Α΄ Νεκροταφείο: Μνήμες και συναισθήματα

Hταν μια «μεγάλη συγκέντρωση» του ΚΚΕ Εσωτερικού, είπαν πολλοί, θέλοντας να χαρακτηρίσουν την κηδεία του Λεωνίδα Κύρκου στο Α΄ Νεκροταφείο την προηγούμενη Πέμπτη. Και εν μέρει ήταν αλήθεια. Πράγματι, στο κλίμα μιας σιωπηρής εκεχειρίας, ήταν εκεί όλες οι φυλές του ΚΚΕ Εσωτερικού, όπου και αν ανήκουν σήμερα, πλημμυρισμένοι όλοι τους από πολιτικές μνήμες και συναισθηματικά φορτισμένοι γιατί συνοδεύσαμε, με σεβασμό και αγάπη, έναν από τους κορυφαίους ηγέτες της ιστορικής Αριστεράς και ειδικότερα της ανανεωτικής Αριστεράς. Εν μέρει, διότι εκεί ήταν πολύς ακόμη κόσμος που δεν ανήκει πουθενά ή ανήκει αλλού, ακόμη και στην “αντίπερα όχθη” για να χρησιμοποιήσουμε μια ύστερη δική του φράση, αλλά ήρθε για το Λεωνίδα, τον άνθρωπο της Αριστεράς με την αδιαφιλονίκητη λαϊκότητα. Παραβρέθηκαν, όπως συμβαίνει συχνά σ’ αυτές τις περιπτώσεις, και αρκετοί επίσημοι, πέρα από τους εκπροσώπους των κομμάτων – πλην ΚΚΕ – και θεσμών, όπως της Βουλής.
Από το χώρο της Αριστεράς παραβρέθηκαν συμμαχητές του, όπως ο Μανώλης Γλέζος και ο Τάκης Μπενάς, αλλά και γνωστά από παλιά στελέχη όπως ο Βαρδής Βαρδινογιάννης, ο Στέφανος Στεφάνου, ο Θόδωρος Μαλικιώσης, ο Σωτήρης Κολάτος, Χρήστος Παπαγιαννάκης κ.ά. Παρόντες επίσης ήταν ο πρόεδρος του Συνασπισμού και της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας, ο συντονιστής της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ Γιάννης Μπανιάς, οι πρώην πρόεδροι του Συνασπισμού Νίκος Κωνσταντόπουλος και Αλέκος Αλαβάνος, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Παν. Λαφαζάνης, βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και της ΔΗΜ ΑΡ.
Από τον υπόλοιπο Πολιτικό κόσμο παραβρέθηκαν ο πρωθυπουργός Γ. Α. Παπανδρέου, ο πρόεδρος της Βουλής κ. Φ. Πετσάλνικος, εκπρόσωποι από ΝΔ, ΔΗ ΣΥ, Οικολόγους, Δράση, «΄Αρμα Πολιτών», ο δήμαρχος Αθηναίων Γ. Καμίνης, ο πρώην πρόεδρος της Δημοκρατίας Κ. Στεφανόπουλος, ο πρώην πρωθυπουργός Κων. Μητσοτάκης, ο Γιάννης Βαρβιτσιώτης. Παραβρέθηκαν ακόμη πολλοί νυν και πρώην υπουργοί, βουλευτές. Παρόντες επίσης ήταν καλλιτέχνες και άνθρωποι των γραμμάτων.
Στην τελετή, πολιτική και απλή, με ένα μόνο ομιλητή, τον πρόεδρο της Δημοκρατικής Αριστεράς Φώτη Κουβέλη - δική του παραγγελία, που ερμηνεύτηκε και ως πρόνοια για να μην “επωφεληθούν” με ομιλίες τους κάποιοι πολιτικά - καθώς κηδεύτηκε με τιμές εν ενεργεία αρχηγού κόμματος, υπήρχε στρατιωτικό άγημα και μουσική. Ποιος, όμως, πρόσεχε τέτοια πράγματα, όταν ξαφνικά – κάτι πιο σημαντικό – το μάτι σου έπεφτε πάνω σε ένα σύντροφο ή μια συντρόφισσα που είχαν έρθει από τη Λάρισα, την Ξάνθη, το Ηράκλειο, τα Χανιά και πολλά άλλα μέρη, και είχες να τους δεις πολλά – πολλά χρόνια;
Πολλή ώρα μετά την ταφή ο κόσμος, παρέες – παρέες, δεν έλεγε να απομακρυνθεί από την είσοδο του νεκροταφείου, τα γύρω καφενεία και ουζερί. Οι συζητήσεις ζωηρές δεν ήταν τίποτε άλλο από αναδρομές σε συμβάντα πολλών δεκαετιών, που ζήσαμε όλοι εμείς που βρεθήκαμε εκεί για να αποχαιρετήσουμε, από κοινού, έναν από τους ηγέτες μας, που άφησε έντονο αποτύπωμα στην ιστορία της Αριστεράς. Που εκτιμήσαμε και αγαπήσαμε, αρκετοί από μας παρά τις έντονες διαφωνίες, ακόμη και αντιθέσεις μαζί του.
Φώτης Κουβέλης: Σκληρή περίοδος, μεγάλες ανατάσεις
O επικήδειος του Φώτη Κουβέλη, σε κλίμα συγκίνησης, περιλάμβανε βιογραφικά στοιχεία, αλλά ταυτόχρονα συνιστούσε και μια πολιτική ανάγνωση – αποτίμηση της μακράς διαδρομής του. «Υπήρξε ΕΠΟΝίτης από τα νεανικά του χρόνια και, από το 1943, μέλος του ΚΚΕ», θα σημειώσει, και στον εμφύλιο «έζησε στα κελιά των μελλοθανάτων το παιχνίδι με το θάνατο, εκεί που μετράς με ακρίβεια το μπόι σου, εκεί που μετράς τη ζωή σε ώρες». Γλίτωσε τελικά. Όμως, «κουβάλησε μαζί του, όλα τα κατοπινά χρόνια, το βαρύ φορτίο αυτής της σκληρής περιόδου, τις μεγάλες ανατάσεις, αλλά και τα πικρά βιώματα και, όπως και άλλοι αγωνιστές της γενιάς του, είχε την τύχη, αλλά και το προνόμιο να λέει ‘ναι, ήμουν εκεί, ήμουν στον αγώνα, έμεινα όρθιος και ζω». Και συνέχισε με τη θητεία του στην ΕΔΑ, της οποίας υπήρξε στέλεχος και βουλευτής της, την περίοδο της δικτατορίας, όπου συνελήφθη από την πρώτη νύχτα, τη συμμετοχή του στη διάσπαση στο ΚΚΕ το ’68 και τη δημιουργία του ΚΚΕ Εσωτερικού, τη μεταδικτατορική του δράση από τις γραμμές του ΚΚΕ Εσωτερικού, μετά από την ΕΑΡ και τον Ενιαίο Συνασπισμό.
Η πολιτική ανάγνωση της διαδρομής του Λεωνίδα από τον ομιλητή εμπεριέχει ασφαλώς και τη δική του άποψη. Θα επιμείνει στα σημεία εκείνα που αντιστοιχούν ή και υποβοηθούν και σημερινές επιλογές στο χώρο της Αριστεράς. Ως δύο μεγάλες στιγμές θα αναφέρει την πρόταση των «πέντε σημείων για την ομαλότητα» της ΕΔΑ το 1966 της οποίας υπήρξε κύριος εμπνευστή, και το κείμενο του ΚΚΕ Εσωτερικού αμέσως μετά την πτώση της δικτατορίας με τίτλο «Στόχοι του Έθνους» που έγραψε ο ίδιος. «Ένα θεμελιακό κείμενο», θα υπογραμμίσει, «ένα κάλεσμα για ένα νέο πολιτικό συμβόλαιο της αριστεράς με το έθνος. Μια πρόσκληση, στις τρεις μεγάλες παρατάξεις στην Ελλάδα, μετά τις συνεχείς τους συγκρούσεις, να θεμελιώσουν, στη βάση του δημοκρατικού τους ανταγωνισμού και της αμοιβαίας πολιτικής τους αναγνώρισης, τη νέα ελληνική δημοκρατία». Πρόκειται για το κείμενο υπόβαθρο στην πολιτική της ΕΑΔΕ (Εθνική Αντιδικτατορική Δημοκρατική Ενότητα), που δίχασε το ΚΚΕ Ρσωτερικού συμβάλλοντας και στις μετέπειτα ρήξεις. Αναφερόμενος στη συγκρότηση της ΕΑΡ το 1987 -«πρώτο μεγάλο βήμα για τη διαμόρφωση της αριστεράς της νέας εποχής» θα πει- την παρουσιάζει ως μια ομαλή μετάβαση από το ΚΚΕ Εσωτερικού, ενώ προκάλεσε τη διάσπασή του όπως είναι και η ιστορική αλήθεια. Ωστόσο, παραδέχθηκε ότι η επιλογή αυτή δεν τελεσφόρησε τελικά. «Δεν τα κατάφερε, δεν τα καταφέραμε», κατέληξε. Όπως και για τη δημιουργία του Ενιαίου Συνασπισμού – «τον συγκρότησε μαζί με τον Χαρίλαο Φλωράκη, φέρνοντας νέες ελπίδες στους Έλληνες αριστερούς», θα σημειώσει – θα συμπεράνει ότι «πάλι τελικά δεν τα κατάφερε, πάλι δεν τα καταφέραμε». Παρέκαμψε εντελώς, ωστόσο, τη συγκυβέρνηση Τζανετάκη με τη ΝΔ, όπως και τη μετέπειτα κυβέρνηση Ζολώτα με ΝΔ και ΠΑΣΟΚ.
Κλείνοντας ο ομιλητής αναφέρθηκε και στη δημιουργία της Δημοκρατικής Αριστεράς και στη συμβολή του ίδιου του Λεωνίδα σ’ αυτό. Χωρίς και εδώ να μιλήσει για ρήξη με το Συνασπισμό – στην οποία, όπως και στον ίδιο τον Συνασπισμό, εξάλλου, απέφυγε να αναφερθεί – και το ΣΥΡΙΖΑ που προκλήθηκε. «Ο ίδιος ήταν πάντα έτοιμος και ώριμος για το νέο ξεκίνημα αν χρειαζόταν, όσες δυσκολίες και αν είχε, όσες θυσίες και αν απαιτούσε», ανέφερε.
Π.Κ.
Φεύγω
«Φεύγω. Ζήσαμε -η γενιά μου- μια συναρπαστική περιπέτεια, γνώρισα από κοντά τη φτώχεια, τους κατατρεγμούς, τη φρίκη. Αλλά σε διαλείμματα και τη χαρά. Και έβαλα το λιθαράκι μου στον αγώνα για το φως, το δίκαιο και την ανθρωπιά. Ένιωσα συντετριμμένος όταν έσβησε το κόκκινο αστέρι στην κορυφή του Κρεμλίνου βουτηγμένο στη βία, το ψέμα και την ντροπή. Άλλα πίστεψαν οι άνθρωποι, άλλα λάλησαν οι προφήτες. Όπως άλλος ήταν ο σοσιαλισμός για τον οποίο αγωνιστήκαμε και γι’ αυτόν τον σοσιαλισμό, με δημοκρατία, ελευθερία και σεβασμό στον κάθε άνθρωπο να συνεχίσετε τον αγώνα, γιατί δεν έχει άλλη λύση ο κόσμος. Φεύγω, σας χαιρετώ όλους, και εσάς που πορευτήκαμε μαζί και εσάς τους άλλους τής κάθε φορά αντίπερα όχθης, και έχω μόνο ένα να σας πω: σύγκρουση ιδεών, όχι βία και μισαλλοδοξία, δεν οδηγούν πουθενά, γεια σας».
* Το κείμενο αυτό διάβασε ο γιος του Μίλτος στο τέλος της τελετής
Γνωριστήκαμε περιμένοντας το θάνατο
Του
Μανώλη Γλέζου*
«Το Λεωνίδα, δεν τον ήξερα προηγούμενα. Έτυχε να βρεθούμε στο ίδιο καΐκι, από διαφορετικό δρόμο, που θα μας πήγαινε στο εξωτερικό και μας συνέλαβαν έξω από την Ψυτάλλεια. Εκεί πρωτογνώρισα τον Λεωνίδα και την Καλλισθένη, τη γυναίκα του, και έγινα ο κουμπάρος τους, αργότερα, όταν μπορέσανε να κάνουνε το γάμο τους. Θα θυμηθώ, περισσότερο, τις στιγμές μπροστά στο θάνατο. Πολλά παλικάρια της Εθνικής Αντίστασης τον αντιμετώπισαν παλικαρίσια. Το ίδιο και ο Λεωνίδας. Γι’ αυτόν μπορώ να πω ότι βρισκόταν σε πιο δύσκολη στιγμή απ’ όλους μας, γιατί δίκαζαν και την καλή του, την Καλλισθένη. Την τελευταία στιγμή με επέμβαση των δικηγόρων την πρόταση σε θάνατο που ζήτησε ο βασιλικός επίτροπος τη μετέτρεψαν σε ισόβια. Όμως ήταν σαν να ήταν και κείνη δικασμένη μαζί μας. Οι στιγμές ήταν σκληρές, που χώρισαν, που τράβηξαν ο ένας στο δρόμο για τη ζωή, η Καλή, οι άλλοι, εμείς, στο δρόμο για το θάνατο.
Όταν γινόταν κανείς μελλοθάνατος, για ένα τριήμερο, πριν γίνει η εκτέλεσή του, διάστημα που οι δικηγόροι του θα έκαναν την αίτηση χάριτος μήπως του δοθεί - διότι άλλοτε δίνεται, άλλοτε όχι - στο διάστημα αυτό οι μελλοθάνατοι μένουν ελεύθεροι. Εμάς μας έκλεισαν αμέσως στον Γολγοθά του θανάτου, στα υπόγεια κελιά των φυλακών Αβέρωφ. Καθένα σε χωριστό κελί και για να μην καταλαβαίνει ο φρουρός, κουβεντιάζαμε στα εγγλέζικα. Εκεί μπροστά στο θάνατο για δέκα ημέρες, χωρίς να έχουμε καμιά επαφή με τους υπόλοιπους μελλοθανάτους στου Αβέρωφ, γνώρισα, και στο δικαστήριο βέβαια, την περήφανη προσωπικότητα και των άλλων και του Λεωνίδα. Από τότε δημιουργήθηκε μια φιλία. Όπως διηγείται ο ίδιος,κάθε πρωί περιμέναμε το θάνατο, να στηθούμε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα και ξύπναγα τον Λεωνίδα και τους άλλους, το Μανώλη το Δαμιανίδη, το Μάκη το Σερέφα και τους έλεγα: «Για τσιμπηθείτε, είμαστε ζωντανοί, ξυπνήστε». Περιμέναμε πάλι την άλλη μέρα.
Στην αναστολή της εκτέλεσής μας επηρέασε πολύ ο λαϊκός παράγοντας. Θα πω το εξής: Ανάμεσα στους συγκατηγορουμένους μας και φίλους ήταν ο Κώστας ο Προβελέγγιος, πολιτικός μηχανικός δικασμένος ισόβια. Η μητέρα του, η Αικατερίνη Προβελεγγίου, γνώριζε τον τότε υπουργό Δικαιοσύνης πολύ προσωπικά. Επήγε και τον βρήκε και του είπε: “Θα κάνετε την εκτέλεση μπροστά σ’ αυτή την κινητοποίηση; Δεν λογαριάζετε τους πρωθυπουργούς, μητροπολίτες, προέδρους της Δημοκρατίας, αρχιερείς απ’ όλο τον κόσμο;” “Δεν λογαριάζω τίποτα”. “Και τι λογαριάζετε”; “Λογαριάζω τα καροτσάκια τα τηλεγραφήματα που φθάνουν κάθε μέρα στο υπουργείο”. Αυτό δείχνει τη δύναμη του λαϊκού παράγοντα που είναι πάνω από τις προσωπικότητες και τους δυνατούς του κόσμου . Τελικά, σωθήκαμε και μείναμε χρόνια πολλά στο ίδιο κελί και στις φυλακές Αβέρωφ και στις φυλακές της Κέρκυρας.
Ανεξάρτητα, και δεν είναι σήμερα ώρα για να συζητηθεί, του ότι μπορεί πολλοί να έχουν διαφωνίες με την πολιτική τακτική του Λεωνίδα – με τη στρατηγική του δεν φαντάζομαι να υπάρχει αριστερός που να διαφωνεί – ήθελε μία δημοκρατία συμμετοχής του πολίτη στα κοινά, όχι απλώς με ανθρώπινο πρόσωπο.
Ήθελα να πω κάτι ακόμα για το Λεωνίδα: ήταν θηλυκό μυαλό, το έχω γραμμένο αυτό, γεννούσε πάντοτε απόψεις, ανεξάρτητα από την τύχη τους, το αν στηρίζονταν σε πραγματικά γεγονότα, ήταν χίμαιρα, οράματα ή και λάθος ακόμη. Είχε κάθε φορά κάτι να πει. Κι αυτό ήταν τελευταία και το δράμα του. Διότι εξαιτίας των χτυπημάτων της ασθένειάς του δεν μπορούσε να διατυπώσει, έτσι όπως ήθελε, την αγωνία του για το μέλλον του τόπου μας, της ανθρωπότητας.»
* Από την παρέμβασή του
στο ραδιοφωνικό σταθμό «Στο Κόκκινο»
Για τους ηγέτες της γενιάς της ΕΠΟΝ
Μετά τους ηγέτες της Αριστεράς της γενιάς του Μεσοπολέμου, τώρα αυτοί της γενιάς της ΕΠΟΝ φεύγουν ένας – ένας και τους αποχαιρετούμε. Τους αποχαιρετούμε με σεβασμό και αγάπη, όπως και τους προηγούμενους, ίσως και με μεγαλύτερη διάθεση και δυνατότητα να μιλήσουμε για τη συμβολή τους στη διαδρομή της Αριστεράς, ακόμη και να την κρίνουμε, καθώς και εμείς μεγαλώσαμε και δράσαμε ως αριστερές και αριστεροί με τη δική τους καθοδήγηση.
Ο Λεωνίδας Κύρκος είναι μια κεντρική προσωπικότητα αυτής της ομάδας, δίπλα στους Ηλία Ηλιού, Μπάμπη Δρακόπουλο, Νίκο Καρά, Κώστα Φιλίνη και άλλους. Ο καθένας έχει τη δική του, διακεκριμένη συμμετοχή και συμβολή και θα επανερχόμαστε σ’ αυτή ξανά και ξανά, να μάθουμε, να κατανοήσουμε, να αναστοχαστούμε, να κρίνουμε. Για να δούμε πώς προχωράμε τώρα. Εξάλλου, αυτό είναι το πρώτο που μάθαμε απ’ αυτούς: να μας απασχολεί το «πώς προχωράμε τώρα». Μόνο τότε έχει αξία η ενασχόληση με τη δράση μας στο παρελθόν, και μόνο τότε δεν επαληθεύει όσους νομίζουν ότι επιδιδόμαστε σε βυζαντινολογία.
Τα μαθήματα από τη γενιά αυτή πολλά. Επηρεασμένα, κυρίως, από την αντοχή που διαμορφώνει η ήττα, μετά τη βεβαιότητα ότι το άλμα στον ουρανό θα συμβεί, η συνέχεια της προσπάθειας, οι επιτυχίες και ξανά διαψεύσεις, και ξανά ελπίδες. Έτσι περάσαμε τη δικτατορία. Έτσι αφοσιωθήκαμε στην επίπονη, σκληρή προσπάθεια οικοδόμησης του ΚΚΕ Εσωτερικού, κατανοήσαμε την αξία του να πας και 150 χλμ μακριά για να συνεδριάσεις δυο συντρόφους, να φτιαχτεί πρόγραμμα δράσης. Ο Λεωνίδας, λοιπόν, είχε ξεχωριστή θέση ως δάσκαλός μας σ’ όλα αυτά.
Ομιλητής όπου και αν τον καλέσαμε, παρών όπου έσκαε μύτη κάποια διεκδίκηση, σε μια κινητοποίηση. Ποιος δε θυμάται τις κινητοποιήσεις των αγροτών στο Ηράκλειο; Στη Βουλή μαχητικός να φέρει το πρόβλημα όπου και αν προέκυπτε, να συγκρουστεί, να διαλεχτεί για να πείσει. Ποιος δεν θυμάται την ομιλία του στη συνεδρίαση μετά τους νεκρούς Κουμή και Κανελλοπούλου στην πορεία του Πολυτεχνείου, όταν χτύπησαν βάναυσα την κολώνα της πορείας του ΚΚΕ Εσωτερικού. Την ομιλία του για την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ, όταν παρουσίασε τις θέσεις του ΚΚΕ Εσωτερικού; Στην Ευρωβουλή να στριμώχνει τους επιτρόπους; Καθόλου γνώστης της οργανωτικής δουλειάς. κατανοούσε έμπρακτα τη σημασία της και έδινε πάντοτε τη συνδρομή του, κάθε φορά που κάπου εκτιμούσαν ότι η εμπλοκή του, είτε με τη φυσική του παρουσία, είτε με μια επερώτησή του θα συνεισέφερε στην προσπάθεια των συντρόφων.
Αυτή η γενιά των ηγετών μας, αναδιαπαιδαγωγημένη μέσα στην ανεπανάληπτα επιτυχή προσπάθεια της ΕΔΑ να ξαναϋπάρξει η Αριστερά τόσο γρήγορα μετά την ήττα του εμφυλίου, υποχρεώθηκε να σκεφτεί και να αποφασίσει επίσης πάνω σε μείζονα ζητήματα στρατηγικής και προσανατολισμού. Σε ζητήματα πολιτικής, ιδεολογίας και φυσιογνωμίας. Πώς θα βαδίσει το ελληνικό αριστερό κίνημα; Πώς το ευρωπαϊκό και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα; Προς τα πού πάει η ΕΣΣΔ και η Κίνα; Ποια η ορθή σχέση μαζί τους; Ποιο το υποκείμενο της επανάστασης σήμερα; Ποιες οι σχέσεις κόμματος και κινημάτων; Τι θα γίνει με τη δικτατορία του προλεταριάτου, το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό; Ποια η σχέση της Αριστεράς με την δημοκρατία και τα δικαιώματα. Πώς εγγυόμαστε οι κομμουνιστές όλα αυτά μαζί με τον πλουραλισμό; Ποιος είναι, εν τέλει, ο δημοκρατικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό και πώς ο σοσιαλισμός με δημοκρατία και ελευθερία;
Όλα αυτά τέθηκαν την κρίσιμη δεκαετία ’60 έκδηλα, διότι σκαπανείς – ελάχιστα ακουόμενοι– υπήρξαν και από πολύ πριν ακόμη. Είμαστε ευνοημένοι από την τύχη όσοι νέοι κομμουνιστές και κομμουνίστριες ζήσαμε αυτή την επώαση από κοντά, στην αρχή με βαθμιαίο και ειρηνικό τρόπο, που έγινε εκρηκτικός μέσα στη δικτατορία, με τη διάσπαση του ΚΚΕ, και τέθηκε επί τάπητος το επείγον καθήκον της Ανανέωσης του Κομμουνιστικού Κόμματος, της Αριστεράς ευρύτερα.
Μάθαμε πολλά, κατανοήσαμε άλλα, σύνθετες καταστάσεις μας ξεδιάλυναν έμπειροι σύντροφοι. Ώσπου βρεθήκαμε αρκετά προετοιμασμένοι να δεχτούμε, εκτός από τις μεγάλες διαψεύσεις και τις μεγάλες κατακρημνίσεις. Όταν έπεφτε το κόκκινο αστέρι από την κορφή του Κρεμλίνου, όπως τόσο παραστατικά σημειώνει ο σύντροφος Λεωνίδας στο γράμμα –υποθήκη, δεν ξαφνιαστήκαμε ούτε είχαμε δάκρυα πολλά, πλέον, να χύσουμε. Ο σύντροφος Μπερλιγκουέρ μας είχε προειδοποιήσει: η Οκτωβριανή Επανάσταση έπαψε πια να έχει προωθητική δύναμη.
Είναι φανερό όταν τίθενται τόσο πελώρια και σύνθετα ζητήματα, οι προσεγγίσεις να είναι διαφορετικές. Αποχρώσεις, διαφωνίες, αντιφάσεις, αντιπαραθέσεις. Εξάλλου, στη βιαιότητα των συγκρούσεων στον απ’ εδώ χώρο της Κομμουνιστικής Ανανέωση παραμείναμε αρκούντως λενινιστές. Δεν υστέρησε σ’ αυτό ο Λεωνίδας. Όπως και άλλοι από τους ηγέτες μας, διακρινόταν από αντιφάσεις στις τοποθετήσεις του.
Δεν είναι η ώρα, ασφαλώς, της ιστορικής αποτίμησης. Θα ‘θελα να σταθώ, όμως, σε ορισμένα σημεία και γεγονότα που δεν επαληθεύουν τοποθετήσεις αυτών των ημερών. Για παράδειγμα, ενώ οι απόψεις του ήταν σαφώς στο ρεύμα της ανανέωσης, δεν ηγήθηκε ωστόσο την ώρα της κρίσης –το Φλεβάρη του 1968 της δημιουργίας του ΚΚΕ Εσωτερικού. Ενώ, αντιλαμβανότανε την αξία της αυτόνομης χάραξης, εν γένει, της πολιτικής μας, η ΕΣΣΔ είχε πάντοτε κυρίαρχη θέση στη σκέψη του και στις αναζητήσεις του. Όχι δε μόνο για γεωπολιτικούς λόγους. «Να πάτε εσείς να πείτε αυτά για το σοσιαλισμό της Σοβιετικής Ένωσης στις πιάτσες των οικοδόμων» μας είχε πει επιτιμητικά σε ακτίφ του ΚΚΕ Εσωτερικού. Αλλά αυτό πήγαινε βαθιά, διαπερνούσε και άλλες του τοποθετήσεις –π.χ. δεν ακολούθησε τη γραμμή του κόμματος στο ζήτημα της εισβολής στο Αφγανιστάν και στην καταδίκη του Γιαρουζέλσκι. Επηρέαζε ακόμη και την αντίληψή του για τις σχέσεις κόμματος και κινημάτων ασκώντας μας κάποτε και κριτική γιατί αναδεικνύαμε σε κεντρικά ζητήματα τον φεμινισμό, την οικολογία και τα δικαιώματα.
Ασφαλώς υπάρχει και το μέγα θέμα του ΚΚΕ Εσωτερικού, της στάσης του που κατέληξε και στη διάσπασή του το 1987. Επέλεξε, και είχε δικαίωμα, να θέσει ζήτημα συνέχισης της ιδρυτικής συνθήκης του, της φυσιογνωμίας του ως ένα ανανεωτικό κομμουνιστικό κόμμα. Δύσκολα μπορεί, όμως, να αποδεχθεί κανείς τη σοφία μιας απόφασης που λέει ότι μπορεί να προχωρήσει μια τόσο ισχνή πλειοψηφία, όπως αυτή που εξασφαλίστηκε απ’ όσους ίδρυσαν την ΕΑΡ στο τελευταίο συνέδριο του ΚΚΕ Εσωτερικού, σε μια τόσο μείζονα ενέργεια. Η οποία εμπεριείχε, όπως και έγινε, και τη διάσπαση.
Θα τύχει, άλλες φορές όμως, να μιλήσουμε γι’ αυτά, μάλιστα μαζί και με τον αντίλογο. Αυτά όλα τα ζητήματα θα μείνουν ανοιχτά και για πολύ. Ως τότε από τα βοηθήματά μας σ’ αυτή τη συζήτηση θα είναι και η συνεισφορά του συντρόφου μας, και το κείμενό του «Φεύγω», ένα από τα πιο σημαντικά κείμενα που μας αφήνει. Για να τον θυμόμαστε και να συνυπολογίζουμε τη συνολική συνεισφορά του, όπως και των άλλων συντρόφων αυτής της γενιάς, στο μέλλον.
Παύλος Κλαυδιανός
Με κοινούς αγώνες, αλλά και με διαφωνίες
Του
Tάκη Μπενά
Με τον Λεωνίδα Κύρκο ήμασταν μαζί, ΕΠΟνίτες της φοιτητικής γενιάς, και συναγωνιστές εδώ και περισσότερα από 65 χρόνια.
Είχαμε μια κοινή διαδρομή από τα χρόνια ιδίως του Εμφυλίου πολέμου, στις φυλακές και τα στρατοδικεία.
Όταν ο Λεωνίδας, ο Μανώλης Γλέζος μαζί και με άλλους συντρόφους τους επιχείρησαν να φύγουν με εκείνο το προδομένο καΐκι που τους οδήγησε τελικά στην Ασφάλεια του Πειραιά και στη φυλακή, δεν πρόλαβα να επιβιβαστώ κι εγώ κι έτσι τη γλίτωσα τότε.
Θα επακολουθήσει τουλάχιστον μια χρονιά συμβίωσης στις φυλακές των Βούρλων, φυλακές υποδίκων για τα στρατοδικεία, δηλαδή υποψηφίων για το εκτελεστικό απόσπασμα.
Ζήσαμε τότε μαζί στο περίφημο κελλί Νο 5, που το έχω αρκετά περιγράψει στο βιβλίο μου για τον Εμφύλιο. Στο ίδιο κελλί με το Λεωνίδα, τον μπάρμπα-Μιχάλη τον πατέρα του, τον Μανώλη Γλέζο και εκείνον τον μεγάλο διανοητή και δημοσιογράφο της Αριστεράς, τον Τάσο Χαΐνογλου, ώσπου ήρθε η ώρα μας να πάμε κι εμείς για το στρατοδικείο, τον Μάρτιο του 1949.
Έχω σταθερά στη μνήμη μου ένα προσωπικό συγκινητικό περιστατικό για την ημέρα που ο Λεωνίδας και ο Μανώλης καταδικάστηκαν με άλλους δυο συντρόφους τους παμψηφεί σε θάνατο. Βρισκόμουνα κι εγώ τότε στο Μεταγωγών Αθηνών κι όταν τελείωσε η δίκη τους, θα άρχιζε την άλλη μέρα η δική μου. Ήρθαν τότε και οι δυο, Λεωνίδας και Μανώλης, στο παραθυράκι του υπογείου του Μεταγωγών και μου περάσανε από τα κάγκελα δυο σημειώματα, δυο ψιλογραμμένα χαρτάκια. Ήταν τα τελευταία μηνύματά τους «για τον ελληνικό λαό και για το κόμμα», τα αποχαιρετιστήρια όπως λέγαμε τότε, που τα διέσωσα και τα πέρασα κρυφά στη φυλακή, όταν γύρισα από τη δίκη μου. Αυτά τα χαρτιά με καίγανε κυριολεκτικά μέσα στην τσέπη μου και φαίνεται πως, όταν μου ζητούσαν δήλωση μετανοίας στο στρατοδικείο, εγώ σκεφτόμουνα το θησαυρό που είχα στην τσέπη μου και μάλλον χαμογέλασα, πράγμα που θεωρήθηκε προσβλητικό για τους δοσίλογους που μας δικάζανε. Βέβαια, είχε προηγηθεί συμβίωση στο περίφημο κελλί 5, που ζήσαμε μαζί για μια τουλάχιστον χρονιά, αποχαιρετώντας πολλές δεκάδες συντρόφους μας που έφευγαν για το εκτελεστικό απόσπασμα.
Αλλά και μετά το τέλος του Εμφυλίου θα βρεθούμε πάλι μαζί με τον Λεωνίδα σε εκείνον τον μεγάλο άθλο της ανασυγκρότησης της αριστεράς με τη θαυμάσια εμπειρία της ΕΔΑ, μαζί στην Εκτελεστική επιτροπή αυτού του κόμματος, στην ιστορική δεκαετία του 1960, μέχρι τη δικτατορία του 1967. Η κοινή αγωνιστική μας πορεία συνεχίστηκε στις φυλακές της χούντας, στου Αβέρωφ και στον Κορυδαλλό. Ο Λεωνίδας είχε συλληφθεί προληπτικά τη νύχτα της 21ης Απριλίου. Εγώ πιάστηκα δυο χρόνια αργότερα, το 1969, και πρόλαβα τότε να πάρω μέρος στη γέννηση του ΚΚΕ Εσωτερικού μαζί με τους αείμνηστους Δρακόπουλο, Ν. Καρά, Α. Μπριλλάκη και πολλούς άλλους.
Στις φυλακές της χούντας ζήσαμε μαζί λίγο καιρό, ώσπου η ΕΣΑ του Λαδά- Ιωαννίδη μας άρπαξε και μας έστειλε σε απομονωμένες φυλακές, όπου ζήσαμε χωριστά τα επόμενα δυο χρόνια.
Ο Λεωνίδας αποφυλακίστηκε το 1972 εκτίοντας πενταετή ποινή και εγώ το 1973. Βρεθήκαμε και πάλι μαζί σε εκείνη τη φάση με την Πολιτική Επιτροπή του ΚΚΕ Εσωτερικού και της ΕΔΑ υπό τον Ηλιού, μέχρι και τις μέρες του Πολυτεχνείου. Έχω καταγράψει στα βιβλία μου όλη αυτή την περίοδο και την αυστηρή μου απομόνωση στη Γυάρο το 1974 μέχρι την πτώση της χούντας.
Έτσι, θα μπούμε και πάλι μαζί στην πορεία του νόμιμου ΚΚΕ Εσωτερικού στην τελευταία φάση της ζωής του, από το 1974 έως το 1986 που αυτοδιαλύθηκε. Είναι μια πορεία και κοινή και χωριστή με τον Λεωνίδα. Συμφωνώντας αλλά και διαφωνώντας, αλλά κρατώντας πάντοτε μια συντροφική σχέση. Οι δρόμοι μας, πολιτικά, θα χωρίσουν στο τέλος αυτής της περιόδου. Από το 1986 και μετά θα πορευτούμε χωριστά και αντίθετα. Είναι μια οδυνηρή περίοδος, που την έχω αρκετά ιστορήσει στα βιβλία μου. Μια περίοδος, μπορώ να πω, που την χαρακτηρίζει η πολιτική μου σύγκρουση με τον Λεωνίδα για την ΕΑΡ και ιδίως για τη συγκυβέρνηση με τη Δεξιά, την κυβέρνηση Τζανετάκη και όσα θα επακολουθήσουν.
Η σχέση μου με τον Λεωνίδα Κύρκο αντανακλά ουσιαστικά την πονεμένη ιστορία της Αριστεράς στην Ελλάδα, με τα μπρος και τα πίσω, με τους κοινούς αγώνες, αλλά και τις διαφωνίες και τις εσωτερικές συγκρούσεις της. Στην τελευταία περίοδο της ζωής του οι σχέσεις μας παρέμειναν πολιτικά παγωμένες, αλλά ανθρώπινα υπαρκτές.
Έχω αρχίσει να γράφω ένα βιβλίο για το ΚΚΕ Εσωτερικού και γι’ αυτό επισκέφτηκα πριν λίγα χρόνια τον Λεωνίδα για να διευκρινίσω κάποια ιστορικά στοιχεία. Και τότε διαπίστωσα ότι ο παλιός Λεωνίδας είχε πια και βιολογικά τελειώσει, με προχωρημένη αμνησία γεγονότων από τα αλλεπάλληλα εγκεφαλικά επεισόδια. Και τότε τον αποχαιρέτησα ουσιαστικά. Θλιμμένος για την άδικη τύχη αυτού του συντρόφου μου, που περπατήσαμε μαζί και συγκρουστήκαμε, αλλά ποτέ με μίσος, κρατώντας στη μνήμη μου πάντοτε, χωρίς αγιοποιήσεις, τη σχέση μιας ολόκληρης ζωής.
* Το κείμενο αυτό βασίστηκε στη συνέντευξη του Τ. Μπενά στο ραδιοφωνικό σταθμό «Στο Κόκκινο 105,5» την ημέρα της είδησης του θανάτου του Λ. Κύρκου.
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|