καρφιά και η τιμή τους, θα επανέλθουν στις διαστάσεις και τα επίπεδα αυτών του 2009. Που σημαίνει ότι θα μας βασανίζουν ευκολότερα και φθηνότερα. Άλλωστε ο Καϊάφας με το παγερό μασονικό του βλέμμα το ξεκαθάρισε στο προχθεσινό του διάγγελμα. (Την ώρα εκείνη ο Κουβέλης παίζοντάς το Πιλάτος, είχε πάει να πλύνει τα χέρια του).
Ανάμεσα στα «Μετά λόγου γνώσεως» της νέας τηλε- και ραδιο- περσόνας και του σαφούς «Ήγουν, τουτέστιν, δηλαδή, εν άλλοις λόγοις ήτοι», της ΔΗΜΑΡ, ο καθείς αρχίζει να προετοιμάζει το άλλοθί του για την ημέρα των εκλογών: προϋπόθεση για το νέο ξέπλυμα των ενοχών μας, αλλά και την αναπτέρωση των ελπίδων μας, για ατομικό βόλεμα. Οι έτοιμοι από καιρό να «πειστούν», οι ίδιοι που φθάνουν σε οργασμό με την εκφορά του δικού τους λόγου –εδώ ανάβουν σε μια απλή πρόσκληση του Βενιζέλου στο ΥΠΠΟ, (ή με την τελευταία θέση στο Επικρατείας των επικρατούντων), θα φροντίσουν να μας συνετίσουν συνεσταλμένα, ή επιθετικά, υπενθυμίζοντας πανάρχαια τρωτά του ανάδελφου έθνους. Άλλωστε και οι πρόγονοί μας όταν συναθροίζονταν στην αγορά του δήμου δεν το ’καναν από ευαισθησία στις δημοκρατικές διαδικασίες. Τον οβολό τους ήθελαν να εισπράξουν από το ταμείο, και να την κοπανίσουν. Όπως γίνεται σήμερα και στις επιτροπές της Βουλής. Πας υπογράφεις εισπράττεις και ξαναγυρνάς στο καφενείο. Τόση ήταν και τότε η παρακμή ώστε οι κοινοβουλευτικοί εκπρόσωποι της εποχής έβαζαν δούλους με σκοινιά γύρω γύρω από τους πατέρες της δημοκρατίας, σπρώχνοντάς τους σα γαλοπούλες, από την Αγορά μέχρι την Πνύκα, για την ψηφοφορία. Για να μην ξεφύγουν έβαφαν μάλιστα με μίνιο τα σκοινιά, ώστε να μένει αποτύπωμα στο χιτώνα των κοπανατζήδων.
Τη διαθεσιμότητα σε ηθικές αβαρίες, αλλά και τα στρεψόδικα άλλοθι, θαύμαζα από καιρό και στους περιπεπλεγμένους με τα γράμματα, που θυσιάζουν τα πάντα για μια χειραψία του Γερουλάνου. Μια μασονία του πνεύματος (και της πολιτικής) που λησμονεί πως η αίσθηση χωρίς νόηση είναι τυφλή, όπως κι η νόηση χωρίς την αίσθηση είναι κενή. Πάτρωνες του πατριωτισμού, ταγοί εκ θεού και θεομπαίχτες θυσιάζονται για το συμφέρον της ανθρωπότητας, ή έστω της Β’ εκλογικής τους περιφέρειας. Και επειδή τις άγιες (και τις μη άγιες βέβαια) μέρες είναι ντροπή να ασχολούμαστε με τον Ραγκούση, τον Παπακωνσταντίνου και τον Πρωτόπαππα –ας ασχοληθούν μαζί τους οι ομοίως θλιβεροί ψηφοφόροι τους, σκέφτομαι πώς να ξεφύγω τις επόμενες μέρες.
Ίσως γι’ αυτό θα ξαναγυρίσω στα ποιήματα, έστω κι αν προκαλούν τη χλεύη ορισμένων, σε αντίθεση με το παραπολιτικό που διατηρεί γαργαλιστικό το ενδιαφέρον. Όμως η παρακμή του πολιτικού συστήματος δεν είναι δυνατόν ν’ αποτραπεί με συστημικούς διορισμένους, ή γραφικούς εξωσυστημικούς που ζουν το δικό τους Κωσταλέξη στα κατάβαθα των κομματικών τους γραφείων. Ανάμεσα σε φωτογενείς υποψήφιους, πληκτικούς στρογγυλεμένους λόγους, γονικές παροχές εδρών κι ευκαιριακές αποκαθηλώσεις ο καθένας μας, παρά τον κυνισμό ή τη βλακεία του, θα βιώσει στο τέλος μοναχικά την απόγνωση, τη στέρηση και την καταστροφή. Απ’ το βάρος της επιλογής δε θα μας απαλλάξει κανείς θεατρινισμός, σαν την παράσταση με τον πρώην Αντιπρόεδρο και παρ’ ολίγον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ, που τον «δίνουν» ως καμένο χαρτί. Όπως συμβαίνει στις μαφίες. Κι οι Γερμανοί εκτελούσαν τους καταδότες-συνεργάτες τους όταν πλέον τους ήταν άχρηστοι. (Δεν ξέρω μήπως φταίει το κάρμα του Κωνσταντόπουλου που αφού διέλυσε τον Παναθηναϊκό μετά την εξπρές προεδρεία του, βουλιάζει τώρα και τον Άκη μετά από κείνο το δείπνο τους για την άλλη ατυχήσασα Προεδρεία, αυτήν της δημοκρατίας). Τουλάχιστον ας ευχηθούμε, μέρες που ’ναι, καλύτερη τύχη στη θυγατέρα και στη νέα της καριέρα στον ΣΥΡΙΖΑ. (Γιατί να μονοπωλεί τις εκλογικές διαδικασίες μόνον η κόρη Κουβέλη;).
Εποχές απόγνωσης, απελπισίας, ανασφάλειας. Εποχές αβεβαιότητας, φτώχειας υλικής και πνευματικής. Εποχές πόνου, οδύνης και ψυχικού άλγους. Εδώ, σε τούτα τα μέρη, όπως λέει κι ο ζωγράφος Απόστολος Γιαγιάννος, οι λέξεις «καλό» και «κακό» αρχίζουν και οι δύο με το γράμμα κάπα (Κ). Ακριβώς όπως το ΚΚΕ.

Κώστας Κρεμμύδας
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.