Μετά το επεισόδιο με το ελληνικό δημοψήφισμα που δεν έγινε, αναδεικνύονται τα ουσιώδη προβλήματα δημοκρατικής νομιμοποίησης των ευρωπαϊκών θεσμών, που συνδέονται άμεσα
με την κυριαρχία των αγορών, όχι μόνο στο οικονομικό, αλλά και στο πολιτικό πεδίο.
Μικρό δείγμα της συζήτησης που έχει ανοίξει στην Ευρώπη, το κείμενο που ακολουθεί.
Του
Ιβ Σαρλ Ζαρκά*
Οι στιγμές που ζούμε είναι αποφασιστικής σημασίας για την ιστορία της Ευρώπης. Το πολιτικό σχέδιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης βρίσκεται σε κίνδυνο και δεν αποκλείεται να καταποντιστεί καταλήγοντας σε μια διάλυση επικίνδυνη για τα κράτη, δηλαδή για τους λαούς που την αποτελούν. Αυτό που εκπλήσσει είναι η ανικανότητα των πολιτικών ηγεσιών να συλλάβουν τι ακριβώς συμβαίνει. Απ’ όταν εκδηλώθηκε η κρίση του ευρώ, οι αποφάσεις που έχουν λάβει, χωρίς να συμβουλευτούν τους λαούς, δηλαδή με το φόβο της δημοκρατίας, είναι κοντόθωρες και εθελοτυφλούν μπροστά στα αποτελέσματά τους. Ο τρόπος με τον οποίο η Ελλάδα εγκαταλείφθηκε να ταπεινωθεί από την απληστία των χρηματοπιστωτικών αγορών, ήταν αφόρητος.
Μετά την Ελλάδα θα γίνει το ίδιο και με τους άλλους: Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία ή Ιταλία. Η Γαλλία, που βρίσκεται ήδη υπό την επιτήρηση των οίκων αξιολόγησης, δεν είναι μακριά από την εμπλοκή σ’ αυτό το κουβάρι των χρεωμένων χωρών, που αυτή η λογική θέλει να «θυσιαστούν». Η λύση που προτείνεται ως μοναδική σ’ αυτή την κρίση, απαιτεί να υποβάλλονται οι λαοί σε μια εντεινόμενη λιτότητα, που έχει τα αντίθετα από τα αναμενόμενα αποτελέσματα: ύφεση, άνοδο της ανεργίας, μείωση των δημοσίων εσόδων, αλλά και απώλεια της εμπιστοσύνης των πληθυσμών προς τους ηγέτες, εμφάνιση κινημάτων αντίστασης στην καταστροφή θέσεων εργασίας, στη σκληρότητα της ζωής, αδυναμία κάλυψης των βασικών βιοτικών αναγκών, κοινωνική οπισθοδρόμηση, επισφαλή εργασία… Δεν είναι μόνο η ΕΕ που βρίσκεται σε κίνδυνο, αλλά και ο πολιτισμός του οποίου είναι φορέας.
Είναι θλιβερό το θέαμα μιας Ένωσης που είναι ανίκανη να αυτοπροσδιοριστεί, που τη χαρακτηρίζει η αβεβαιότητα και η ασυνεννοησία των ηγετών της, οι οποίοι δεν συμβουλεύονται τους λαούς, αλλά δεν θέλουν και να τους δυσαρεστήσουν. Εδώ υπάρχει ο φόβος της δημοκρατίας, που είναι η μήτρα όλων των λαϊκισμών. Αν οι κυβερνώντες δεν καταλαβαίνουν τι συμβαίνει, είναι γιατί πιστεύουν ακόμα ότι η αγορά είναι πηγή της αυτορύθμισης και της αλήθειας. Η ενοχοποίηση των λαών και των κρατών είναι αποτέλεσμα αυτής της πίστης. Δεν πρόκειται για ένα αντικειμενικό φαινόμενο ή για ένα νόμο, αλλά για μια πίστη. Ξέρουμε πως η πίστη παίζει αποφασιστικό ρόλο στην οικονομία. Αυτή η υποκειμενική διάθεση αποτελεί μια από τις πηγές της κακοδαιμονίας της ΕΕ.
Γιατί, άραγε, τα κράτη που έσωσαν τις τράπεζες, και όφειλαν να το κάνουν, δεν διαθέτουν τα μέσα που είναι απαραίτητα για τον έλεγχο της λειτουργίας τους και των αποφάσεών τους; Γιατί δεν υπήρξαν δραστικά θεσμικά και οικονομικά μέτρα για την απαλλαγή των κρατών από τα δεσμά των τριών οίκων αξιολόγησης με τη γνωστή ελάχιστη αξιοπιστία, που χαρακτήριζαν μέχρι και λίγο πριν από την καταστροφή του 2008 φερέγγυα τα τοξικά προϊόντα;
Γιατί αφέθηκαν οι χρηματοπιστωτικές αγορές να σφίξουν το δόκανο μέσα στο οποίο κρατούν τα κράτη με την αύξηση του υποδουλωτικού χρέους που υποδουλώνει; Διότι οι ηγεσίες των κρατών εξακολουθούν να πιστεύουν στις αρετές της αυτορυθμιζόμενης πληροφορημένης αγοράς. Κι όμως, μπορούσαμε να έχουμε αποφύγει τον κίνδυνο στον οποίο βρισκόμαστε. Είναι, όμως, δυνατό να ξεφύγουμε τώρα από αυτόν; Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα μπορεί να είναι θετική με έναν όρο: ότι η πολιτική θα αποδράσει από την κατάσταση υποδούλωσης στην οποία έχει βρεθεί και η οποία έχει τρεις όψεις:
Στο επίπεδο του κράτους, βρισκόμαστε μπροστά στην καταστροφή του δημόσιου χώρου, και στη γενίκευση του μοντέλου της ιδιωτικής, επιχείρησης, που θεωρείται υπόδειγμα αποτελεσματικότητας. Το κράτος επιχειρηματίας δεν είναι πια πολιτικό. Είναι διαχειριστικό, εφόσον αντιλαμβάνεται τα πάντα με όρους διαχείρισης, ακόμα και τον εαυτό του. Πώς θα μπορούσε ένα κράτος που αντιλαμβάνεται τον εαυτό του σαν επιχειρηματία, να ξεφύγει από τη λογική των αγορών; Το άμεσο αποτέλεσμα είναι ότι η εξουσία περνάει στα χέρια της αγοράς. Εκεί όπου η δημοκρατία υποχωρεί, η αντιπολιτική δικτατορία των αγορών ενισχύεται.
Στο επίπεδο της κοινωνίας των πολιτών, παρακολουθούμε τη διάβρωση κάθε τι κοινού: αμφισβήτηση της συλλογικής κινητοποίησης, απομόνωση των ατόμων μέσω της έντασης του ανταγωνισμού στο πεδίο της εργασίας, τόσο στον τομέα της παραγωγής, όσο και της υγείας, της παιδείας κ.λπ. Η κοινωνία των ατόμων γίνεται παράθεση μοναχικοτήτων. Η βία και η ανασφάλεια ανάγονται σ’ αυτή την επέκταση της απομόνωσης και της αδιαφορίας ή του φόβου για τους άλλους.
Στο ανθρωπολογικό επίπεδο, το αναδιπλωμένο στον εαυτό του άτομο είναι ευκολότερα διαχειρίσιμο, γιατί εξαρτάται πιο πολύ από τις εξουσίες που το πλαισιώνουν. Τα άτομα που βρίσκονται σ’ αυτή την απομόνωση, είναι και ευεπίφορα σε πολιτικούς εξτρεμισμούς.
Όλα αυτά εξηγούν τη δημοκρατική υποβάθμιση που χαρακτηρίζει το καθεστώς, την κοινωνία και τον ίδιο το δημοκρατικό άνθρωπο. Είναι δυνατόν τα κράτη όπου η δημοκρατία υποβαθμίζεται, να διαμορφώσουν μια δημοκρατική ΕΕ; Περί αυτού πρόκειται και αυτό είναι το ερώτημα που θέτει και ο Γιούργκεν Χάμπερμας.
Το συνταγματικό όραμα σχηματισμού μιας μη κρατικής πολιτικής βούλησης στην ΕΕ θα μπορούσε να δώσει ξανά υπόσταση στη δημοκρατική ιδέα, υποχρεώνοντας τους ευρωπαίους ηγέτες να στοχαστούν διαφορετικά τους ρόλους τους. Ο Γιούργκεν Χάμπερμας στοχάζεται την πολιτική καθίδρυση με πέντε θεματικά επίκεντρα:
α) Την ιδέα ότι μια πολιτική ένωση της Ευρώπης μπορεί να πραγματοποιηθεί όχι μόνο υπό τον όρο της εναρμόνισης των οικονομιών, αλλά και υπό τον όρο της ομογενοποίησης των όρων ζωής.
β) Την ιδέα ότι η ΕΕ οφείλει να είναι μια πολιτική αλλά όχι κρατική οντότητα. Με άλλα λόγια, δεν θα μπορούσε να έχει τα προνόμια των κρατών που αφορούν την άσκηση βίας, την απόδοση δικαιοσύνης, την προστασία των ελευθεριών. Θα μπορούσε όμως να ισχύει στο πλαίσιό της η υπαγωγή του εθνικού δικαίου στο υπερεθνικό δίκαιο.
γ) Τον καταμερισμό της κυριαρχίας που δεν πρέπει να νοείται σαν καταμερισμός ανάμεσα σε κράτη-μέλη, αλλά ανάμεσα σε ευρωπαϊκούς λαούς. Τα άτομα παίζουν, δηλαδή, καταστατικό ρόλο σε δύο επίπεδα: στο πλαίσιο των κρατών και στο πλαίσιο της ΕΕ. Έτσι, ό,τι θα αποφασίζεται στο επίπεδο της ΕΕ, δυνάμει μιας κοινής δημοκρατικής θέλησης, δεν θα επιστρέφει σ’ αυτά σαν διάταγμα μιας εξωτερικής εξουσίας.
δ) Την ισοτιμία ως προς τα δικαιώματα των λαών και των πολιτών της Ευρώπης, οφείλει να μεταφράζεται, σε θεσμικό επίπεδο σε μια αυστηρή ισότητα μεταξύ Ευρωκοινοβουλίου και Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
ε) Την άσκηση της ιδιότητας του ευρωπαίου πολίτη που θα μπορούσε να εξασφαλίσει την αλληλεγγύη μεταξύ των πολιτών της ΕΕ.
* Ο Ιβ Σαρλ Ζαρκά είναι φιλόσοφος, καθηγητής στη Σορβόνη (Πανεπιστήμιο Παρί Ντεκάρτ)
Κείμενο που δημοσιεύτηκε στη «Λε Μοντ» (18-11-2011)
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|