Αρχείο



Ο Ντέιβιντ Μοντγκόμερι, ένας από τους πιο σημαντικούς ιστορικούς του εργατικού κινήματος των ΗΠΑ, πέθανε στις 2 Δεκεμβρίου. Γεννήθηκε την 1η Δεκεμβρίου 1927. Ήταν Καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Γέιλ. Μαζί με τους Ντέιβιντ Μπρόντι και Χέρμπερτ Γκάτμαν, θεωρούνται οι θεμελιωτές του επιστημονικού πεδίου της «νέας εργατικής ιστορίας» στις ΗΠΑ.
Το 1950 αποφοίτησε με άριστα στις Πολιτικές Επιστήμες από το Swarthmore College της Πενσιλβάνια. Για μια δεκαετία εργάστηκε ως μηχανουργός και συνδικαλίστηκε στις πόλεις της Νέας Υόρκης και του Σεντ Πολ, Μινεσότα ως μέλος και ανώτερο στέλεχος των συνδικάτων United Electrical Workers (Ηλεκτρολόγοι), International Association of Machinists (Μηχανουργοί) και Teamsters (φορτηγατζήδες). Το 1952 εντάχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ εμπνεόμενος από τις θέσεις του για τα διεθνή ζητήματα, τη φυλετική δικαιοσύνη και τον συνδικαλισμό ως κοινωνικό κίνημα. Όταν ανέλαβε ανώτερες θέσεις στο Συνδικάτο των Μηχανικών τον στοχοποίησε το FBI. Εργαζόταν στην εταιρεία Honeywall στη Μινεσότα, και η εταιρεία κατόπιν πιέσεων του FBI όχι μόνο τον απέλυσε, αλλά κατάργησε ολόκληρο το τμήμα, επειδή οι εργαζόμενοι θεωρούσαν πως «κάθε ζημιά που προκαλείται σε έναν, είναι ζημιά για όλους».
Συνέχισε να εργάζεται και να οργανώνει τους εργαζόμενους σε ολοένα και μικρότερα μηχανουργεία, καταδιωκόμενος πάντα από το FBI, ώσπου κατέληξε σε ένα μικρό μαγαζί μόνο με ένα συνάδελφό του, τον οποίο και ενέταξε στο συνδικάτο. Τότε συνειδητοποίησε ότι το FBI είχε καταγάγει μια «πύρρειο νίκη» και αποφάσισε να παρατήσει τον κλάδο και να δοκιμάσει την τύχη του ως ιστορικός. Από το ΚΚ αποχώρησε το 1957 απογοητευμένος λόγω της εισβολής των σοβιετικών τανκς στην Ουγγαρία και της κατάπνιξης της εργατικής λαϊκής εξέγερσης, στη διάρκεια της οποίας οι εργάτες συγκρότησαν εργατικά συμβούλια στους χώρους εργασίας. Θεωρούσε ότι το ΚΚ ΗΠΑ γινόταν ολοένα και περισσότερο ένα κόμμα άσχετο με την αμερικανική πραγματικότητα, το οποίο διέψευδε τα οράματα των ανθρώπων που το στελέχωσαν, και κυρίως των διανοουμένων που δημιούργησαν σημαντικά έργα μόνο έξω από τις γραμμές του, χωρίς να απεμπολούν τις βασικές αρχές που ασπάστηκαν ως μέλη του.
Εγγράφηκε στη σχολή μεταπτυχιακών σπουδών του Πανεπιστημίου της Μινεσότα, απ’ όπου έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα το 1962. Το 1963 προσλήφθηκε ως επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Πίτσμπουργκ. Το 1967 δημοσιεύτηκε από τον οίκο Knoff το πρώτο του βιβλίο Beyond Equality: Labor and the Radical Republicans, 1862-1872 . Αφορά την οργανωμένη εργασία κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου των ΗΠΑ και κατά τους επόμενους χρόνους ως τον Πανικό του 1873 (βαριά διεθνής οικονομική ύφεση στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ), καθώς και τις συγκρουσιακές ταξικές σχέσεις μεταξύ των εργατικών συνδικάτων και των Ριζοσπαστών Ρεπουμπλικάνων. Χρησιμοποιώντας δημιουργικά την εκπαιδευτική του άδεια επί διετία συνεργάστηκε με τον μεγάλο βρετανό ιστορικό E. P. Thompson στην ίδρυση και λειτουργία του Κέντρου για τη Μελέτη της Κοινωνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Warwick. Κατόπιν δίδαξε ως επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και σε πανεπιστήμια της Ολλανδίας, της Βραζιλίας και του Καναδά.
Συνέχισε να γράφει σημαντικά βιβλία παράλληλα με τη διδασκαλία. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται:
«Fall of the House of Labor» (1987) Αντί να ασχοληθεί με τις ένδοξες νίκες του αμερικανικού συνδικαλιστικού κινήματος των δεκαετιών 1930 και 1940, μελέτησε τις ήττες του μεταξύ 1890 και 1930. Ξεκίνησε περιγράφοντας την ποικιλία των εμπειριών από τους χώρους εργασίας στην Αμερική από τους ανειδίκευτους εργάτες στις αποβάθρες των λιμανιών ως τους καλοπληρωμένους χαλυβουργούς στη στροφή του αιώνα, για να φτάσει στην εκλογική έκφρασή τους με το Σοσιαλιστικό Κόμμα Αμερικής και τον ηγέτη του Γιουτζίν Ντεμπς, που πήρε το ανεπανάληπτο για σοσιαλιστή υποψήφιο πρόεδρο ποσοστό 6%. Το επιστημονικό (αλλά και πολιτικό) ερώτημά του ήταν γιατί τα συνδικάτα αυτά και η σοσιαλιστική ιδέα δεν επιβίωσαν τα επόμενα χρόνια χωρίς να ανάγεται η ήττα στην κρατική αντισοσιαλιστική καταστολή;
«Workers’ Control in America: Studies in the History of Work, Technology, and Labor Struggles» (1980): Συλλογή δοκιμίων σχετικά με τις προσπάθειες των εργατών κατά το 19ο και τον 20ό αιώνα να ασκήσουν έλεγχο στις διαδικασίες παραγωγής στις ΗΠΑ. Περιγράφει την ανάπτυξη των διευθυντικών τεχνικών κι εμπεριέχει συζητήσεις με εργάτες και συνδικαλιστές για τις απαντήσεις των συνδικάτων στην αντιμετώπιση της ανεργίας.
«Citizen Worker: The Experience of Workers in the United States with Democracy and the Free Market during the Nineteenth Century» (1995): Στη δεκαετία του 1990 στον κυρίαρχο λόγο δημοκρατία και αγορά θεωρήθηκαν έννοιες συνώνυμες ή εναλλάξιμες. Όμως η ιστορία των εργατών των ΗΠΑ αποκαλύπτει ότι στην πραγματικότητα, ενώ η κυβέρνηση γινόταν πιο δημοκρατική, είχε ολοένα και λιγότερα περιθώρια διαμόρφωσης της κοινωνικής ζωής και κυρίως μέσα στους εργασιακούς χώρους, όπου κυριαρχούσε η εργοδοτική ασυδοσία. Το βιβλίο ασχολείται με τους εργατικούς αγώνες για πολιτικά δικαιώματα.
«Black Workers’ Struggle for Equality in Birmingham» (2001): Το βιβλίο χρησιμοποιεί προφορικές ιστορίες, για να εξηγήσει τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ αφροαμερικών εργατών και εργατικών συνδικάτων στις Νότιες ΗΠΑ μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο.

Θανάσης Τσακίρης



Μοιράσου το:
Facebook! TwitThis buzz! MySpace! Google! Live!

Προσθήκη νέου σχολίου