Κυριακή, 13 Μαΐου 2012 18:29
Του
Σταύρου Τομπάζου*
Τα τελευταία χρόνια, η Γερμανία δεν ασκεί μια οικονομική πολιτική που επηρεάζει δυσμενώς μόνο τη Νότια Ευρώπη, δημιουργώντας έτσι εντάσεις και υποβόσκουσες φυγόκεντρες τάσεις στη ζώνη ευρώ, πέραν των πιο φανερών με τις οποίες ασχολείται σήμερα ο διεθνής Τύπος. Ακολούθησε ένα δρόμο που υπονομεύει τον ίδιο τον λεγόμενο γαλλογερμανικό άξονα.
Η «μεγάλη συμμαχία» όπως την ονομάζουν οι Γερμανοί, δηλαδή η συνεργασία της γερμανικής Δεξιάς και της Σοσιαλδημοκρατίας με καγκελάριο την Α. Μέρκελ, επέτρεψε πολιτικά την καθήλωση των μισθών των Γερμανών εργαζομένων. Όπως φαίνεται στο διάγραμμα 4.7, ενώ οι πραγματικοί μισθοί στη Γαλλία και στη Γερμανία εξελίχθηκαν το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990 περίπου παράλληλα, μέσα στην επόμενη δεκαετία αποκλίνουν. Ενώ οι μισθοί συνεχίζουν την ανοδική τους πορεία στη Γαλλία, στη Γερμανία καθηλώνονται.
Τα κέρδη της Γερμανίας
Αυτή η απόκλιση στην εξέλιξη των μισθών στη Γαλλία και στη Γερμανία αντανακλάται βέβαια και στο ποσοστό του κέρδους στις δύο χώρες. Μέσα στη δεκαετία του 2000, ενώ στη Γαλλία παρουσιάζει πτώση, στη Γερμανία, αντίθετα, μέχρι την κρίση τουλάχιστον, παρουσιάζει άνοδο (βλέπε διάγραμμα 4.8). Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι στην περίπτωση της Γερμανίας, όπως δείχνει με λεπτομέρεια ο Claus Schafer, ενώ τα κέρδη του χρηματοοικονομικού τομέα (τράπεζες, ασφάλειες κ.λπ.) αυξάνονται παράλληλα με τα κέρδη του παραγωγικού τομέα, μέσα στη δεκαετία του 2000 τα κέρδη του τελευταίου αυξάνονται ταχύτερα απ’ ό,τι του πρώτου. Με άλλα λόγια, η γερμανική βιομηχανία αναδιαρθρώθηκε με επιτυχία: επωφελήθηκε τόσο από την «παγκοσμιοποίηση» γενικά όσο και από την ευρωπαϊκή διεύρυνση ειδικότερα.
Ενώ για τη Γαλλία είδε το ποσοστό εξαγωγών της (περιλαμβανομένων των ενδοευρωπαϊκών) στις παγκόσμιες εξαγωγές να μειώνεται δραστικά μέσα στη δεκαετία του 2000, η Γερμανία κατάφερε να διατηρήσει το δικό της ποσοστό παρά την εντυπωσιακή ανάπτυξη των εξαγωγών της Κίνας και άλλων αναδυόμενων οικονομιών. Το ποσοστό εξαγωγών της Γερμανίας στις παγκόσμιες εξαγωγές κυμάνθηκε μέσα στη δεκαετία του 2000 μεταξύ 9% και 10%, ενώ στη Γαλλία μειώθηκε από 5,26% σε 3,74% (βλέπε διάγραμμα 4.9). Ενώ στη Γαλλία το ισοζύγιο των τρεχουσών συναλλαγών παρουσίασε πτωτική τάση από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, με αποτέλεσμα να εμφανιστούν αυξανόμενα ελλείμματα από το 2004, στη Γερμανία παρουσίασε σημαντική βελτίωση. Όπως φαίνεται στο διάγραμμα 4.10, από κοντά στο μηδέν το 2001 πλησίασε τα 195 δισεκατομμύρια ευρώ το 2007. Πάρα τη μεγάλη συρρίκνωση του παγκόσμιου εμπορίου λόγω της κρίσης, το 2009 ξεπέρασε τα 94 δισεκατομμύρια ευρώ.
Η γερμανική εσωτερική υποτίμηση
Η καθήλωση των μισθών στη Γερμανία είναι βέβαια μια σημαντική πτυχή των εξαγωγικών προσανατολισμών της, αλλά δεν είναι η μοναδική. Η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, μια συνεχής προσπάθεια βελτίωσης της παραγωγικότητας της εργασίας στη γερμανική βιομηχανία και αναβάθμισης των προϊόντων της, καθώς και η εξωτερίκευση πολλών τομέων της παραγωγικής διαδικασίας που είναι εντατικοί σε εργασία σε αναδυόμενες οικονομίες –κυρίως στα νέα κράτη μέλη της ΕΕ με φθηνό εργατικό δυναμικό– έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη βελτίωση των εξαγωγικών δυνατοτήτων της.
Είναι αλήθεια ότι τα τελευταία 15 χρόνια πολλές εκατοντάδες χιλιάδες βιομηχανικές θέσεις εργασίας μετανάστευσαν από τη Γερμανία στην Ανατολική Ευρώπη, αλλά υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 η βιομηχανική απασχόληση άρχισε να ανακάμπτει και στη Γερμανία, η οποία όχι μόνο «χώνεψε» την ενοποίησή της, αλλά έχει καταφέρει να ενσωματώσει με επιτυχία στη βιομηχανική στρατηγική της τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Ανατολικής Ευρώπης.
Το «χαρτί» της ανταγωνιστικής λιτότητας
Η Γερμανία παρουσιάζει ελλείμματα στις τρέχουσες συναλλαγές της απέναντι στις αναδυόμενες οικονομίες, αλλά αυτά τα ελλείμματα δεν την απασχολούν στο βαθμό που υπερκαλύπτονται από τα πλεονάσματά της με τον υπόλοιπο κόσμο, περιλαμβανομένης και της ζώνης ευρώ. Υπ’ αυτή την έννοια παίζει έναν ανασταλτικό ρόλο στην οικονομική μεγέθυνση της υπόλοιπης ζώνης ευρώ, προκειμένου να διατηρήσει τους δικούς της ρυθμούς μεγέθυνσης σε ανεκτό επίπεδο σε ένα παγκόσμιο πλαίσιο οξυμμένου ανταγωνισμού. Παίζει δηλαδή το χαρτί της «ανταγωνιστικής λιτότητας» με σχετική επιτυχία για την ίδια, εις βάρος άλλων ευρωπαϊκών χωρών όπως η Γαλλία, όπου οι εσωτερικοί συσχετισμοί δυνάμεων δεν επέτρεψαν τη μισθολογική λιτότητα ή την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας προς όφελος του κεφαλαίου στον ίδιο βαθμό. Το 2007, οι εξαγωγές της Γαλλία στη Γερμανία αυξήθηκαν κατά 2,4%, αλλά οι εισαγωγές της από τη Γερμανία αυξήθηκαν κατά 8,2%, με αποτέλεσμα το έλλειμμά της απέναντι στη Γερμανία να διογκωθεί από 13,5 δισεκατομμύρια ευρώ το 2006 σε 17,5 το 2007.
Η Γερμανία κατάφερε να ειδικευθεί σε βιομηχανικά προϊόντα που δεν είναι ανταγωνιστικά μόνο ως προς την τιμή (ποιότητα, νέα προϊόντα, προϊόντα υψηλής τεχνολογίας) και τα οποία υφίστανται λιγότερο τον ανταγωνισμό από αναδυόμενες οικονομίες. Τέτοιου είδους προϊόντα δεν παρουσιάζουν μεγάλη ευαισθησία ως προς την τιμή πώλησής τους. Στη Γαλλία ανάλογα προϊόντα περιορίζονται σε μερικούς μόνο τομείς: αεροναυπηγική, σιδηροδρομικές μεταφορές, φαρμακευτική βιομηχανία, πυρηνική ενέργεια… Ως εκ τούτου, η ανατίμηση του ευρώ της δεκαετίας του 2000, που από 0,85 δολάρια το 2001 (15 Ιουνίου) ανά ευρώ έφθασε στα 1,54 δολάρια το 2008 (15 Ιουνίου), δεν επηρέασε δυσμενώς το γερμανικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, επηρέασε όμως αρνητικά το γαλλικό ισοζύγιο.
Το σκληρό ευρώ ζημιώνει τη Γαλλία
Όπως φαίνεται στο διάγραμμα 4.10, ενώ το ευρώ ανατιμάται έναντι του δολαρίου χρόνο με το χρόνο, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας βελτιώνεται. Πέρα από τη μικρή ευαισθησία των γερμανικών εξαγωγικών προϊόντων ως προς την τιμή που αναφέραμε ήδη, αυτό οφείλεται και στις φθηνότερες εισαγωγές της Γερμανίας τμημ,άτων του τελικού βιομηχανικού προϊόντος της από τις αναδυόμενες οικονομίες. Αντίθετα, η ανατίμηση του ευρώ μειώνει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της Γαλλίας, με αποτέλεσμα η συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της να εξελίσσονται προς αντίθετη κατεύθυνση.
Γαλλία - Γερμανία πρώην συμμαχία;
Με άλλους όρους, η διαφορετική ένταξη της Γαλλίας και της Γερμανίας στον παγκόσμιο ανταγωνισμό διαμορφώνει αντίθετα συμφέροντα ως προς τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ. Η μεν Γαλλία έχει κάθε συμφέρον να επιδιώξει νομισματική πολιτική με στόχο το «ανταγωνιστικό ευρώ» και με λιγότερη έγνοια για τον πληθωρισμό, η δε Γερμανία, πιο συγκεκριμένα το γερμανικό κεφάλαιο, έχει συμφέρον να επιδιώξει ισχυρό ευρώ και «νομισματική σταθερότητα». Η «φοβική στάση» της Γερμανίας απέναντι στον πληθωρισμό δεν είναι απλώς (ή δεν είναι πλέον) ένα κατάλοιπο της ναζιστικής περιόδου, αλλά μια στάση που συνάδει με τον τρόπο ένταξής της στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία.
Συνεπώς, η ΟΝΕ δεν είναι απλώς μια ελλιπής οικονομική και νομισματική ένωση, αλλά μια νομισματική ένωση στον πυρήνα της οποίας παρουσιάζεται κατά τα πρόσφατα χρόνια μια σοβαρή απόκλιση οικονομικών συμφερόντων. Η οικονομική κρίση, θέτοντας τέρμα στην περίοδο της τεχνητής μεγέθυνσης (εύκολος δανεισμός των νοικοκυριών, έντονη οικοδομική δραστηριότητα, άνοδος της τιμής των ακινήτων κ.λπ.), θα επιταχύνει μεσοπρόθεσμα αυτή την απόκλιση επηρεάζοντας σε μεγαλύτερο βαθμό τις χώρες που συμμορφώθηκαν λιγότερο στις επιταγές της παγκοσμιοποίησης, θα επηρεάσει μεσοπρόθεσμα περισσότερο στη Γαλλία παρά τη Γερμανία και θα διαβρώσει έτσι ακόμη περισσότερο τα θεμέλια στα οποία στηρίχθηκε το ευρώ.
Προς αποφυγή ενδεχόμενης παρερμηνείας της πιο πάνω ανάλυσης, αξίζει να σημειωθεί ότι το άμεσα οικονομικό και το μακροπρόθεσμα πολιτικό κόστος της χώρας που θα αποφασίσει να αναβιώσει το εθνικό της νόμισμα εγκαταλείποντας την ευρωζώνη θα είναι τεράστιο. Ως εκ τούτου, δεν προβλέπουμε τέτοια εξέλιξη ούτε βραχυπρόθεσμα ούτε μεσοπρόθεσμα. Ωστόσο, η υποχρεωτικά ακατάλληλη νομισματική πολιτική για τους «καλούς» ή τους «κακούς μαθητές» της παγκοσμιοποίησης (όταν η νομισματική πολιτική και κατάλληλη για τους μεν, είναι ακατάλληλη για τους δε), ή η σχετικά ακατάλληλη για όλους θα αυξήσει το κοινωνικό κόστος της κρίσης. Με άλλα λόγια, όσο επικρατεί η αρχή της «ανταγωνιστικής λιτότητας», οι φυγόκεντρες τάσεις του ευρώ εξευμενίζονται μόνο με σύγχρονες «ανθρωποθυσίες»: λιτότητα, ανεργία, ένδεια και κοινωνική ματαίωση.
* Ο Στ. Τομπάζος είναι επίκουρος καθηγητής στο τμήμα Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Τα συγγράμματά του κυκλοφορούν στη γαλλική και την αγγλική γλώσσα, ενώ στην ελληνική έχουν εκδοθεί τα έργα του «Παγκοσμιοποίηση και Ευρωπαϊκή Ένωση. Εισαγωγή στην κριτική της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελευθερισμού» (Ελληνικά Γράμματα) και «Ευρώπη, ποια Ευρώπη; Κρίση στην Ευρωπαϊκή Ένωση» (Πολύτροπον). Το κείμενο που φιλοξενούμε στο φύλλο αυτό της «Εποχής» περιέχεται στο τελευταίο του βιβλίο «Φυγόκεντροι καιροί. Η παγκόσμια οικονομική κρίση 2007, 2008, 2009…» (Παπαζήσης).