Αρχείο



Πώς ν’ αλλάξουμε τον κόσμο

Την Τρίτη οι εκδόσεις Θεμέλιο παρουσίασαν το τελευταίο βιβλίο του μαρξιστή ιστορικού και, ενός από τους σημαντικούτερους σύγχρονους διανοούμενους, Έρικ Χομπσμπάουμ: «Πώς να αλλάξουμε τον κόσμο». Στην εκδήλωση που έγινε στη Στοά του βιβλίου, ο Ηλίας Νικολακόπουλος συντόνιζε την εκδήλωσε, ενώ εισηγητές ήταν ο καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Γιάννης Βουλγάρης, ο καθηγητής Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, Παναγιώτης Ιωακειμίδης, ο ιστορικός Σπύρος Ασδραχάς, ο ιστορικός της Μεσαιωνικής Ιστορίας Νίκος Καραπιδάκης και ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς. Ο Σ. Ασδραχάς, αν και είχε αναγγελθεί, δεν μπόρεσε τελικά να παρευρεθεί στην εκδήλωση και τη σύντομη παρέμβασή του, ανέλαβε να την αναγνώσει ο Ηλίας Νικολακόπουλος.
Η εκδήλωση άνοιξε με θερμό καλωσόρισμα εκ μέρους του Θεμέλιου από την Αθήνα Μαλικιώση προς τους εισηγητές σημειώνοντας ότι ο 94χρονος συγγραφέας του δεν μπορούσε να παραβρίσκεται, παρόλο που θα το ήθελε πολύ. Ο Γιάννης Βούλγαρης τόνισε ότι για τον Χομπσμπάουμ η κρίση του 2008 είναι το αντίστοιχο «Τείχος του Βερολίνου» της δεξιάς, το αντίστοιχο της κατάρρευσης του υπαρκτού το 1989, που μας θέτει εκ νέου τα σημερινά διλήμματα «κράτος ή αγορά», «δημόσιο ή ιδιωτικό». Ο Νίκος Καραπιδάκης μίλησε για την ανεπάρκεια του Μαρξ ως ιστορικού, οικονομολόγου, φιλοσόφου και πολιτικού, αλλά για τη μεγάλη του αξία να ενοποιεί όλες αυτές τις διαφορετικές επιστήμες και προσεγγίσεις. Τέλος, ο Π. Ιωακειμίδης αναφέρθηκε με γλαφυρό τρόπο στο πώς ο Μαρξ είναι «όπως η γρίπη, από την οποία πάντοτε κανείς, σε οποιαδήποτε ηλικία, υποφέρει».
Όλοι πάντως οι ομιλητές με τον τρόπο τους επέμειναν στο γεγονός ότι το βιβλίο και τα κείμενα που συγκεντρώθηκαν στον εν λόγω τόμο, αποκτούν σήμερα ιδιαίτερη επικαιρότητα υπό το φως της κρίσης. Το ερώτημα πώς να αλλάξουμε τον κόσμο, παραμένει και ο ιστορικός το μελετά.
Στο προλογικό σημείωμα ο συγγραφέας σημειώνει: «Τα τελευταία 130 χρόνια, ο μαρξισμός αποτελεί σημαντικό στοιχείο του πνευματικού κλίματος του σύγχρονου κόσμου, αλλά και η ίδια η παρουσία του, χάρη στην ικανότητά του να κινητοποιεί κοινωνικές δυνάμεις, υπήρξε σημαντική, και σε ορισμένες περιόδου αποφασιστική στην ιστορία του 20ου αιώνα. Ελπίζω ότι το βιβλίο μου θα βοηθήσει τους αναγνώστες να συλλογιστούν ποιο θα είναι το μέλλον του μαρξισμού, αλλά και το μέλλον της ίδιας της ανθρωπότητας τον 21ο αιώνα.»

Σ.Κ.

 

Η συναγωγή των κειμένων του Έρικ Χομπσμπάουμ για τις τύχες του Μαρξ και του μαρξισμού στην ωραία έκδοση των εκδόσεων Θεμέλιο ορίζεται από μια διαχρονία, από το 1840-2011, σε μέγιστο τμήμα της οποίας και ο ίδιος ο συγγραφέας είναι σύγχρονος και μέτοχος. Σύγχρονος των προσλήψεων, εφαρμογών και χρήσεων του μαρξισμού και μέτοχος στην εργαλειοποίησή του ως θεωρία της ιστορίας και στην κριτική των συγχρονικών του αποτιμήσεων και επεκτάσεων. Δεν πρόκειται φυσικά να συνοψίσω το βιβλίο. Θα υπενθυμίσω απλώς λίγα από τα ενοποιητικά νήματα, διότι το βιβλίο είναι ένα σφιχτοδεμένο υφάδι εννοιών και πραγμάτων.
Και πρώτα, η εισχώρηση του Μαρξ στις κοινωνικές επιστήμες χωρίς αναγκαστικά να γίνονται και αυτές μαρξικές. Στη μετά τον Μαρξ εποχή, η εισχώρηση αντίστοιχα μη μαρξιστικών κοινωνικών επιστημών στο μαρξισμό. Ας θυμηθούμε ανάμεσα στους άλλους, τον Τοπόλσκι, ο οποίος μιλούσε για την απορροφητική ικανότητα της μαρξιστικής ερμηνείας. Αναφέρομαι γενικά στις κοινωνικές επιστήμες. Ο Χομπσμπάουμ τις διαστέλλει από τις επιστήμες του ανθρώπου, ο υποφαινόμενος τις συναιρεί. Είναι επόμενο ότι ένας ιστορικός, και στην περίπτωση ο Χόμπσμπαουμ, να αναφέρεται συχνά στην ιστορία. Πολλές φορές ο Χομπσμπάουμ αντί για ιστορία, προκρίνει να μιλά για πραγματικότητα, για το αντικείμενο δηλαδή της ιστορίας. Η θεωρητική προσπέλαση ή ερμηνεία το μαρξισμού δεν τον ικανοποιεί, γιατί ακριβώς δεν αναφέρεται στην πραγματικότητα. Τούτο φαίνεται καθαρά, παρά την αντικειμενική ουδετερότητα που υιοθετεί στις αναλύσεις των έργων με τα οποία ασχολείται, με τον Αλτουσέρ λόγου χάρη. Σε επέκταση, θα είχε ισχυρούς ενδοιασμούς για μια από τις μορφές που θα μπορούσε να πάρει μια ιστοριογραφία α- πραγματική.
Αναφερόμενος στα πρώτα Annales, Μαρκ Μπλοκ, Λυσιέν Φεβρ, Φερνάν Μπροντέλ, o Χόμπσμπαουμ επισημαίνει την απήχηση του στους μαρξιστές ιστορικούς. Από διαφορετικούς αλλά στην ουσία συγκλίνοντες δρόμους το κλίμα των Annales συνέπιπτε με την ορθόδοξη εκδοχή του μαρξισμού στην αποτίμηση της προσωπικότητας. Τούτο δεν σημαίνει ότι είναι εφεκτικός έναντι του δομισμού, αλλά ζητά ένα παραπλήρωμα, δηλαδή εκείνο της προσωπικότητας. Προκειμένου για τον Χίτλερ θεωρεί ότι το βρήκε, αλλά το αναμένει προκειμένου για τον Στάλιν. Η ανάγνωση των έργων του δείχνει την ευρύτητα που για αυτόν είχε η μαρξική ερμηνεία της ιστορίας. Άλλωστε οι κεντρικοί ήρωες του βιβλίου, ο Μάρξ και ο Ένγκελς, κινούνται και προς τις δύο κατευθύνσεις, εκείνη της αφαίρεσης και εκείνη της  συμπαντολογίας, η οποία πάντοτε ήταν ερμηνευτική και όχι χρονογραφική.

Από την ακμή στην παρακμή

Αναφερόμενος στην παρακμή του μαρξισμού, από το 1930 και ύστερα, επανέρχεται στη διαπλοκή του μαρξισμού με την πολιτική, αλλιώς με το σοβιετικό σύστημα εξουσίας. Η κρίση και η αυτοκατάργηση του τελευταίου, ήταν βασικός αν όχι απόλυτος λόγος της υποχώρησης των μαρξιστικών σπουδών, παρά τις διαφοροποιήσεις που συνέβαιναν στα μη κυβερνητικά κομμουνιστικά κόμματα. Η κρίση του σοβιετικού συστήματος συνεπαγόταν τη μετάπτωση της ιδεολογίας σε πραγματισμό των ίδιων των στελεχών του μπολσεβικισμού. Θα ήθελα να συμπληρώσω κλείνοντας αυτές τις φευγαλέες μου εντυπώσεις ότι στη φάση της υποχώρησης, τα δείγματα της ανανέωσης των ιστορικών σπουδών είχαν ήδη φανεί στη Σοβιετική Ένωση και στις λαϊκές δημοκρατίες και μάλιστα πολύ πιο πριν, και όχι μόνο στην ιστορία αλλά και στην ανθρωπολογία, με έξεργα παραδείγματα και συναφή υποδείγματα τον Προτ, τον Μπαχτίν, τον Βίκτορ Κούλα, του Γκούρεβιτς, τον Τοπόλσκι από την Πολωνία, για να μείνω στα λίγα, εμφανέστερα δείγματα.
Πολλούς από αυτούς τους ανανεωτές τους γνωρίσαμε μέσα από τις ιταλικές μεταφράσεις και τούτο δεν ήταν τυχαίο, αλλά σύγχρονο μιας γενικότερης ανανέωσης του κομμουνιστικού κινήματος. Το βιβλίο του Έρικ Χομπσμπάουμ δεν είναι βέβαια μια εγκυκλοπαίδεια. Ανατρέχοντας ωστόσο στο ευρετήριο του βιβλίου, μόνο ένα ελληνικό όνομα βρίσκω ενεχόμενο στις μαρξιστικές σπουδές και είναι αυτό του Νίκου Πουλαντζά, σε συνάφεια με το αντίστοιχο του Λουί Αλτουσέρ. Δεν βρίσκω ούτε τον Καστοριάδη, ούτε τον Παπαϊωάννου. Δεν πρόκειται βέβαια για αποσιωπήσεις, αλλά για την οργάνωση της ύλης των κειμένων. Αναρωτιέμαι τι θα αισθανθούν για τον εαυτό τους οι εν δράσει σήμερα Έλληνες ιστορικοί, μελαγχολία ή ικανοποίηση.

Οι τάξεις υπάρχουν κι όταν δεν διακρίνονται

Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς λαμβάνοντας τελευταίος το λόγο, πήρε αφορμή και ξεκίνησε την ομιλία του από τον τίτλο του βιβλίου και επεσήμανε ότι προέρχεται από τη θέση του Φόιερμπαχ, που παραμένει σήμερα υπέρτατο και επείγον αίτημα. Δεν είναι μόνο ανάγκη να αναλύσουμε τον κόσμο, αλλά χρειάζεται να τον ανατρέψουμε, ένα απλό σύνθημα που είναι πολύ σημαντικό.
Αναρωτήθηκε στη συνέχεια ποια θα είναι τα νέα συλλογικά πολιτικά υποκείμενα. Και επιχειρεί να δώσει απαντήσεις: θα είναι οι τάξεις. Το βασικό είναι να κατανοήσουμε ότι οι συγκρούσεις των ανθρώπων θα είναι ταξικές ακόμη και σήμερα, ακόμα και στην περίπτωση που δεν μπορούμε να διακρίνουμε τις τάξεις. Εάν δεν αντιληφθούμε τις συγκρούσεις των ανθρώπων ως ταξικές, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την εξέλιξη της ιστορίας.
Ποιες όμως είναι αυτές οι τάξεις; Δεν υπάρχουν σήμερα όπως τις ξέραμε ούτε και τα έθνη κράτη όπως τα γνωρίσαμε. Το στοίχημα των μεσαίων τάξεων, που αποτελούσαν κατασκευή της αστικής δημοκρατίας, πλήττεται ραγδαία και απειλείται. Στην Ελλάδα τείνουν να εκλείψουν, κάτι που θα συμβεί και σε άλλες χώρες στο μέλλον. Ο Μαρξ αναφέρεται στο ίδιο θέμα. Το πρόβλημα που τίθεται σήμερα είναι πώς θα αλλάξει ο κόσμος. Αυτά που λέει ο Χομπσμπάουμ είναι ταυτόχρονα αισιόδοξα και απαισιόδοξα, προφητικά και μη προφητικά. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια πρωτοφανή διαδικασία ανακατανομής του κεφαλαίου από τις φτωχότερες τάξεις προς τις πιο πλούσιες. Αυτό δεν ισχύει βέβαια μόνο στην ελληνική περίπτωση, αλλά και σε όλες τις χώρες. Η δυναμική που έχει αναπτυχθεί σήμερα είναι μια δυναμική της αδικίας, της αύξησης των ανισοτήτων.

 

Ο καπιταλισμός αγωνιά

* Χαιρετισμός του Έρικ Χομπσμπάουμ στην εκδήλωση

 

«Είναι μεγάλη τιμή για μένα να συγκεντρώνονται τόσοι διακεκριμένοι Έλληνες συνάδελφοί μου, στην ιστορία και τις πολιτικές επιστήμες, για να παρουσιάσουν την ελληνική έκδοση του βιβλίου μου «Πώς να αλλάξουμε τον κόσμο». Θέλω να εκφράσω την ικανοποίησή μου που το βιβλίο αυτό, μια συλλογή από μελέτες για την ιστορία του Μαρξ και του μαρξισμού γραμμένες σε διάφορες περιόδους ανάμεσα στα 1957 και το 2010, εκδίδεται σε μια ιστορική στιγμή, κατά την οποία η μεγαλύτερη κρίση μετά τη δεκαετία 1930 στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα αποδεικνύει για άλλη μια φορά τη σπουδαιότητα της  ανάλυσης του καπιταλισμού από τον σπουδαιότερο επικριτή του.
Για σαράντα περίπου χρόνια η οικονομική θεωρία και πολιτική των περισσότερων κυβερνήσεων ασπάζονται την πεποίθηση ότι η ελεύθερη αγορά που δεν συγκρατείται από τη δημόσια δράση ή από το ενδιαφέρον την ευημερία του ανθρώπου, θα παρήγαγε ένα σύστημα οικονομικής ανάπτυξης  αφενός σταθεροποιούμενο από μόνο του και, αφετέρου, επωφελές για όλους. Καθώς κάτι τέτοιο δεν ήταν μόνο θεωρητικά αστήριχτο αλλά και εντελώς μη ρεαλιστικό στην πράξη, οι αυξανόμενες αστάθειες της οικονομίας και οι συγκλονιστικά αυξανόμενες οικονομικές ανισότητες συγκαλύπτονταν από τη γιγάντια έξαρση της οικονομικής κερδοσκοπίας και του χρέους.
Οι αναπτυγμένες οικονομίες του βόρειου Ατλαντικού, παρότι αναπτύσσονταν με βραδύτερο ρυθμό σε σχέση με εκείνο των πρώτων τριών δεκαετιών μετά τον πόλεμο, μέχρι 21ο αιώνα  παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό απρόσβλητες από αυτές τις αστάθειες και το εισόδημα του εργαζόμενου πληθυσμού τους μπορούσε ακόμη να παραμείνει στάσιμο, όπως συνέβη στις ΗΠΑ. Παρόλα αυτά, το 2000 είχε ήδη γίνει σαφές ότι ο κόσμος της παγκοσμιοποίησης τον οποίο ζούσαμε, έμοιαζε πολύ με αυτόν που προέβλεψε ο Μαρξ στο 1848 στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Και το 2008, με τη φράση του πρωτοσέλιδου των Financial Times, «Ο καπιταλισμός αγωνιά», παραδεχτήκαμε για άλλη μια φορά ότι ο καπιταλισμός μπαίνει σε μια κρίση που θέτει σε κίνδυνο το σύστημα. Δεν γινόταν πλέον να παραβλέψουμε τον Καρλ Μαρξ, πόσο μάλλον να τον απορρίψουμε.
Ελπίζω το βιβλίο μου με κάποιο τρόπο να συμβάλλει σε αυτήν την επιστροφή στον Μαρξ, ωστόσο πρόκειται για έργο ιστορικής κριτικής, παρά για έργο σύγχρονης πολιτικής. Από τη μια πλευρά παρουσιάζει τη σκέψη του Μαρξ εντός των ορίων του χρόνου και του τόπου που έζησε, και κατ’ επέκταση και τους μεταγενέστερους μαρξιστές καθώς προσπαθούσαν να εφαρμόσουν τις μεθόδους του θεμελιωτή σε προβλήματα και σε καταστάσεις, για τις οποίες τα γραπτά του δεν προσέφεραν ή δεν μπορούσαν να προσφέρουν οποιαδήποτε επαρκή καθοδήγηση. Αυτό χρησιμοποιείται ιδιαίτερα σε όλες τις διαμάχες για τη φύση των σοσιαλιστικών οικονομιών και του σοσιαλιστικού σχεδιασμού τον 20ο αιώνα. Συγχρόνως, επισημαίνει τη διάκριση που ενυπάρχει στο χώρο των γραπτών του Μαρξ στην ανάλυση του Μαρξ ανάμεσα στον τρόπο ανάπτυξης του καπιταλισμού και στη διαφορετικά θεμελιωμένη πρόβλεψη ενός σοσιαλιστικού μέλλοντος.
Από την άλλη μεριά, δίνουμε μεγαλύτερη προσοχή από ό,τι συνηθίζεται στο ότι ο Μαρξ και ο μαρξισμός είχαν τεράστιο αντίκτυπο στην παγκόσμια πνευματική και πολιτιστική ζωή, ο οποίος δεν περιορίστηκε στα διάφορα κινήματα και στα κράτη που διεκδικούσαν τον Μαρξ για εμπνευστή τους. Αυτό ιδιαίτερα ίσχυσε στην επιστήμη της ιστορίας. Ως ιστορικό με ενέπνευσε σε όλο μου το έργο η ανάγνωση της υλιστικής ερμηνείας της ιστορίας, ελπίζω αυτό να το εκτιμήσουν οι αναγνώστες μου είτε ενστερνίζονται τις πολιτικές μου απόψεις είτε όχι. Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για τη βοήθεια στην  προβολή του βιβλίου μου και ελπίζω να διατηρήσετε τον μαρξισμό στην ατζέντα σας, σε μια εποχή που μπορεί να φανεί και πάλι χρήσιμος και σε μια χώρα που διανύει περίοδο βαθειάς κρίσης την οποία ελπίζω ότι τελικά θα ξεπεράσει».



Μοιράσου το:
Facebook! TwitThis buzz! MySpace! Google! Live!

Προσθήκη νέου σχολίου