
Προλογίζοντας αυτό το δισέλιδο για τον Λούτσιο Μάγκρι δεν μπορεί να απομακρυνθεί κανείς κατ’ ελάχιστο από αυτό που μας συμβουλεύει ο Ινγκράο: «μια τέτοια χειρονομία θα παραμένει πάντα ανεξιχνίαστη και ζητά σεβασμό και σιωπή». Αλλά σ’ αυτή την εφημερίδα και για πολλούς από εμάς στον ιδεολογικό χώρο που κινηθήκαμε και παραμένουμε, ο Λούτσιο Μάγκρι και οι σύντροφοί του, του «Μανιφέστο» και του PdUP («Κόμμα της Προλεταριακής Ενότητας») υπήρξαν δάσκαλοι, εμπνευστές και σύντροφοι, που μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Και μας συγκινεί, μας συνταράσσει ως συμβάν. Αυτό πρέπει να το πούμε. Τον γνωρίσαμε όχι μόνο από τα γραπτά του στην «Εποχή» ή τα βιβλία του αλλά και με την κοινή δράση των συντρόφων με τις οργανώσεις του ΚΚΕ Εσωτερικού στην Ιταλία, σε εκδηλώσεις του ΚΚΕ Εσωτερικού και του ΚΚΕ Ανανεωτική Αριστερά στην Ελλάδα. Το ίδιο σεμνά τον αποχαιρέτησε, εκ μέρους όλων μας, ο Γιάννης Μπανιάς. «Έφυγε ο Λούτσιο Μάγκρι. Μια ιστορική μορφή του ιταλικού και ειεθνούς επαναστατικού κινήματος. Ένας πολύ σημαντικός διανοούμενος» θα σημειώσει. «Ένας ξεχωριστός άνθρωπος. Όπως πάντα αντισυμβατικός, έφυγε από τη ζωή με τον τρόπο που ο ίδιος επέλεξε. Βαθιά η λύπη και η συγκίνηση όλων μας και ιδιαίτερα όσων είχαμε τη μεγάλη χαρά να τον γνωρίσουμε από κοντά». Η Νεολαία του Συνασπισμού, στην εργατική συγκέντρωση της Πέμπτης, κράτησε ενός λεπτού σιγή και τραγούδησαν το «Bandiera Rossa». Η «Εποχή» ασφαλώς και θα επανέλθει.
To μεγαλύτερο αμάρτημά του ήταν που έφυγε με τέτοιο τρόπο
«Η παραβολή του Μπρεχτ, που διάλεξε για τίτλο του βιβλίου του ο Λούτσιο Μάγκρι, «Ο ράφτης της Ουλμ», ισχύει για τον κομμουνισμό: προς το παρόν δεν τα κατάφερε, αύριο όμως ίσως να τα καταφέρει. Στο παράρτημα αυτού του βιβλίου υπάρχει το κείμενο που είχε γράψει το 1988 ως πλατφόρμα για το 18ο Συνέδριο του ΙΚΚ, το οποίο, αν το διαβάσουμε και σήμερα, μετά από είκοσι χρόνια, μοιάζει να είναι στρατηγικό κείμενο εξαιρετικά επίκαιρο». Λουτσιάνα Καστελίνα
Της
Λουτσιάνα Καστελίνα
Δεν μου είναι εύκολο να γράψω για το θάνατο του Λούτσιο Μάγκρι. Εκτός από το ότι μοιραστήκαμε μισό αιώνα πολιτικού αγώνα, υπήρξαμε και σύντροφοι στη ζωή, έστω και σε πολύ παρελθόντα χρόνο. Μολαταύτα γράφω, υποχωρώντας στο αίτημα των συντρόφων της εφημερίδας, γιατί ο Λούτσιο ήταν πλέον εκτός δημόσιας πολιτικής ζωής εδώ και πάρα πολλά χρόνια και πολλοί με ρωτούσαν τι έκανε, πού βρισκόταν.
Σε μια εποχή κατά την οποία όλη η πολιτική είναι εικόνα, εκείνος είχε χάσει ορατότητα: επειδή είχε αρνηθεί να επανεκλεγεί βουλευτής ήδη από το ‘94, δεν έγραφε πια στις εφημερίδες, μόνο σπάνια δεχόταν την πρόσκληση να συμμετάσχει σε κάποια πρωτοβουλία. Οι νεότεροι, αυτοί που γεννήθηκαν όταν το ΙΚΚ διαλυόταν και το Pdup (Κόμμα Προλεταριακής Ενότητας) είχε ήδη δώσει ένα τέλος στην ιστορία του, ίσως να μην είχαν καν ακούσει γι’ αυτόν, αν δεν τον ανέφεραν οι πατεράδες τους που ανήκαν στη γενιά του ’68.
Σιωπηλός,
αλλά όχι αμέτοχος
Γι’ αυτό θα ήθελα να μιλήσω προπαντός σ’ αυτούς που δεν τον γνώρισαν, ή δεν τον γνώρισαν καλά. Δεν ήταν αμέτοχος, ο Λούτσιο, ούτε τώρα, κάθε άλλο. Στο μεταξύ υπάρχουν τα πιο πρόσφατα χρόνια, τότε που δημοσιεύτηκε η δεύτερη σειρά του περιοδικού «Μανιφέστο», που έγινε μαζί με την ομάδα που είχε φτιάξει το πρώτο και με μερικούς συντρόφους που τότε είχαν παραμείνει στο ΙΚΚ, ανάμεσά τους τον Ινγκράο και τον Τορτορέλα. Κράτησε πέντε χρόνια από το 1999 ως το 2003, και μετά, για πολλούς λόγους, σταμάτησε. Κρίμα, γιατί σας καλώ να το ξαναδιαβάσετε, είναι γεμάτο με πολύ ενδιαφέροντα γραπτά του Λούτσιο και άλλων συντρόφων. Μέχρι πριν λίγο καιρό ήταν αναγνώσιμο στο αρχείο της ιστοσελίδας του «Μανιφέστο», νομίζω ότι υπάρχει ακόμη.
Από τότε ο Λούτσιο ασχολήθηκε με το βιβλίο που δημοσιεύτηκε πριν δυο χρόνια, που τώρα υπάρχει σε οικονομική έκδοση και έχει μεταφραστεί στην Αγγλία, στην Ισπανία, στην Αργεντινή και τώρα μεταφράζεται στη Βραζιλία. Μια μεγάλη δουλειά, όχι μια αυτοβιογραφία, αλλά μια εμπεριστατωμένη έρευνα για τον ιταλικό κομμουνισμό από την οπτική του διεθνούς πλαισίου, ένας προσεκτικός στοχασμός, ίσως ο μοναδικός που υπήρξε για το μεγαλύτερο κομμουνιστικό κόμμα της Δύσης, για τα αίτια της επιτυχίας του και για τα αίτια που το οδήγησαν στην εξαφάνιση. Δεν λείπει –και το γεγονός ότι δεν έπαυε να αναρωτιέται για την ίδια του τη δράση, ήταν ένα προτέρημα του Λούτσιο– και ένας κριτικός στοχασμός για κάποιες δικές μας απλοποιήσεις, της ομάδας «Μανιφέστο», μόλο που δεν αναφέρεται άμεσα σ’ αυτή την εμπειρία. Το βιβλίο ονομάζεται «Ο ράφτης της Ουλμ», τίτλος μιας παραβολής του Μπρεχτ: ο ράφτης έλεγε ότι ο άνθρωπος θα πετούσε, ο επίσκοπος πρίγκιπας δεν το πίστευε, και, τέλος, επειδή είχε βαρεθεί την επιμονή του, του είπε «δοκίμασε, πήγαινε στο καμπαναριό και πέσε». Ο ράφτης έπεσε και τσακίστηκε. Όμως ποιος είχε δίκιο; Γιατί είναι αλήθεια ότι τότε ο ράφτης δεν κατάφερε να πετάξει, αργότερα όμως ο άνθρωπος πέταξε. Η παραβολή ισχύει για τον κομμουνισμό: προς το παρόν δεν τα κατάφερε, αύριο όμως ίσως να τα καταφέρει.
Ο ιταλικός κομμουνισμός
Δεν είναι απαισιόδοξο ούτε ηττοπαθές το βιβλίο του Λούτσιο για τον ιταλικό κομμουνισμό. Ίσα-ίσα που υπάρχει η πεισματική απόδειξη ότι παρόλο που ήταν αναγκαία μια βαθιά ανανέωση του ΙΚΚ, υπήρχαν σημαντικοί λόγοι για να προχωρήσει και, στο παράρτημα, υπάρχει το κείμενο που είχε γράψει το 1988 ως πλατφόρμα για το 18ο Συνέδριο, το οποίο, αν το διαβάσουμε και σήμερα, μετά από είκοσι χρόνια, μοιάζει να είναι στρατηγικό κείμενο εξαιρετικά επίκαιρο.
Αυτό γιατί ο Λούτσιο είχε μια μεγάλη ικανότητα πρόβλεψης: μαζί με τον Φαμιάνο Κρουτσανέλι και τον Άλντο Γκαρτσία, τον τελευταίο καιρό, είχε αρχίσει να μαζεύει πολλά γραπτά και ντοκουμέντα για την ιστορία μας πριν από το ‘68, την εποχή του λεγόμενου ρεύματος Ινγκράο, μετά για το «Μανιφέστο» και το Pdup, και πολλά από αυτά τα ντοκουμέντα τα είχε συντάξει ο ίδιος. Είναι πολύ ενδιαφέροντα, γιατί πολλές θεματικές, που μοιάζουν να έχουν ανακαλυφθεί πρόσφατα, επεξηγούνται ήδη: από το οικολογικό ζήτημα, μέχρι την κρίση της δημοκρατίας, μέχρι την παρακμή της αμερικανικής υπεροχής και τις συνέπειές της. Δεν υπάρχει επίκληση των «νέων αντιθέσεων της εποχής μας» σύμφωνα με το τελετουργικό, αλλά αυτές οι θεματικές αναλύονται εκτενώς και αποτελούν ερέθισμα για μια νέα στρατηγική. Πιστεύω ότι θα πρέπει να συγκεντρώσουμε και να διαδώσουμε αυτά τα γραπτά, πιθανά βρίσκοντας έτσι την ευκαιρία να τον θυμηθούμε, μιας που τώρα μας λείπει, γιατί μας άφησε λέγοντάς μας ότι δεν ήθελε επικήδειες τελετές.
Η επιστροφή και η δεύτερη έξοδος από το ΙΚΚ
Γυρίζοντας την Ιταλία βρίσκω πραγματικά πολλές συντρόφισσες και συντρόφους που μου λένε ότι η πολιτική εποχή που ζήσαμε μαζί, είχε αποφασιστική σημασία για τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς τους. Ακόμη και την ιστορία του Pdup, που γεννήθηκε ως συνέχεια του λεγόμενου «Οργανωμένου Κινήματος του Μανιφέστο», όταν ενωθήκαμε με την ομάδα του Βιτόριο Φόα που ανήκε προηγουμένως στο Psiup (Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα Προλεταριακής Ενότητας), νομίζω ότι θα έπρεπε να την επανεξετάσουμε και να την κάνουμε γνωστή.
Αυτό το κόμμα το βλέπαμε πάντα σαν κάτι μεταβατικό, γιατί διακαής επιθυμία μας ήταν να ανασυγκροτήσουμε τις γραμμές του ιταλικού κομμουνισμού και όχι να αποκρυσταλλώσουμε ένα μικρό κόμμα, μια δύσκολη επιλογή που πολλές ομάδες της νέας αριστεράς δεν κατανόησαν και ήταν μάλιστα γι’ αυτούς αιτία χλευασμού.
Το ‘84 ξεκινήσαμε τη συζήτηση για να αποφασίσουμε αν θα ξαναμπαίναμε στο ΙΚΚ: ήμασταν σε πλήρες καθεστώς Κράξι και ένας νέος αντικομμουνισμός κέρδιζε έδαφος, το να μένουμε χωρισμένοι δεν είχε νόημα, γιατί τότε είχε συμβεί η αποκαλούμενη «στροφή του Σαλέρνο», όταν ο Μπερλινγκουέρ είχε θέσει τέλος στην εθνική ενότητα, είχε καταγγείλει την κατάντια της πολιτικής και είχε έλθει σε οριστική ρήξη με τη Σοβιετική Ένωση.
Ο ίδιος ο Μπερλινγκουέρ ήταν αυτός που, χωρίς προειδοποίηση, ήρθε να ακούσει την εισήγηση του Λούτσιο στο συνέδριό μας του 1984 και μετά μας ζήτησε να επανέλθουμε, μιας που οι διαφωνίες που μας είχαν χωρίσει ήταν πλέον σε πολύ μεγάλο βαθμό ξεπερασμένες. Ίσως να ένιωθε ότι υπήρχε ανάγκη, στο ΙΚΚ, της ενέργειας των στελεχών μας, για να καταπολεμήσει τις παρεκκλίσεις «εξομάλυνσης». Μα λίγους μήνες αργότερα πέθανε και ξαναβρεθήκαμε σε ένα ΙΚΚ που ήταν πλέον κάτι εντελώς διαφορετικό, χειρότερο από εκείνο που μας είχε διώξει.
Κι έτσι στην πραγματικότητα ο Λούτσιο βρέθηκε επικεφαλής της αντίθεσης με τη διάλυση του κόμματος. Η ομιλία που εκφώνησε στο Άρκο, όπου έγινε η τελευταία συνέλευση της πρότασης τού όχι στη στροφή του 21ου Συνεδρίου του ΙΚΚ, εκείνο το Γενάρη του ’91, είναι –και αυτό- ένα σαφές και μοντέρνο πρόγραμμα για την αριστερά. Θα έπρεπε κι αυτό να ξαναδιαβαστεί.
Δεν του δώσαμε λόγους
για να μείνει...
Ο Λούτσιο δεν είχε εύκολο χαρακτήρα. Ο καλύτερος φίλος του, ο Μικελάντζελο Νοταριάνι, έλεγε για κείνον ότι είχε τεράστια προτερήματα, αλλά του έλειπαν τα ενδιάμεσα συναισθήματα. Ήταν απόλυτα αληθές: ήταν υπερβολικά γενναιόδωρος από διανοητικής πλευράς –μια σειρά από κείμενα χωρίς υπογραφή είναι στην πραγματικότητα δικά του, αλλά δεν τον ενδιέφερε καθόλου να αποδοθούν σε εκείνον, τον ενδιέφερε εκείνες οι ιδέες να κυκλοφορήσουν– έμοιαζε αγενής και αλαζόνας και ενώ ήταν έτοιμος να στοχαστεί τα λάθη του, δεν συγχωρούσε τα λάθη των άλλων, γιατί ήταν υπέρμετρα, ενοχλητικά ακεραιοκράτης.
Όμως το μεγαλύτερο αμάρτημά του ήταν το ότι έφυγε μ’ αυτόν τον τρόπο. Θεωρούσε ότι δεν μπορούσε πια να δώσει τίποτα για μια αναγέννηση της αριστεράς, για την οποία έλεγε «θα υπάρξει, αλλά θα χρειαστούν δεκαετίες κι εγώ σε κάθε περίπτωση δε θα είμαι σε θέση να συνεισφέρω με οποιονδήποτε τρόπο». Φυσικά έκανε λάθος, γιατί θα μπορούσε ακόμη να μας βοηθήσει. Μα η κατάθλιψη που τον είχε βρει, αφού παρακολούθησε μέρα με τη μέρα, επί τρία χρόνια, την τρομερή επιθανάτια αγωνία της Μάρας, της συντρόφου του, με την οποία είχε περάσει τα τελευταία 25 χρόνια και την οποία αγαπούσε πάρα πολύ, τον είχε τσακίσει. Δεν είχε πια κάτι που να τον κρατάει, κι εμείς οι φίλοι και οι σύντροφοί του δεν ήμασταν ικανοί να του δώσουμε αρκετούς λόγους για να μείνει.
Η νύχτα πριν από το 11ο Συνέδριο
Του
Πιέτρο Ινγκράο
Γράφω με μεγάλη αγωνία και θλίψη, καθώς σκέφτομαι τον τρόπο με τον οποίο ο Λούτσιο αποφάσισε να εγκαταλείψει τη ζωή. Σκέφτομαι εκείνο το τόσο επώδυνο τραύμα, που βίωσα κι εγώ πριν από οκτώ χρόνια, όταν έχασα τη σύντροφό μου. Σκέφτομαι το τραγικό αίσθημα της ήττας που κυριάρχησε τα τελευταία του χρόνια. Αυτές είναι σκέψεις, όχι εξηγήσεις: μια τέτοια χειρονομία σαν τη δική του θα παραμένει πάντα ανεξιχνίαστη και ζητά σεβασμό και σιωπή.
Θα ήταν όμως βαθιά άδικο να αποχαιρετήσει κανείς τον Λούτσιο Μάγκρι μόνο με τη σιωπή. Πρέπει να μιλήσουμε, να θυμηθούμε, να μεταδώσουμε την ανάμνησή του στους νεότερους και να συνεχίσουμε να ακούμε τη φωνή του και τις σκέψεις του, που ακόμη έχουν πολλά να μας πουν.
Μ’ εκείνον μοιράστηκα μια μακρά, παθιασμένη, έντονη πορεία: δε θα είχε νόημα να προσπαθήσω να την ανατρέξω μέσα σε λίγες γραμμές. Θα περιοριστώ μόνο σε σύντομες εικόνες.
Ηταν η δεκαετία του ‘60, ο Λούτσιο είχε απολυθεί από τις Μποτέγκε Οσκούρε (από τα γραφεία του Κομμουνιστικού Κόμματος στη Ρώμη), και ήταν προς στιγμήν χωρίς δουλειά. Ερχόταν το μεσημέρι για φαγητό στο σπίτι μας, σχεδόν κάθε μέρα. Η γυναίκα μου αναρωτιόταν, πολύ πεζά: ίσως να μην έχει λεφτά για να φάει. ΄Ηταν μόνο μια ατάκα: σ’ εκείνα τα μεσημεριανά γεύματα και σ’ εκείνες τις ώρες που περνούσαμε μαζί, παγιωνόταν ανάμεσα σ’ εμένα και στον Λούτσιο μια κοινή οπτική του κόσμου, μια τάση αλλαγής που είχε ως κύριο υποκείμενό της το κόμμα, αλλά που ένιωθε πλέον πολύ άκαμπτα τα δεσμά και τις λειτουργίες του κόμματος.
Θυμάμαι ξεκάθαρα τη νύχτα που πέρασα με τον Λούτσιο στο σπίτι μου στην οδό Μπαλτσάνι ετοιμάζοντας την ομιλία που θα παρουσίαζα στο 11ο Συνέδριο του ΙΚΚ, ζυγιάζοντας προσεκτικά κάθε λέξη: ήταν η πρώτη φορά που στο κόμμα διεκδικούσε κάποιος το δικαίωμα στη διαφωνία. Τελειώσαμε τη δουλειά μας στις δύο τη νύχτα, κι εγώ ήμουν βέβαιος ότι στη γωνία του σπιτιού μου υπήρχε ένας σύντροφος της αποκαλούμενης «περιφρούρησης» του κόμματος, για να ελέγχει ποιος ερχόταν να με βρει εκείνη την ώρα. Φυσικά, δεν ήταν αλήθεια. Αυτό όμως μας έκανε να νιώθουμε να μας βαραίνει η ψυχαναγκαστική καταδίκη του λεγόμενου «φραξιονισμού», που δαιμονοποιούσε μέσα στο ΙΚΚ κάθε συντροφιά, κάθε κοινή άποψη, κάθε πραγματική εσωτερική συζήτηση.
Αυτή η καταδίκη ήταν που οδήγησε στη δραματική διαγραφή του από το κόμμα, καθώς και των άλλων συντρόφων από το «Μανιφέστο». Για μένα είναι ακόμη ένα τραύμα το να θυμάμαι πως τότε δεν είχα το θάρρος να αντισταθώ. Υπερίσχυσε μέσα μου μια λανθασμένη αντίληψη για την ενότητα του κόμματος. Ένα λάθος που ακόμη με καίει, παρόλο που αργότερα, στα πολλά χρόνια που ακολούθησαν εκείνη τη ρήξη, ανάμεσα σ’ εμένα και στον Λούτσιο και στους άλλους συντρόφους από το «Μανιφέστο» δημιουργήθηκε ξανά μια έντονη και ενεργή ανταλλαγή απόψεων, που πήρε μεγαλύτερη ορμή έπειτα από την καμπή του ‘89 και από το τέλος του ΙΚΚ.
Σήμερα ο Λούτσιο μας άφησε, σε μέρες σκοτεινές που κυριαρχούνται από τις παγερές αντιδικίες για το Χρηματιστήριο και για τους προϋπολογισμούς. Άλλη μια ανάμνηση: ήταν ο Μάης 1962, σε ένα συνέδριο του Ινστιτούτου Γκράμσι για τις τάσεις του καπιταλισμού. Υπήρξαν ζωηρές συζητήσεις, η κριτική μας στην εισήγηση του Αμέντολα ήταν το πρώτο ορατό σημάδι της αναζήτησής μας για μια νέα οπτική του κόσμου. Με εκείνη την ευκαιρία, ο Λούτσιο μίλησε για την ανάγκη μιας κριτικής σ’ αυτήν που εκείνος ονόμασε «κοινωνία της αφθονίας»: τον μύθο της αφθονίας που είχε διαποτίσει κάθε τμήμα της ζωής, πλήττοντας την αυτονομία των ανθρώπινων αναγκών. Σ’ αυτό το τόσο πικρό και δύσκολο παρόν, στο οποίο η πολιτική μοιάζει να έχει παραδώσει τα όπλα στους χώρους της οικονομίας, ξανάκουσα την ηχώ από εκείνα τα λόγια: όχι μόνο στις αναμνήσεις μου, αλλά στα συνθήματα εκείνων που σήμερα κατασκηνώνουν μπροστά από τη Γουόλ Στριτ.
Αγαπημένε Λούτσιο, πολυαγαπημένε σύντροφε σε τόσους αγώνες και σε τόσες ήττες: καμία ήττα δεν είναι τελειωτική, εφόσον ο αντίλαλος των παθών μας θα κατορθώνει να ξαναγεννιέται με νέες μορφές, ακόμη και μπροστά στο ναό του παγκόσμιου καπιταλισμού.
Τη μετάφραση των κειμένων
από το «Μανιφέστο» έκανε
η Τόνια Τσίτσοβιτς
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|