Αρχείο



Του
Νόαμ Τσόμσκι

Ο μήνας αυτός σηματοδοτεί τη δέκατη επέτειο της φρικαλεότητας της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, της μέρας που - κατά τη συνήθη έκφραση- άλλαξε τον κόσμο.
Ο αντίκτυπος της επίθεσης είναι αδιαμφισβήτητος. Αρκεί να δούμε τη δυτική και κεντρική Ασία: το Αφγανιστάν επιβιώνει οριακά, το Ιράκ έχει καταρρεύσει και το Πακιστάν βρίσκεται στο χείλος της καταστροφής.
Την Πρωτομαγιά του 2011, ο φερόμενος ως εγκέφαλος του εγκλήματος Οσάμα Μπιν Λάντεν δολοφονήθηκε στο Πακιστάν, εκεί όπου εξάλλου εμφανίστηκαν οι πιο άμεσες και σημαντικές συνέπειες. Αρκετά έχει συζητηθεί ήδη η οργή της Ουάσιγκτον, επειδή το Πακιστάν δεν παρέδωσε το Μπιν Λάντεν. Λιγότερα, όμως, έχουν ειπωθεί για την οργή των Πακιστανών επειδή οι ΗΠΑ εισέβαλαν στην επικράτειά τους, με στόχο να διαπράξουν πολιτική δολοφονία. Τα γεγονότα αυτά εκτίναξαν το αντιαμερικανικό μένος το οποίο ήδη είχε ενταθεί στο Πακιστάν.

Το αντιαμερικανικό μένος

 Ένας από τους κορυφαίους σε θέματα σχετικά με τη χώρα αυτή, ο βρετανός ιστορικός Ανατόλ Λίβεν, με ειδίκευση στη στρατιωτική ιστορία, έγραφε το Φεβρουάριο στο άρθρο του «Το εθνικό συμφέρον» ότι ο πόλεμος στο Αφγανιστάν «αποσταθεροποιεί και ριζοσπαστικοποιεί το Πακιστάν αυξάνοντας τον κίνδυνο μιας γεωπολιτικής καταστροφής εις βάρος των ΗΠΑ -και του υπόλοιπου κόσμου-, καταστροφή η οποία θα υπερφαλάγγιζε σε μέγεθος ότι κι αν συνέβαινε στο Αφγανιστάν». Σε κάθε κοινωνικό επίπεδο, γράφει ο Λίμπεν, οι Πακιστανοί δείχνουν ιδιαίτερη κατανόηση στους Αφγανούς Ταλιμπάν, όχι γιατί τους συμπαθούν αλλά επειδή «οι Ταλιμπάν θεωρούνται μια νόμιμη δύναμη αντίστασης κατά της ξένης κατοχής της χώρας» έτσι όπως περίπου εκλαμβάνονταν και οι Αφγανοί μουζαχεντίν όταν αντιστέκονταν στη ρωσική κατοχή τη δεκαετία του ογδόντα.
 Τα συναισθήματα αυτά συμμερίζεται και η πακιστανική στρατιωτική ηγεσία, χολωμένη από τις πιέσεις των ΗΠΑ που στόχο έχουν να την αναγκάσουν να θυσιαστεί στο όνομα του πολέμου της Ουάσιγκτον κατά των Ταλιμπάν. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις (υπό το μανδύα πολεμικών επιχειρήσεων) που εξαπολύουν οι ΗΠΑ μέσα στο Πακιστάν και οι οποίες πολλαπλασιάστηκαν από τον Πρόεδρο Ομπάμα, καθώς και οι απαιτήσεις των ΗΠΑ να μεταφέρει ο πακιστανικός στρατός τον πόλεμο της Ουάσιγκτον σε περιοχές φυλών της χώρας που ακόμη και κατά τη διάρκεια της βρετανικής κυριαρχίας δεν είχαν υποστεί ιδιαίτερες ενοχλήσεις, εντείνουν ακόμη περισσότερο αυτή τη δυσαρέσκεια.
 Ο στρατός αποτελεί το σταθερότερο θεσμικό παράγοντα στο Πακιστάν, διασφαλίζοντας τη συνοχή της χώρας. Οι ενέργειες των ΗΠΑ «ενδέχεται να επιφέρουν ανταρσία τμημάτων του στρατού», αναφέρει ο Λίβεν και στην περίπτωση αυτή «το πακιστανικό κράτος θα καταρρεύσει πραγματικά πολύ γρήγορα, με όλες τις καταστρεπτικές συνέπειες που συνεπάγονται».

Για έναν κόσμο πιο επικίνδυνο

Οι πιθανές καταστροφές πολλαπλασιάζονται επικίνδυνα από το τεράστιο και ολοένα αναπτυσσόμενο πυρηνικό οπλοστάσιο της χώρας αλλά και από το ισχυρό κίνημα των οπαδών της Τζιχάντ.
Και οι δύο αυτές παράμετροι αποτελούν κληροδότημα της διακυβέρνησης Ρήγκαν. Οι αξιωματούχοι του Ρήγκαν υποκρίνονταν πως αγνοούσαν ότι ο Ζία Ουλ Χακ, ο χειρότερος από τους πακιστανούς δικτάτορες και ευνοούμενος της Ουάσιγκτον, ανέπτυσσε πυρηνικό οπλοστάσιο, ενώ παράλληλα υλοποιούσε πρόγραμμα ακραίου εξισλαμισμού της χώρας του με Σαουδαραβική χρηματοδότηση. Η καταστροφή που ελλοχεύει, έγκειται στην πιθανότητα συνδυασμού των δύο αυτών παραγόντων, τη διολίσθηση δηλαδή πυρηνικού υλικού στα χέρια των οπαδών της Τζιχάντ. Στην περίπτωση αυτή, θα μπορούσαμε να δούμε πυρηνικά όπλα- «βρώμικες βόμβες» το πιθανότερο- να εκρήγνυνται στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη. Ο Λίβεν καταλήγει: «Στην πραγματικότητα, Αμερικανοί και Βρετανοί στρατιώτες πεθαίνουν στο Αφγανιστάν προκειμένου να κάνουν τον κόσμο πιο επικίνδυνο για τον αμερικανικό και το βρετανικό λαό».
Η Ουάσιγκτον αντιλαμβάνεται ασφαλώς ότι οι επονομαζόμενες “Αfpak” (Αφγανιστάν- Πακιστάν) στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ είναι πιθανό να αποσταθεροποιήσουν και να δημιουργήσουν ακραίες συνθήκες στο Πακιστάν.
Τα πιο σημαντικά έγγραφα που μέσω wikileaks έχουν ως τώρα δημοσιοποιηθεί, είναι τα τηλεγραφήματα της πρέσβειρας των ΗΠΑ στο Ισλαμαμπάντ Ανν Πάττερσον, η οποία υποστηρίζει μεν τις επιχειρήσεις αυτές αλλά προειδοποιεί ότι «ενέχουν τον κίνδυνο αποσταθεροποίησης του πακιστανικού κράτους, αποξενώνοντας τόσο την πολιτική όσο και τη στρατιωτική ηγεσία του και προκαλώντας μία ευρύτερη κρίση διακυβέρνησης στο Πακιστάν». Η Πάττερσον αναφέρεται στην πιθανότητα «οιοσδήποτε εργαζόμενος στο μηχανισμό και τις εγκαταστάσεις (της πακιστανικής κυβέρνησης) να συγκεντρώσει σταδιακά ραδιενεργό υλικό ικανό για την κατασκευή όπλου», κίνδυνος ο οποίος εντείνεται από «την έκθεση στην οποία υπόκεινται τα όπλα κατά τη μεταφορά τους».

Οι επιτυχίες του Μπιν Λάντεν

Μερικοί αναλυτές έχουν επισημάνει ότι ο Μπιν Λάντεν είχε μερικές σημαντικές επιτυχίες στον πόλεμο που διεξήγαγε εναντίον των ΗΠΑ. Όπως γράφει το Μάιο στo “Αmerican Conservative” ο Έρικ Μάργκολις «κατ’ επανάληψη υποδείκνυε (ο Μπιν Λάντεν) ότι ο μόνος τρόπος να εκδιωχθούν οι ΗΠΑ από το μουσουλμανικό κόσμο και να ηττηθεί η σατραπεία τους είναι να συρθούν σε μια σειρά περιορισμένων αλλά δαπανηρών πολέμων που τελικά θα τους οδηγούσαν στη χρεωκοπία». Μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, ήταν προφανές ότι η Ουάσιγκτον όδευε στην εκπλήρωση των επιθυμιών του Μπιν Λάντεν. Στο βιβλίο του «Αυτοκρατορική Ύβρις» το οποίο εκδόθηκε το 2004, ο Μάικλ Σόιερ, από τους παλαιότερους αναλυτές της CIA που παρακολουθεί τον Οσάμα Μπιν Λάντεν από το 1996, εξηγεί: «Ο Μπιν Λάντεν υπήρξε ακριβής ανακοινώνοντας στην Αμερική τους λόγους για τους οποίους εγείρει πόλεμο εναντίον μας. Επιδιώκει να διαφοροποιήσει δραστικά την πολιτική της Δύσης και των ΗΠΑ απέναντι στον Ισλαμικό κόσμο». Και σε μεγάλο βαθμό το κατάφερε! Αναφέρει στη συνέχεια: «Οι ένοπλες δυνάμεις και οι πολιτικές των ΗΠΑ ολοκληρώνουν τη ριζοσπαστικοποίηση του ισλαμικού κόσμου, κάτι που ο Οσάμα Μπιν Λάντεν προσπαθεί να κάνει με σημαντική αλλά όχι ολοκληρωτική επιτυχία από τις αρχές της δεκαετίας του ενενήντα. Ως αποτέλεσμα, νομίζω πως δικαίως μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι οι ΗΠΑ παραμένουν ο μόνος αναντικατάστατος σύμμαχος του Μπιν Λάντεν». Και αποδεικνύεται πως έτσι παραμένουν τα πράγματα, ακόμη και μετά το θάνατο του.

Μια παρουσία που ξεθώριαζε

Οι διαδοχικές φρικαλεότητες κατά την τελευταία δεκαετία, οδηγούν στο ερώτημα: Υπήρχε άραγε εναλλακτική επιλογή για την απάντηση της Δύσης στις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου;
Το κίνημα Τζιχάντ, έχοντας σε μεγάλο ποσοστό του υιοθετήσει ιδιαίτερα επικριτική στάση απέναντι στον Μπιν Λάντεν, θα μπορούσε να έχει διαιρεθεί και μειωθεί μετά την 11η Σεπτεμβρίου αν «το έγκλημα κατά της ανθρωπότητας», όπως δικαίως αποκαλούνται οι επιθέσεις, είχε όντως προσεγγισθεί ως έγκλημα, με μία διεθνή επιχείρηση σύλληψης των υπόπτων. Αυτό είχε τότε γίνει κατανοητό αλλά καμία τέτοια προσέγγιση δε λήφθηκε υπ’ όψη μπροστά στην πολεμική σπουδή. Αξίζει να συμπληρωθεί ότι ο Μπιν Λάντεν είχε καταδικασθεί από μεγάλο τμήμα του αραβικού κόσμου για τη συμμετοχή του στις επιθέσεις.
Την περίοδο πριν το θάνατο του, ο Μπιν Λάντεν ήταν πια από καιρό μια παρουσία που ξεθώριαζε και τους μήνες που προηγήθηκαν είχε επισκιασθεί από την Αραβική Άνοιξη. Η σημασία του για τον Αραβικό κόσμο αποτυπώνεται στον τίτλο του κύριου άρθρου των Times της Νέας Υόρκης, γραμμένο από τον Ζύλ Κέπελ, ειδικό σε θέματα Μέσης Ανατολής: «Ο Μπιν Λάντεν ήταν ήδη νεκρός». Ο τίτλος αυτός θα μπορούσε να έχει πολύ παλαιότερη ημερομηνία, αν οι ΗΠΑ δεν είχαν προσδώσει νέα δυναμική στο κίνημα Τζιχάντ με τις επιθέσεις αντιποίνων στο Αφγανιστάν και το Ιράκ. Μπορεί μέσα στους κόλπους του κινήματος ο Μπιν Λάντεν να αποτελούσε ισχυρό σύμβολο αλλά δε φάνηκε να παίζει άλλον περισσότερο καθοριστικό ρόλο για την Αλ Κάιντα «αυτό το δίκτυο δικτύων» όπως την αποκαλούν οι αναλυτές, το οποίο αναλαμβάνει κυρίως ανεξάρτητες επιχειρήσεις.
Ακόμη και τα πλέον προφανή και στοιχειώδη δεδομένα σχετικά με τη δεκαετία αυτή οδηγούν σε ζοφερές σκέψεις όταν αναλογιζόμαστε την 11η Σεπτεμβρίου και τις συνέπειες της. Κι ακόμη περισσότερο, το πώς αυτές μας προϊδεάζουν για το μέλλον.

(Το άρθρο αυτό αποτελεί προσαρμογή του «11η Σεπτεμβρίου : Υπήρχε άλλη επιλογή; Η δέκατη επέτειος της 11ης Σεπτεμβρίου» του Νόαμ Τσόμσκι , που εκδόθηκε πρόσφατα από τον οίκο Seven Stories Press)
 Απόδοση: Όλγα Αθανίτη



Μοιράσου το:
Facebook! TwitThis buzz! MySpace! Google! Live!

Προσθήκη νέου σχολίου