Αρχείο



Θεωρία


Στο κάλεσμα Να σώσουμε τον ελληνικό λαό από τους σωτήρες του, λέγαμε ότι είναι « επείγον να δώσουμε τη μάχη των αριθμών και τον πόλεμο των λέξεων για να αναχαιτίσουμε την ακραία φιλελεύθερη ρητορική του φόβου και της παραπληροφόρησης ». Σας προτείνω σήμερα μια πρώτη διερώτηση κάποιων στρατηγικής σημασίας όρων, η χρήση και η κατάχρηση των οποίων από τους ευρωπαίους πολιτικούς ηγέτες και τα μέσα, επιβάλλει την αναγκαιότητα να ξαναγραφτεί το λεξιλόγιο της κρίσης. Γιατί, ως γνωστόν, οι λέξεις που επιλέγουμε για να ονομάσουμε τα πράγματα δεν είναι ποτέ ουδέτερες. Εν προκειμένω ο κυρίαρχος λόγος όχι μόνο παραμορφώνει αλλά συχνά πυκνά  διαμορφώνει υστερόβουλα την κατάσταση πραγμάτων. Ας θυμηθούμε το γνωστό και χαρακτηριστικό παράδειγμα των περίφημων αυτό-εκπληρουμένων προφητειών, η δημόσια εκφορά των οποίων από τους οίκους αξιολόγησης συμβάλει καθοριστικά στη δημιουργία των συνθηκών πραγματοποίησής τους. Η παραπλανητική χρήση ακόμα και όρων εκ πρώτης όψεως θετικών όπως ‘ανάπτυξη’ μπορεί να έχει επίπτωση πάνω στην πραγματικότητα.
Tί ακριβώς εννοούν λοιπόν οι Βενιζέλος, Μπαρόζο, Προβόπουλος, Σαμαράς και όλοι οι όμοιοι τους όταν μιλούν για ανάπτυξη, η οποία προτείνεται ως βιταμινούχο διαιτητικό συμπλήρωμα διατροφής της μνημονιακής απίσχνανσης της κοινωνίας ; Κατ’ αρχήν ένα προκαταρκτικό ερώτημα : επιδέχεται άραγε αναπτυξιακό συμπλήρωμα μια πολιτική που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην συστηματική επιδείνωση της ύφεσης ; Η κοινή λογική απαντά αρνητικά, ας δεχτούμε όμως έστω και για λίγο την δυνατότητα συνύπαρξης των δύο αλληλοαναιρούμενων πολιτικών επιλογών. Τι καλείται να συμπληρώσει  η ανάπτυξη  που υπόσχονται οι πρωταγωνιστές του μνημονιακού ολέθρου ; Μια κοινωνία ρημαγμένη με στρατιές ανέργων, ένα εργατικό δίκαιο σε πλήρη διάλυση, μια γενικευμένη πτωχοποίηση που αγγίζει σχεδόν όλα τα κοινωνικά στρώματα, ένα σύστημα υγείας και πρόνοιας σε κατάρρευση. Αυτό είναι το τοπίο στο οποίο θα προστεθεί όχι ως ανατρεπτικός αλλά ως συμπληρωματικός παράγοντας η πολλά υποσχόμενη ανάπτυξη. Κάτω όμως από αυτές τις συνθήκες ακόμα και εάν όντως είναι στο ραντεβού τι άλλο θα σημάνει εκτός από τη μεγιστοποίηση του κέρδους και τη γενικευμένη επιβολή της επισφαλούς και μερικής απασχόλησης ; Αυτό άλλωστε δεν ζητούν επίμονα οι εταίροι μας όταν απαιτούν την επιτάχυνση των περίφημων ‘διαρθρωτικών’ μεταρρυθμίσεων που θα επιτρέψουν την ανάκαμψη της οικονομίας ; Γιατί το μαγικό δίδυμο ‘ανάκαμψη και ανάπτυξη’ προϋποθέτει σύμφωνα με τους ταγούς του μνημονίου την αύξηση της ανταγωνιστικότητας. Το οποίο σημαίνει γι’ αυτούς τους κυρίους ραγδαία μείωση μισθών και φοροαπαλλαγές για τις επιχειρήσεις, διαρθρωτικές αλλαγές οι οποίες σε απλά ελληνικά μεταφράζονται σε διάλυση του εργατικού δικαίου με ατομικές ή επιχειρησιακές συμβάσεις και κατακόρυφη μείωση έως κατάργηση της αποζημίωσης απόλυσης, εν ολίγοις δημιουργία του περίφημου ‘φιλικού, ευνοϊκού για την επιχείρηση περιβάλλοντος’. Δηλαδή την  εγκαθίδρυση και θεσμοποίηση εργασιακού καθεστώτος αντίστοιχου με τις ανατολικές χώρες ή ακόμα και με την Κίνα. Και υπ’ αυτούς τους όρους μπορεί να αρχίσει και η μετεγκατάσταση επιχειρήσεων στην Ελλάδα- αν και προς το παρόν αυτές περιορίζονται στην αλλαγή εργασιακού καθεστώτος των εργαζομένων χωρίς να συνοδεύονται από επενδύσεις. Τι μας επιφυλάσσει μια τέτοια αναπτυξιακή ώθηση αποκαλύπτεται από ένα σχέδιο,  προπομπός του οποίου υπήρξε ο κύριος Κάμφερερ ενώ ο πλέον ένθερμος υποστηρικτής του ήταν και είναι ο αντικαγκελάριος Ρέσλερ. Σύμφωνα λοιπόν με τις οικονομικές σελίδες της Ελευθεροτυπίας της 26ης Αυγούστου 2011, ο υφυπουργός Οικονομίας της Γερμανίας Κάμφερερ κατά την τότε επίσκεψή του στην Ελλάδα  πρότεινε την δημιουργία επενδυτικών ζωνών με ειδικό νομικό, μισθολογικό, διοικητικό και εργασιακό καθεστώς διανθισμένο μάλιστα με διατάξεις που προσκρούουν δυνητικά στο Κοινοτικό Δίκαιο. Αυτές οι ειδικές ζώνες επένδυσης ή Ειδικές οικονομικές ζώνες  (ΕΟΖ) θα αποτελούν ουσιαστικά κράτος εν κράτει στο βαθμό που στα όρια της δικαιοδοσίας τους αναστέλλεται η ισχύουσα στο σύνολο της χώρας νομοθεσία και αναιρείται έμπρακτα και η συνταγματική αρχή της ίσης μεταχείρισης των Ελλήνων πολιτών. Αυτό θεσμικά είναι εφικτό, « διότι η νομοθετική εξουσιοδότηση για τις ΕΟΖ απορρέει από το Μεσοπρόθεσμο, που ψηφίστηκε τον περασμένο Ιούλιο στη Βουλή. Εν προκειμένω, η ιδιοκτησία στις ΕΟΖ θα ανήκει στους Ελληνες, ενώ την κυριότητα θα έχουν οι Γερμανοί επενδυτές » έγραφε η Ημερησία. σε άρθρο της  και συνέχιζε : ο Γερμανός υφυπουργός Οικονομίας Στέφαν Κάπφερερ, δήλωσε «οι γερμανικές επιχειρήσεις δεν χρειάζονται εγγυήσεις για να επενδύσουν στην Ελλάδα, αλλά να διαμορφωθεί ένα ελκυστικό πλαίσιο προσέλκυσης επενδύσεων ». Διευκρινίζοντας τις απαιτήσεις των επίδοξων επενδυτών ζήτησε τα εξής :
* Πρώτον: Η Γερμανία βάζει όρους και ζητεί προϋποθέσεις και ευνοϊκές συνθήκες για να επενδύσει στην υπερχρεωμένη Ελλάδα.
* Δεύτερον: Η Γερμανία προτείνει Ειδικές Οικονομικές Ζώνες (ΕΟΖ) και συνδέει την αξιοποίηση του ΕΣΠΑ αποκλειστικά με τις ζώνες αυτές.
*  Τρίτον: Η Γερμανία απαιτεί να επενδυθεί το ΕΣΠΑ με δικούς της όρους (ευνοϊκούς για τη γερμανική οικονομία), αποκλειστικά στις υπό γερμανική διαχείριση ΕΟΖ και η Ελλάδα... υπακούει. »
Στη συνέχεια  και μετά την επίσκεψη Ρέσλερ στην Αθήνα στις αρχές Οκτώβρη, ο κύριος Τατούλης επεχείρησε να προωθήσει στην Πελοπόννησο αυτό το σχέδιο, προσέκρουσε όμως σε σθεναρές αντιδράσεις.
Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια απόπειρα να παρακαμφθεί κάθε έννοια δικαίου με σκοπό την εγκαθίδρυση ενός εργασιακού καθεστώτος που λίγο θα απέχει από αυτό του 19ου αιώνα. Ας σημειωθεί ότι για να αποφευχθεί ο σκόπελος της κοινωνικής αναταραχής, το συγκεκριμένο σχέδιο προβλέπει τη δυνατότητα της κατά βούληση εισαγωγής εργαζομένων ούτως ώστε, εάν παρελπίδα η εντόπια εργατική δύναμη δεν αποδεχτεί τους προτεινόμενους όρους υπερεκμετάλλευσης, να καθίσταται δυνατή η αντικατάστασή της από ‘εισαγόμενους’ εργαζόμενους που θα προσλαμβάνονται για περιορισμένο χρόνο και που θα πετιόνται ως  περιττοί μετά από την χρήση. Πρόκειται για μια πιλοτική πρωτοβουλία που με βάση τα αποτελέσματά της θα μπορούσε να επεκταθεί σε όλη την Ελλάδα και να  εφαρμοστεί σταδιακά και σε άλλες χώρες του Νότου, ενδεχομένως και σε όλη την Ευρώπη.
Το αποκορύφωμα είναι ότι οι επιχειρήσεις που θα επενδύσουν σε αυτό το πλαίσιο δεν θα ‘διακινδυνεύσουν’ παρά μόνο μικρό μέρος ίδιας κεφαλαιακής επένδυσης, γιατί θα έχουν την δυνατότητα να αντλούν κεφάλαια από τα ποσά τα προοριζόμενα για την Ελλάδα από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων όπως επίσης και από κονδύλια των κοινοτικών  προγραμμάτων ανάπτυξης και πιο συγκεκριμένα του ΕΣΠΑ. Έτσι, οικειοποιούμενοι τα χρήματα που δικαιούται η χώρα από τα ευρωπαϊκά ταμεία και με ελάχιστες δικές τους επενδύσεις, οι ξένοι επενδυτές θα απολαμβάνουν μια προνομιακή για τα συμφέροντά τους, ισχαιμική έως ανύπαρκτη, εργασιακή νομοθεσία.
Είναι σαφές ότι αυτή η πρόταση, υπό το πρόσχημα της διευκόλυνσης της ανάπτυξης μιας χώρας ρημαγμένης από τα διαδοχικά σχέδια ‘βοήθειας’, στοχεύει στην εγκαθίδρυση πραγματικών ζωνών ανομίας όπου η χωρίς περιορισμούς και νομικά προσκόμματα μεγιστοποίηση του κέρδους θα είναι ο μοναδικός εν ισχύ νόμος. Το σχέδιο για την δημιουργία Ειδικών Επενδυτικών Ζωνών ή ΕΟΖ αποδεικνύεται ότι είναι η αιχμή του δόρατος ενός συνολικότερου σχεδίου νεοφιλελεύθερης αναδιαμόρφωσης της Ευρώπης και με αυτήν την έννοια μας αφορά όλους και όλες. Μέχρι σήμερα η δημιουργία ΕΟΖ προοριζόταν  για τις υπό ανάπτυξη χώρες ενώ με αυτήν την πρωτοβουλία η κατανομή σε ζώνες ενοφθαλμίζεται  σε μια μέχρι προ τίνος ανεπτυγμένη χώρα εντός των συνόρων της Ευρώπης. Πρόκειται για μια γενίκευση του zonage( της κατανομής σε ζώνες, της ζωνοποιήσης), όρο με τον οποίο ο Αλαίν Μπαντιού χαρακτηρίζει την δημιουργία ειδικών ζωνών λεηλασίας πρώτων υλών και υπερεκμετάλλευσης του εργατικού δυναμικού που συνοδεύεται από την περιθωριοποίηση αν όχι την ολική έκλειψη του ρόλου του κράτους.
Ο λόγος για τον οποίο το συγκεκριμένο σχέδιο έχει προς το παρόν μπει σε δεύτερη μοίρα είναι, κατά πάσα πιθανότητα, ότι προσκρούει στην κοινοτική νομοθεσία περί αθέμιτου ανταγωνισμού όπως επίσης και στις αναμενόμενες αντιδράσεις από ανταγωνιστικές προς τα γερμανικά συμφέροντα βλέψεις όπως της Ρωσίας ή της Κίνας.  Πλην όμως, αν το σχέδιο δεν εφαρμόζεται αυτή τη στιγμή κατά γράμμα, το πνεύμα που το διαπνέει πρυτανεύει. Δύο τινά : ή έχει παγώσει προσωρινά λόγω σύγκρουσης συμφερόντων ενώ εξακολουθεί να προωθείται στα παρασκήνια, ή έχει αντικατασταθεί από μια πολύ πιο φιλόδοξη εκδοχή του. Η προσωπική μου υπόθεση που καταθέτω εδώ είναι ότι το αρχικό σχέδιο όχι μόνο δεν εγκαταλείφθηκε αλλά το πεδίο εφαρμογής του επεκτάθηκε. Στην Ελλάδα οι ξένες επιχειρήσεις δεν θα έχουν πια ανάγκη από ειδικές επενδυτικές ζώνες για τον απλό και μοναδικό λόγο ότι η χώρα στο σύνολό της τείνει να μετατραπεί σε μια τέτοια ζώνη. Με ενάμιση εκατομμύριο ανέργους ( 1.100.000 σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία), με την άρση της υποχρεωτικής ισχύος των συλλογικών συμβάσεων, με τη διευκόλυνση των απολύσεων και την επίταση της επισφάλειας, με την παράλληλη μείωση των εισφορών και της φορολογίας του εργοδότη, λίγο απέχουμε από τις Ειδικές Οικονομικές Ζώνες και τα ιδιαίτερα ελκυστικά για τις επιχειρήσεις κίνητρα επενδύσεων που αυτές θεσμοθετούν.  Ίσως σε αυτό να έγκειται και το κλειδί της στρατηγικής των ευρωπαίων ηγετών που αποσκοπεί στην παραμονή της Ελλάδας στην ευρωζώνη παρά τις περιστασιακές δηλώσεις περί αντιθέτου και τις απειλές για πιθανή αποβολή της από το Ευρώ. Η Ελλάδα δηλαδή μετατρέπεται σε ευρωπαϊκή ζώνη Ειδικής Επενδυτικής Δραστηριότητας επιτρέποντας έτσι τη θεσμική καθοσίωση εργοδοτικών πρακτικών που αντίκεινται στο ευρωπαϊκό και στο διεθνές δίκαιο. Και στο βαθμό που στην ενδοχώρα της ευρωζώνης εγκαθίσταται μια τέτοια ζώνη, μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν όπλο για την άλωση εργασιακών κεκτημένων σε χώρες με ισχυρότερο και καλύτερα οργανωμένο εργατικό κίνημα όπως για παράδειγμα η Γαλλία. Ας μην ξεχνάμε την υπόθεση της μετεγκατάστασης στην Ελλάδα της AirMéditeranée, μετεγκατάσταση χωρίς κόστος και επενδύσεις στο μέτρο που περιορίστηκε στην υιοθεσία από την θυγατρική της των διατάξεων του ελληνικού εργατικού δικαίου έτσι όπως αυτό διαμορφώνεται στη μνημονιακή εποχή. Η δυνατότητα μετεγκατάστασης εντός της ευρωζώνης σε μια χώρα που παρουσιάζει το ‘πλεονέκτημα’ ενός φιλικότερου προς τις επιχειρήσεις περιβάλλοντος, θα χρησιμοποιηθεί, έστω και δυνητικά, ως δαμόκλειος σπάθη που θα επισείεται πάνω από τα κεφάλια των εργαζόμενων εάν τυχόν τολμήσουν να αντισταθούν στην ιδέα να δουλέψουν υπό συνθήκες αντίστοιχες μ’ αυτές που σήμερα επικρατούν στην Ελλάδα. Εν ολίγοις οι εργοδότες θα έχουν τη δυνατότητα να θέσουν στους εργαζόμενους το δίλημμα ‘ή δέχεστε να δουλεύετε ως Έλληνες, ή μεταφέρουμε την επιχείρηση μας στην Ελλάδα’.  Έτσι, υπό την απειλή μιας δυνητικής μετεγκατάστασης στην Ελλάδα, προωθείται μια μαζική εξαγωγή μνημονιακών εργασιακών συνθηκών σε όλη την Ευρώπη ακόμη και στο μητροπολιτικό πυρήνα της.
Ο παράλληλος σταδιακός και συστηματικός περιορισμός και η μείωση της ισχύος των διατάξεων προστασίας του περιβάλλοντος και των αρχαιολογικών χώρων στην Ελλάδα ανοίγουν τον δρόμο για μια χωρίς προηγούμενο περιβαλλοντολογική καταστροφή και αυτό σε μια χώρα που οι πλέον στοιχειώδεις κανόνες προστασίας του περιβάλλοντος καταπατούνται συστηματικά εδώ και δεκαετίες. Ας σημειωθεί ότι σ’ αυτήν την πολιτική πρωτοστατούν και πρωτοστατούσαν οι ακραιφνείς οπαδοί της ‘πράσινης’ ανάπτυξης – γνωστή εις το πανελλήνιον (χάρις στην ρητορική δεινότητα του προηγούμενου ηγέτη του σοσιαλιστικού κινήματος) με την επωνυμία ‘πράσινα’ άλογα. Θα έπρεπε όμως οι πασοικολόγοι- πλατσικολόγοι να πρόσεχαν λίγο περισσότερο γιατί, όποιος τάζει πράσινα άλογα κινδυνεύει να συναντήσει στο δρόμο του μουλαρωμένα και κατακόκκινα από οργή γαϊδούρια. Τα ερυθρά γαϊδούρια της υπόθεσης δεν το βάζουν εύκολα κάτω όπως για παράδειγμα οι κάτοικοι της Ανατολικής Θράκης, οι οποίοι, παρά το εξαιρετικά υψηλό ποσοστό ανεργίας στον τόπο  τους,  αρνούνται να ενδώσουν στις σειρήνες του εργασιακού Ελδοράδο που υπόσχεται η καναδική ομώνυμη εταιρεία εκμετάλλευσης των χρυσορυχείων. Η προοπτική δημιουργίας θέσεων εργασίας δεν αρκεί για την άλωση μιας κοινωνίας ενήμερης και κινητοποιημένης για το μέλλον της, η οποία έχει απόλυτη συναίσθηση ότι οι χρυσές υποσχέσεις της EldoradoGoldCorporationπροδικάζουν μαύρο μέλλον. Σε τελευταία ανάλυση η εκμετάλλευση των ορυχείων χρυσού που θα μετατρέψει σε κρανίου τόπο όλη την περιοχή και θα προκαλέσει ‘ανήκεστο’ βλάβη στη δημόσια υγεία αποτελεί το επενδυσιακό υπόδειγμα της νέας εποχής που ανοίγεται. Το συγκεκριμένο σχέδιο αποδεικνύεται απολύτως αποκαλυπτικό για τις επιπτώσεις στο περιβάλλον και στον πληθυσμό μιας ελεύθερης και αυτορυθμιζόμενης επιχειρησιακής δραστηριότητας. Διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μιλάμε απλά και μόνο για καταστροφή βιότοπων και περιβαλλοντολογικά προστατευόμενων περιοχών αλλά για την υποθήκευση του μέλλοντος της τωρινής και της τουλάχιστον επόμενης γενιάς κατοίκων της περιοχής, εν ολίγοις για πολυάριθμες ανθρώπινες ζωές.  
Επομένως η ανάπτυξη ως συμπλήρωμα και κοινωνικό άλλοθι στο σύμφωνο δημοσιονομικής σταθερότητας και γενικότερα στις πολιτικές που οδηγούν στη συστηματική καταστροφή της κοινωνίας  θα έχει ελάχιστη έως μηδενική ευεργετική επίδραση. Ακόμα και στις πιο ανθρωπιστικά καλλωπισμένες μορφές του το αναπτυξιακό σενάριο που κορωνίδα του είναι οι ΕΟΖ, αυτό δηλαδή που υπόσχεται ο Ολάντ, πως θα μπορούσε άραγε να αντιστρέψει την τάση  στο βαθμό που βασίζεται και αυτό στην απαράβατη αρχή της δημοσιονομικής ισορροπίας ; Αν δεν αμφισβητεί το θεμέλιο αυτής της εγκληματικής πολιτικής ακραίας λιτότητας που οδηγεί στην καταστροφή μια ολόκληρη κοινωνία, εκ των πραγμάτων θα περιοριστεί σε μπαλώματα αντίστοιχα με τη χορήγηση καταπλάσματος ή καραμέλας για τον βήχα σε ετοιμοθάνατο ασθενή που χρήζει περίθαλψη σε εντατική. Ταυτόχρονα η υπό αυτή την σκοπιά νοούμενη ανάπτυξη επιφέρει στο όνομα της διευκόλυνσης των επενδύσεων τη νομιμοποίηση της γενικευμένης επισφάλειας και της ελαστικής εργασίας παράλληλα με τη διάλυση του εργατικού δικαίου –κάτι που είναι ακόμη πιο επικίνδυνο. Ηθικό δίδαγμα : όπου ακούς ανάκαμψη χωρίς ανατροπή των μνημονιακών πολιτικών κράτα μικρό καλάθι και κυρίως φύλαξε τα νώτα σου. Γιατί στο όνομα της ανάπτυξης η άρχουσα τάξη έχει ήδη τροχοδρομήσει ανελέητη νομική, θεσμική και κοινωνική επίθεση.
( η συνέχεια επί της οθόνης της αληthειας)
 
Βίκη Σκούμπη, αρχισυντάκτρια του περιοδικού αληthεια
 



            Ανανεώνοντας σε βάθος την αναλυτική της εξουσίας Φουκώ συνάρθρωνε μια τυπολογία των κοινωνικών αγώνων, διακρίνοντας τρεις θεμελιώδεις κατηγορίες. Η πρώτη αντιστοιχεί στους αγώνες που στρέφονται εναντίον των μορφών εξουσιαστικής επιβολής – κοινωνικής, θρησκευτικής, εθνικής. Η δεύτερη περιλαμβάνει τους αγώνες που αποτελούν μαχητική έκφραση της αντίστασης κατά των σχέσεων εκμετάλλευσης που υπεξαιρούν από τον εργαζόμενο το αντικείμενο του παραγωγικού μόχθου του. Η τρίτη, πιο άμεσα κεντροθετημένη στην μικροφυσική της εξουσίας, συστεγάζει την πολλαπλότητα των αντιστάσεων απέναντι σε σχήματα καθυπόταξης του ατόμου σε καταναγκαστικούς και εσωτερικευμένους κανόνες. Φρονούσε δε ότι αυτό που διακρίνει την εποχή μας έγκειται στην πρωτοκαθεδρία των αγώνων που αντιμάχονται την υποταγή της υποκειμενικότητας  σε κανονιστικά πρότυπα ετεροκαθορισμού. Αυτοί οι αγώνες τέμνουν εγκάρσια την πολυμορφία των πολιτικών καθεστώτων και των εθνικών χώρων, αναπτύσσονται γύρω από τοπικές μικροεστίες εξουσίας – πατριαρχική οικογένεια, ανδροκρατικά προνόμια, εμπορευματοποιημένη ιατρική αυθεντία, θεσμική αυθαιρεσία κρατικών μηχανισμών κλπ.- και τέλος επικεντρώνονται στον άμεσο αντίπαλο χωρίς να κατευθύνονται και να συγκλίνουν σ’ έναν κύριο εχθρό. Αναμφίβολα η τυπολογία του Φουκώ απεικονίζει ιδανικά την ετερογενή κατανομή των πολύμορφων κινημάτων χειραφέτησης που αναπτύχθηκαν ραγδαία από τις αρχές του ΄60 και μετά. Όλοι οι πολιτικο-κοινωνικοί δείκτες συνηγορούν πλέον με τη διαπίστωση ότι έχουμε εισέλθει σε μια φάση αλλαγής εποχής όπου οι πολυεστικά αναδυόμενοι αγώνες διέπονται από ομόρροπες τάσεις σύγκλισης και συμπύκνωσης σε επιλογές αντίστασης απέναντι σε ανανεωμένες μορφές εκμετάλλευσης, πλανητικά εξαπλούμενες με την προέλαση του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού που κατοχυρώνει παντού, με την καταστρεπτική του δύναμη, τον τίτλο του κύριου εχθρού. Απ’ αυτή την άποψη είμαστε οι προνομιακοί μάρτυρες μιας «αφύπνισης της ιστορίας» σύμφωνα με την ευτυχή έκφραση του Μπαντιού. Η θεαματική επιστροφή αυτής της κατηγορίας αγώνων συμπίπτει με τις βίαιες επιλογές του κλυδωνιζόμενου νεοφιλευθερισμού που συσπάται για να απορροφήσει το ωστικό κύμα της πρόσφατης ιστορικής κρίσης. Συθέμελα κλονισμένος και σε κατάσταση πανικού για κάποιο διάστημα φιλοδοξεί πλέον να ανακάμψει με ένα πέρασμα στο όριο (passage à lalimite), και δη παροξυστικά επιταχυνόμενο. Συγκεκριμένα επιλέγει την ριζοσπαστικοποίηση των μορφών εκμετάλλευσης και την φρενήρη επέκτασή τους στο σύνολο της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων και των μεσαίων, σχετικά εύπορων κοινωνικών στρωμάτων που αποτελούσαν οργανική συνιστώσα του καπιταλιστικού κοινωνικού συμβολαίου. Η κηδεμονευόμενη Ελλάδα κομίζει την δραματική απόδειξη  αυτής της υπόθεσης. Η μνημονιακή στρατηγική φιλοδοξεί να διαγράψει από τον κοινωνικό χάρτη τα ενδιάμεσα στρώματα συμπαρασύροντας το σύνολο σχεδόν της κοινωνίας στο καθοδικό σπιράλ της πτωχοποίησης και της ένδειας. Με τεχνικούς όρους το φιλόδοξο ζητούμενο είναι η εσωτερική υποτίμηση, δηλαδή η βίαιη και εξοντωτική πτώση του επιπέδου ζωής ως εναλλακτική στρατηγική στην αδύνατη νομισματική υποτίμηση ελλείψει εθνικού νομίσματος. Η στρατηγική του οδοστρωτήρα υποκρύπτει ωστόσο ένα αθέατο ζητούμενο, μη αναγώγιμο στη λογιστική της δημοσιονομικής ισορροπίας και προωθούμενο από την δυναμική του περάσματος στο όριο. Πρόκειται για την ενορχηστρωμένη παλινδρόμηση σε αναβαθμισμένες μορφές υπερεκμετάλλευσης, ομογάλακτες με αυτές που εξέθρεψε η άγρια επέκταση της εξουσίας του καπιταλισμού τον 19ο αιώνα και ομοούσιες με αυτές που διαδίδονται καρκινικά στον ασιατικό χώρο και εγείρουν μια εκφοβιστική πρόκληση ανταγωνιστικότητας απέναντι στην καλοταϊσμένη ηγεμονία της Δύσης. Κατά κάποιο τρόπο, η φρανκενσταϊνική φιλοδοξία του ευρωπαϊκού καπιταλισμού είναι να δημιουργήσει ένα νέο είδος: τον λευκό κινέζο– έλληνα, βούλγαρο, ισπανό, λετονό… Τα τελευταία χρόνια, ήδη πριν την κρίση, στρατηγικοί αναλυτές και αυτόκλητοι προασπιστές του πεπρωμένου της διακηρύττουν εν χορώ ότι η Δύση δεν θα μπορέσει να σηκώσει το γάντι της ασιατικής πρόκλησης εάν δεν ισοπεδώσει δύο εσωτερικά εμπόδια.
Πρώτον, θα πρέπει αν αποσυνδέσει τις πολιτικές αποφάσεις από το ενδεχομενικά αστάθμητο παιχνίδι των κατ’επίφασιν δημοκρατικών διαδικασιών που διαπλέκονται με την κοινοβουλευτική νομιμότητα  – πρόκειται για αυτό που ο Μπαλιμπάρ έχει αποκαλέσει «εξουδετέρωση της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης». Και δεύτερον, θα πρέπει να πετσοκόψει με κατεπείγοντα ζήλο τις δαπάνες υγείας, τουτέστιν να δώσει άμεσα την χαριστική βολή στο κράτος Πρόνοιας. Αποκαλυπτική από αυτή την άποψη είναι μια πρόσφατη επιθετική και άκρως δυσοίωνη μελέτη που εκπόνησε ο σιδηρούς ιδεολογικός βραχίονας του νεοφιλελευθερισμού ιματισμένος  ως οίκος αξιολόγησης,  οι StandardandPoor’s, και την οποία  κοινοποίησε στις διευθυντικές ελίτ του G 20 εν είδει προειδοποιητικής βολής. Προεξοφλεί με απειλητικούς τόνους την επικείμενη υποβάθμιση όλων των χωρών του G 20, εάν  δεν υιοθετηθούν άμεσα μέτρα κατεδάφισης των συστημάτων υγείας.  Σε αντίθετη περίπτωση απολύτως καμία χώρα από τον ανθό του καπιταλισμού δεν θα είναι σε θέση να επιδείξει το πολυπόθητο και γελοίο τριπλό Α. Ο δημογραφικός μαρασμός της Δύσης και η επιταχυνόμενη γήρανση των πληθυσμών της,  που επέρχεται με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής, σε συνδυασμό με τον πολλαπλασιασμό νέων δαπανηρών ιατρικών τεχνολογιών και την ενσωμάτωσή τους σε θεραπευτικά πρωτόκολλα ανοιχτά σε όλο και ευρύτερα τμήματα του πληθυσμού, οδηγούν αμείλικτα στην επιδείνωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων υπό το βάρος των διογκούμενων  δαπανών υγείας. Οργανωτική μήτρα της κοινωνικής κατίσχυσης του καπιταλισμού, η βιοεξουσία μεταλλάσσεται πλέον  σε μαύρη τρύπα της οικονομίας του. Αντίθετα, αποφαίνεται η μελέτη των  StandardandPoor’s, «το γεγονός ότι οι περισσότερες ασιατικές χώρες δεν έχουν ένα σύστημα κοινωνικής ασφάλισης όπως αυτό που ισχύει στη Δύση σημαίνει ότι η βραδυφλεγής δημογραφική βόμβα δεν θα έχει σημαντικές επιπτώσεις». Τουτέστιν, ο θάνατος υποδεικνύεται ως ο ιδανικός εγγυητής της καπιταλιστικής κερδοφορίας! Η φυσική εξόντωση των ανεπιθύμητων πληθυσμών αποθεώνεται ως η κατ’ εξοχήν στρατηγική για να αντιστραφεί η πτωτική τάση του κέρδους.  Αυτή η μακάβρια συνταγή που εμπνέει αθόρυβες βίο-πολιτικές θανάτου εφαρμόζεται πλέον πειραματικά στην μνημονιακή Ελλάδα όπου ήδη καταγράφεται η αποκαλυψιακή καταστροφή του συστήματος υγείας. Δεν θα επεκταθώ εδώ στην καταιγιστική λήψη μέτρων διάλυσης που την υλοποιούν. Προς εξυγίανση των κοινωνικών δαπανών, το νέοφιλελεύθερο κράτος σπεύδει να συνάψει στρατηγική συμμαχία με τον θάνατο. Ωστόσο η απλή καταγγελία της λογιστικής διαχείρισης της υγείας αφήνει στο σκοτάδι την ιστορική μετάλλαξη  των κοινωνιών που κυοφορούνται στις νεοφιλελεύθερες θερμοκοιτίδες της Δύσης.
Θα υποστηρίξω λοιπόν την θέση ότι μια πραγματική  μετάλλαξη εξαπλώνεται στον τρόπο λειτουργάς της βιοεξουσίας, η οποία ως γνωστόν έπαιξε ένα στρατηγικό ρόλο στη μορφοποίηση της εξουσίας στη Δύση  και στην επέκτασής της σ’ όλες τις όψεις της ζωής. Η βιοεξουσία συγκροτήθηκε γύρω από δύο άξονες. Ο πρώτος ιστορικός άξονας διαμόρφωσε μια ανατομο-πολιτική που παρήγαγε πειθαρχημένα σώματα, υποταγμένα σε τεχνικές ντρεσαρίσματος και επαύξησης της αποδοτικότητάς τους. Σήμερα ο νεοφιλελευθερισμός ξανασχεδιάζει αυτό  τον άξονα με ανατριχιαστική ωμότητα.  Μαθαίνουμε για παράδειγμα ότι οι κινέζοι εργάζονται στα εργαστήρια της Apple 80 με 90 ώρες την εβδομάδα!
Ο δεύτερο άξονας συγκροτήθηκε ως  μια βίο-πολιτική του είδους, αντικείμενο της οποίας ήταν ο πληθυσμός και στόχος η ομαλοποιητική διαχείρισή του. Εκ πρώτης όψεως  αυτή η διαχείριση επιστρατεύει μορφές ορθολογικότητας στηριζόμενες στον  λόγο της επιστήμης, οι οποίες προάγουν στρατηγικές βελτίωσης της ζωής και αποτροπής του θανάτου. Η εξουσία του ηγεμόνα υπαγόρευε τον θάνατο και επέτρεπε τη ζωή. Η βιοεξουσία υπαγορεύει τη ζωή και επιτρέπει τον θάνατο, όπως σημειώνει ο Φουκώ. Ενσωματώνοντας ωστόσο στους μηχανισμούς της όλες τις παραμέτρους που καθορίζουν τις εκφάνσεις της ζωής, η βιοεξουσία αποδείχτηκε ικανή όχι μόνο να διαχειριστεί τη ζωή αλλά επίσης να προγραμματίσει το Ολοκαύτωμα, σύμφωνα με την ιστορική διατύπωση του Φουκώ. Ο ευγονισμός, ο ρατσισμός και φυσικά ο ναζισμός έφεραν θεαματικά στο φως την εγγενώς διφορούμενη  συγκρότηση της βιοεξουσίας. Σήμερα με την κίνηση περάσματος στο όριο, με αυτό το εγκληματικό  ‘πέρασμα στην πράξη’, ο μαινόμενος νεοφιλελευθερισμός αποδεικνύεται φορέας μιας βούλησης ριζικού επανασχεδιασμού των Δυτικών κοινωνιών και σε αυτή την προοπτική ανασυγκροτεί το σύστημα της βιοεξουσίας γύρω από τον θανατηφόρο πόλο της. Η βιοεξουσία αποβάλλει τον διπολικό χαρακτήρα της και μεταλλάσσεται σε μήτρα θανατηφόρων βίο-πολιτικών. Εδώ αποκαλύπτεται το άδηλο διακύβευμα : αυτό που βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη δεν είναι εξομοιώσιμο με έναν απλό εξορθολογισμό των δαπανών υγείας ή με το επιλεκτικό ξήλωμα των συστημάτων κοινωνικής προστασίας. Το ζητούμενο για τον ‘οριακό’ νεοφιλελευθερισμό είναι να προγραμματίσει τον αργό, διακριτικό και πολιτικά ορθό θάνατο  των περιττών πληθυσμών, των οποίων η ύπαρξη δυναστεύει τις κοινωνικές δαπάνες και εμποδίζει τις δυτικές οικονομίες να απογειώσουν την ανταγωνιστικότητά τους. Ενδεικτικό και μακάβριο σύμπτωμα : η εξώθηση των ‘περιττών’ ανθρώπων στην αυτοκτονία.
Για την νεοφιλελεύθερη  πολιτική βούληση, συνταξιούχοι, μη ανακυκλώσιμοι άνεργοι, ανεκπαίδευτοι, χρόνια ψυχικά πάσχοντες, κατατρεγμένοι μετανάστες, άτομα με ειδικές ανάγκες καθώς και τμήματα τη νεολαίας δεν αποτελούν πλέον ενσωματώσιμους πληθυσμούς και νόμιμες κοινωνικές ομάδες αλλά παράνομες υπάρξεις και αντιμετωπίζονται ως η σκαρταδούρα της ανθρωπότητας. Αποτελούν πλέον υπονομευτικές ετερογένειες η ύπαρξη των οποίων αντιβαίνει στο ιδεώδες πλαίσιο αναπαραγωγής του κεφαλαίου και μεγιστοποίησης του κέρδους. Στην ‘οριακή’ καμπή του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού  η βίο-πολιτική μεταλλάσσεται μονοσήμαντα σε βίο-πολιτική θανάτου.
 
ΔημήτριςΒεργέτης, ψυχαναλυτής, διευθυντής του περιοδικού αληthεια
 
 
 
 
 


Είναι προφανές ότι έχουμε εισέλθει σε μια εποχή θεσμικής μετάλλαξης της πολιτικής οργάνωσης των δυτικών κοινωνιών. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία και οι μηχανισμοί της εμφανώς δεν επαρκούν πλέον για να καλύψουν τις ανάγκες του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και των αυτονομημένων αγορών. Ο ευτελισμός των κοινοβουλίων που καλούνται να επικυρώσουν ειλημμένες αποφάσεις, η συστηματική παράκαμψη θεσμών, η αυτονόμηση της εκτελεστικής εξουσίας, ο αναβαθμισμένος ρόλος των μηχανισμών αστυνόμευσης, η θεσμοθετημένη υπερεθνική εποπτεία και κηδεμόνευση, η κατεδάφιση των συστημάτων Πρόνοιας και η βιο-πολιτική ευθανασία ολόκληρων πληθυσμών, σηματοδοτούν τη διολίσθηση σε μια νέα εποχή και την εμφάνιση κοινωνιών υπό μνημονιακή κατοχή.
Με ποιους όρους θα μπορούσαμε να προσδιορίσουμε την ιστορική πρωτοτυπία τους; Πρόκειται απλά για μια θεσμική εκτροπή ή για ένα εκκολαπτόμενο πολιτικό καθεστώς νέου τύπου; Θεωρούμε ότι η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης (Εtat d’ exception) υπό την δαμόκλειο σπάθη της οικονομικής προσαρμογής, αναδεικνύεται σε πρότυπο ανάπλασης της πολιτικής εξουσίας- αλλά υπό υπερεθνική εποπτεία πλέον και μάλιστα από εξωπολιτικά κέντρα. Θεωρούμε επίσης ότι η κρίση χρέους δεν είναι αναγώγιμη στην στενά οικονομική της διάσταση, αλλά αποτελεί τη σκηνή τελικής αποσύνθεσης του εθνικού κράτους. Καταλήγουμε σε ένα στρατηγικό ερώτημα: ο νεοφιλελευθερισμός είναι άραγε συμβατός με τη δημοκρατία -την αντιπροσωπευτική, την άμεση ή τις μικτές μορφές της- και κατά μείζονα λόγο με την πολιτική;
Πρόκειται σαφώς για έναν ακήρυχτο ταξικό πόλεμο, που διεξάγεται με τη βίαιη χρήση των όπλων της οικονομίας, της πολιτικής και του δικαίου, έναν πόλεμο εναντίον ολόκληρης της κοινωνίας. Σ’ αυτόν τον πόλεμο οι διανοούμενοι καλούνται όχι μόνο να επιλέξουν στρατόπεδο, αλλά και να ανανεώσουν τις εννοιολογικές κατηγορίες που θα μας επιτρέψουν να αποκρυπτογραφήσουμε τα καινοφανή φαινόμενα και τους στρατηγικούς μηχανισμούς εξουσίας της νέας εποχής που διανοίγεται. «Είναι επείγον να δώσουμε τη μάχη των αριθμών και τον πόλεμο των λέξεων, για να αναχαιτίσουμε την ακραίο-φιλελεύθερη ρητορική του φόβου και της παραπληροφόρησης. Είναι επείγον να αποδομήσουμε τα ηθικολογικά κηρύγματα που συσκοτίζουν την πραγματική διαδικασία που εκτυλίσσεται μέσα στην κοινωνία. Είναι κάτι περισσότερο από επείγον να απομυθοποιήσουμε τη ρατσιστική εμμονή περί ελληνικής «ιδιαιτερότητας», που φιλοδοξεί να αναγάγει τον υποτιθέμενο εθνικό χαρακτήρα ενός λαού (τεμπελιά ή κατά βούληση πονηριά) σε πρωταρχική αιτία μιας κρίσης, η οποία στην πραγματικότητα είναι παγκόσμια. Αυτό που μετρά σήμερα δεν είναι οι ιδιαιτερότητες, πραγματικές ή φαντασιακές, αλλά τα κοινά: η τύχη ενός λαού που θα επηρεάσει και τους άλλους», όπως λέγαμε στο κάλεσμα Να σώσουμε τον ελληνικό λαό από τους σωτήρες του (Liberation, 21/2/12).
Σε αυτή την προοπτική διοργανώσαμε στο Παρίσι στις 31 Μαρτίου μια συζήτηση με τους υποστηρικτές του καλέσματος. Η εκδήλωση, με σημαντική συμμετοχή του κοινού, φιλοξενήθηκε στο θέατρο Epee de Bois στην ιστορική Cartoucherie χάρις στη διαμεσολάβηση της Αριάν Μνούσκιν. Μίλησαν οι Αλαίν Μπαντιού, Ετιέν Μπαλιμπάρ, Τομά Κουτρό (Economistes atterres και Attac), Φρίντερ Ότο Βολφ ( Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, πρώην ευρωβουλευτής), Κριστίνα Σεμπλάνο, οικονομολόγος από την Πορτογαλία, Πάνος Αγγελόπουλος, Μαρία Κακογιάννη, Βάσια Καρκαγιάννη, Βίκη Σκούμπη και Δημήτρις Βεργέτης. Στο τέλος συγκροτήθηκε μια ανοιχτή ευρωπαϊκή επιτροπή διανοούμενων και καλλιτεχνών υπό την ονομασία Να σώσουμε τους ευρωπαϊκούς λαούς από τους σωτήρες τους, και με σκοπό την διεύρυνση του ευρωπαϊκού ορίζοντα του καλέσματος που αρχικά αφορούσε πρωτίστως την Ελλάδα. Στο μπλογκ του περιοδικού http://alethei­areview.wordpress.com/ που είναι αφιερωμένο στο κάλεσμα, έχει ήδη αναρτηθεί το βίντεο του πρώτου μέρους της εκδήλωσης και σύντομα θα αναρτηθεί και το δεύτερο. Όπως αναγγείλαμε στο προηγούμενο φύλο της «Εποχής» δημοσιεύουμε σήμερα την παρέμβαση του Ετιέν Μπαλιμπάρ που απαντά σε κάποια από τα ερωτήματα που θέσαμε στην αρχή ή τα επαναδιατυπώνει στο πλαίσιο μιας ευρωπαϊκής προοπτικής.

Βίκη Σκούμπη, Δημήτρις Βεργέτης



Του
Ετιέν Μπαλιμπάρ



Θα αρχίσω λέγοντας «είμαστε όλοι Έλληνες, είμαστε όλοι Ευρωπαίοι», γιατί πιστεύω βαθειά ότι δεν είναι δυνατόν να διαχωριστούν αυτές οι δύο οπτικές. Και ότι χρειάζεται να υιοθετούμε τη μια, για να φωτίζουμε την άλλη. Γνωρίζω, όμως, ότι δεν είναι εύκολο να τις χρησιμοποιήσουμε μαζί. Το στοίχημα που βάζουμε εδώ, είναι να μπορέσουμε να το κάνουμε, χωρίς να προβούμε σε παραχωρήσεις προς ευσεβείς πόθους που έχουν πια ξεπεραστεί. Πρέπει να πούμε πως η καταστροφή της Ελλάδας σημαίνει και το τέλος της Ευρώπης – και αντίστροφα. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω γιατί.
Ας προσδιορίσουμε, όμως, ευθύς εξαρχής τι κρύβεται πίσω από αυτά τα δύο κύρια ονόματα. Η Ελλάδα για την οποία μιλάμε, δεν είναι ένα αρραγές μπλοκ, ένας λαός που τον ενώνουν τα ίδια συμφέροντα. Μια μεγάλη μερίδα της ηγέτιδας τάξης στην Ελλάδα, γύρω από την οποία περιστρέφεται μια ευρύτατη πελατεία, έχει πλουτίσει από τη διαφθορά, από τη νόθευση των δημόσιων λογιστικών, από τη φοροδιαφυγή, και ακόμα και σήμερα πλουτίζει με την εξαγωγή κεφαλαίων ή προβλέπεται να πλουτίσει αύριο με τις ιδιωτικοποιήσεις και τη λιτότητα. Κερδοσκόπησε και κερδοσκοπεί σε βάρος του δικού της λαού, σε βάρος του περιβάλλοντος, σε βάρος της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας. Ωστόσο, η Ελλάδα είναι ένα έθνος πολιτών θεμελιωμένο στην ικανότητα αυτοπροσδιορισμού και σε ένα δίκτυο αλληλεγγύης. Γι’ αυτή την Ελλάδα μιλούμε. Η Ευρώπη δεν είναι τίποτα, αν δεν ενοποιεί σε μια ομοσπονδία τέτοια ιστορικά έθνη.

Για ποια Ευρώπη;

Αυτή η Ευρώπη δεν είναι ούτε η Ευρώπη των τραπεζών, ούτε η ιδεατή Ευρώπη υπεράνω της σύγκρουσης συμφερόντων και της πάλης των τάξεων. Είναι ένα θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η ιδιότητα του πολίτη θα μπορούσε να αναγεννηθεί και να εξαπλωθεί, υπό την προϋπόθεση ότι αναδεικνύεται σήμερα ένα ριζικά εναλλακτικό σχέδιο, γιατί ο παλιός προσδιορισμός δεν υφίσταται πια. Γι’ αυτό μιλάω για το τέλος της Ευρώπης, παρότι δεν ξέρω να πω ποιες μορφές θα πάρει.
Δεν αποκλείεται να διαλυθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, τελικά, όπως έχουν διαλυθεί άλλα υπερεθνικά σύνολα παρά τη φαινομενική σταθερότητά τους (όπως η Σοβιετική Ένωση, για παράδειγμα). Μπορεί να σημειωθούν σχίσματα ή αποκλεισμοί (ακούμε να μιλούν γι’ αυτά κατά περιόδους, επικαλούμενοι άλλοτε εξόδους «εκ των άνω», της Γερμανίας ας πούμε, άλλοτε εξόδους «εκ των κάτω», της Ελλάδας, για παράδειγμα: όλα είναι πιθανά, αλλά τίποτε δεν είναι ελέγξιμο. Κι αυτοί που πιστεύουν ειδικότερα ότι μια έξοδος της Ελλάδας, λίγο πολύ εξαναγκαστική, θα άφηνε αλώβητη την υπόλοιπη ΕΕ, απατώνται οικτρά, δεν μπορούν να διαβλέψουν τις αλυσιδωτές συνέπειες που θα είχε μια τέτοια εξέλιξη). Επίσης, το τέλος μπορεί να πάρει τη μορφή μιας ατέρμονης κρίσης, που θα προκαλούσε ακραία ενίσχυση των εθνικισμών, ανάπτυξη του νεοφασισμού, σπέρματα του οποίου υπάρχουν σχεδόν παντού.

Οι Έλληνες ξένοι στη χώρα τους

Από όσα μας έχουν εκθέσει, φαίνεται πως η καταστροφή του ελληνικού έθνους εκτυλίσσεται ταυτόχρονα σε περισσότερα πεδία. Προκαλείται μια μαζική αποπτώχευση, που αγγίζει όλες τις τάξεις εκτός από τους μεγαλοϊδιοκτήτες και τους κερδοσκόπους, και η οποία ωθεί μεγάλο μέρος του πληθυσμού στην κατηγορία των «απόβλητων ανθρώπων», που στερούνται πόρων και κοινωνικής προστασίας. Τα δημόσια αγαθά (όχι όμως και η μεγάλη ιδιοκτησία της Εκκλησίας) ξεπουλιούνται σε εξευτελιστικές τιμές προς όφελος ξένων αγοραστών και ειδικά (όχι όμως αποκλειστικά) γερμανικών ή κινέζικων εταιριών, με πρόσχημα την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, την ίδια στιγμή που τα τοκογλυφικά επιτόκια μεγαλώνουν καθημερινά το χάσμα του ελλείμματος. Το πολιτικό καθεστώς μεταμορφώνεται σε καθεστώς προτεκτοράτου εκ των πραγμάτων, μια «πολιτεία» υπό την επίβλεψη ευρωπαίων και πέραν της Ευρώπης (ΔΝΤ) παρατηρητών, που δεν διστάζουν να αναβάλουν τις εκλογές, με σκοπό να αυτονομήσουν πλήρως στους κόλπους του κράτους το σύστημα οικονομικής «διακυβέρνησης», που περιλαμβάνει τη δημοσιονομική διοίκηση, την κεντρική τράπεζα και τα δημόσια λογιστικά.
Τελικά, πρόκειται για μια διάλυση της πολιτικής κοινωνίας και, συνεπώς, για μια βαθιά ηθική αποσάρθρωση, που μεταμορφώνει την πολιτική σφαίρα σε χώρο ανοιχτού κοινωνικού πολέμου με βίαιους αποκλεισμούς, οι οποίοι πλήττουν ταυτόχρονα τόσο τους ξένους όσο και τους ντόπιους, που νιώθουν πια ξένοι στην ίδια τη χώρα τους.

Ποιος κινεί τα νήματα

Το ερώτημα που τίθεται, λοιπόν, είναι: πρέπει να θεωρήσουμε αυτό το συγκλίνον σύνολο αποδομητικών διαδικασιών ως αποτέλεσμα ενός σχεδίου, δηλαδή μιας συνωμοσίας; Και ποιοι θα ήταν σ’ αυτή την περίπτωση οι υποκινητές και οι εκτελεστές;
Θα έλεγα και ναι και όχι. Ναι, γιατί η εμμονή στην «καταστροφική σωτηρία» σε πείσμα των συνεπειών που επιφέρει, τις οποίες μπορούμε και παρατηρούμε σήμερα ενώ εκδηλώνοντας εδώ και μήνες, παραπέμπει στη συνοχή του συστήματος, στην εφαρμογή ενός «δόγματος», που μπορούμε να ονομάσουμε νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία, δόγμα που εφαρμόστηκε επίμονα από ένα σύνολο εξουσιών, οι οποίες συμβολίζονται με το όνομα τρόικα. Οι εξουσίες αυτές υποκαθιστώνται στο εσωτερικό του ελληνικού πολιτικού συστήματος από μια «οικόσιτη» πολιτική τάξη.
Το γεγονός ότι υπάλληλοι ή σύμβουλοι της ίδιας της Γκόλντμαν Σαξ, που είχαν άλλοτε εμπλακεί στη νόθευση των δημοσίων λογιστικών της Ελλάδας, βρίσκονται σήμερα επικεφαλής της ΕΚΤ και των κυβερνήσεων της Αθήνας και της Ρώμης, δεν μπορεί να θεωρηθεί συμπτωματικό. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι είναι αποτέλεσμα συνεκτικής πολιτικής, η οποία έχει προϋπολογίσει τα αποτελέσματα που μπορεί να επιφέρει και είναι ικανή να τα διαχειριστεί. Σ’ αυτό το σημείο, η σύγκριση με τις άλλες «ασθενείς χώρες» της Ευρώπης είναι αποκαλυπτική.

Η καταστροφή της Ελλάδας, καταστροφή της Ευρώπης

Αναμφίβολα, η ελληνική καταστροφή χρησιμοποιείται σαν μέσο πίεσης και εκβιασμού απέναντι στο σύνολο των ευρωπαϊκών λαών, αλλά δεν υπάρχει μια ενιαία στρατηγική. Η πολιτική της ΕΚΤ είναι διχασμένη ανάμεσα σε δύο στόχους: τη διατήρηση της σταθερότητας του ενιαίου νομίσματος, που αποτελεί τον επίσημο στόχο της, και τη στήριξη των τραπεζών, που, από τη στιγμή που άλλαξε η ηγεσία της, φαίνεται να αποτελεί όλο και περισσότερο τον κύριο στόχο –για τον οποίο μάλιστα υποχρεώνονται να πληρώσουν οι ευρωπαίοι φορολογούμενοι. Το «γαλλογερμανικό ζεύγος» που ακούει στο όνομα Μερκοζί, έχει αναλάβει να διευθύνει τις σχετικές επιχειρήσεις και, όπως σαφώς διαπιστώνουμε, τη σύζευξη διχαστικών εσωτερικών αντιθέσεων, που αφορούν συμφέροντα και όχι μόνο ασύμβατες διαθέσεις ηγετών.
Το ζήτημα που είναι πιο δύσκολο να εξετάσουμε, είναι η λογική του προγράμματος εξαναγκαστικής δημοσιονομικής πειθαρχίας, που επιβάλλει η Γερμανία και δέχονται οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες με ένα είδος «εθελοδουλείας». Αν τη δει κανείς απ’ έξω, για παράδειγμα από τις ΗΠΑ, όπου η λογική αυτή καταγγέλλεται τόσο από τα όργανα του ακραίου νεοφιλελευθερισμού όσο και από τους κεϊνσιανούς ρεφορμιστές (όπως ο Κρούγκμαν), είναι απλός παραλογισμός.
Μπορεί κάποιος να σκεφτεί, βέβαια, ότι οι Αμερικανοί βλέπουν την κατάσταση στην Ευρώπη από τη σκοπιά των δικών του συμφερόντων, που αφορούν κυρίως την πρόληψη μιας παγκόσμιας ύφεσης, στην οποία η κατάρρευση ή η ύφεση της ευρωπαϊκής οικονομίας θα έπαιζε καθοριστικό ρόλο (καθώς αποτελεί τη δεύτερη σε μέγεθος αγορά του κόσμου).
Μπορούμε ακόμα να υποθέσουμε ότι έχουν κάθε είδους αμφιβολία για την ορθολογικότητα και την εφαρμοσιμότητα του ευρωπαϊκού «σχεδίου» μεταμόρφωσης μιας ολόκληρης κοινωνίας, ενός σχεδίου που στοιχηματίζει με τυχοδιωκτικό τρόπο στην πιθανότητα να υλοποιηθεί η διάλυση του κοινωνικού κράτους, η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, η διάλυση των δημόσιων υπηρεσιών κ.λπ., χωρίς να οδηγηθεί ταυτόχρονα σε κατάρρευση η εσωτερική αγορά, η συνολική ζήτηση (ή, αν θέλετε, στη δημιουργία νέων πλουσίων, για να αντισταθμιστεί η δημιουργία νέων φτωχών, για να μη μιλήσουμε για τη διαχείριση της πολιτικής αστάθειας). Δηλαδή, με λίγα λόγια, ενός σχεδίου που έχει στόχο την αποτροπή του τέλους της ευρωπαϊκής οικοδόμησης, τη στιγμή που το προετοιμάζει δραστήρια…

Μετα-αποικιακές ζώνες στο εσωτερικό της Ευρώπης

Από την άποψη αυτή, τα πράγματα έχουν προχωρήσει πάρα πολύ. Ένα τμήμα της Ευρώπης μετασχηματίζει ήδη ένα άλλο τμήμα της σε εσωτερική μετα-αποικία (πραγματοποιείται, δηλαδή, αυτό που ο Μπαντιού έχει αποκαλέσει «τεμαχισμό σε ζώνες»· θα μπορούσαμε επίσης να αναζητήσουμε αναλογίες στην ιστορία του ιταλικού Mezzogiorno, του ιταλικού Νότου). Τα όρια, όμως, ανάμεσα στις ζώνες είναι ασαφή, απρόβλεπτα: ανάμεσα σε ποιες χώρες θα χαραχθούν, ή, ακόμα, στους κόλπους ποιων χωρών, ποιων περιοχών, αποστασθεροποιώντας τα ιστορικά έθνη; Οι ανισότητες της παγκοσμιοποίησης αναπαράγονται στο τοπικό πεδίο ακολουθώντας διαχωριστικές γραμμές που αναπτύσσονται ανεξέλεγκτα.
Αυτό που επίσης προκύπτει, είναι η έκρηξη της ιδιότητας του πολίτη σαν γενική μορφή πολιτικής συμμετοχής και στις δύο εκδοχές της, τόσο την «εθνική» όσο και την «κοινωνική»: μαζί με την καταστροφή της κοινωνικής προστασίας και του εργατικού δικαίου, τις μεταβολές στη σύνθεση του ενεργού πληθυσμού, που όλο και περισσότερο πρεκαριοποιείται, συμβαδίζει και ένας γενικευμένος απο-δημοκρατισμός των πολιτικών συστημάτων.

Η βραχυκύκλωση της λαϊκής κυριαρχίας

Ενώ οι πληθυσμοί αρχίζουν να μετακινούνται διασχίζοντας τα σύνορα (για παράδειγμα, η κυρίαρχη Γερμανία επωφελείται από την κατάρρευση της ελληνικής ή ισπανικής οικονομίας, για να απορροφήσει εξειδικευμένους τεχνικούς και εργάτες), η ευρωπαϊκή πολιτική σφαίρα περισσότερο από οποτεδήποτε άλλοτε συναντά εμπόδια στην ανάπτυξή της.
Οι εκλογές που εξελίσσονται αυτή τη στιγμή στη Γαλλία, δείχνουν ακριβώς ότι βρίσκεται εκτός συζήτησης ο επανεκδημοκρατισμός, που θα άνοιγε το δρόμο στην πιθανότητα αποτελεσματικού ελέγχου της πολιτικής εξουσίας σε ευρωπαϊκή κλίμακα ή της οικονομικής πολιτικής, οι οποίες καθορίζονται από ευρωπαϊκούς οργανισμούς. Περισσότερο από κάθε άλλη φορά ισχύει ο «καταμερισμός εργασίας» που επιτρέπει τη βραχυκύκλωση της λαϊκής κυριαρχίας. Η χρηματοπιστωτική κρίση επιτρέπει την επιβολή κανόνων δημοσιονομικού ελέγχου των κρατών και την επίσπευση της συγκρότησης μιας υπερεθνικής οικονομικής κυβέρνησης, αλλά με κανένα τρόπο δεν οδηγεί στην ανάδυση μιας ευρωπαϊκής «συντακτικής εξουσίας», μιας επέκτασης της αντιπροσώπευσης, μιας διεθνικής έκφρασης των συγκρούσεων, παρά κάποιες πρόσφατες προσπάθειες των συνδικάτων ή παρά την απήχηση που είχε το σύνθημα των αγανακτισμένων, που απαιτούσαν να λογοδοτούν η πολιτική εξουσία και το τραπεζικό σύστημα στους πολίτες. Βρισκόμαστε πολύ πέρα από το σημείο που κατά περιόδους διεκτραγωδείται ως «δημοκρατικό έλλειμμα» στην ευρωπαϊκή οικοδόμηση, αυτή την ιδέα που έχει ερωτευθεί ο Χάμπερμας, παρά το θάρρος και τον επίκαιρο χαρακτήρα της κριτικής που τελευταία ασκεί εναντίον της πολιτικής της χώρας του και της ευρωπαϊκής οικοδόμησης. Μάλλον πρόκειται για μια «επανάσταση εκ των άνω» (όπως είχα την ευκαιρία να προτείνω επαναλαμβάνοντας μια διατύπωση που μάλλον ανήκει στον Μπίσμαρκ, αλλά που τη χρησιμοποίησε κυρίως ο Ένγκελς). Κι αυτό δεν αποτελεί πρόκριμα ούτε για τη συνοχή της ούτε, κυρίως, για την επιτυχία της.

Μια κατάσταση μεσοβασιλείας

Ένας από-δημοκρατισμός, όμως, δεν απαιτεί ένα κίνημα επανεκδημοκρατισμού; Μια «επανάσταση εκ των άνω» μπορεί άραγε να αντιμετωπιστεί (και τα καταστροφικά αποτελέσματά της να μπλοκαριστούν ή να αναστραφούν) με άλλο τρόπο εκτός από μια άλλη «επανάσταση», εκ των κάτω; Αναμφίβολα όχι, όποιο όνομα κι αν δώσουμε στη συλλογική κινητοποίηση του δήμου: απείθεια, εξέγερση, αγανάκτηση… Το ζήτημα που μας βασανίζει όλους, είναι η διαφορά ταχύτητας, το χάσμα που υφίσταται ανάμεσα στις δύο τάσεις – αυτό που ο Γκράμσι αποκαλούσε μεσοβασιλεία: τι είναι αυτό που προχωράει πιο γρήγορα, η καταστροφή της ευρωπαϊκής οικοδόμησης, που πρώτο, προωθημένο ήδη, στάδιό της είναι η φονική «σωτηρία» της Ελλάδας, ή η ανάδυση των δυνάμεων που αποσκοπούν στην ανοικοδόμησή της, στην επινόηση μιας άλλης Ευρώπης, που θα χρησίμευε σαν αντιστάθμισμα στην πρώτη τάση;
Δεν υπάρχει αμφιβολία: υπάρχουν κινήματα που πολλαπλασιάζονται (όχι μόνο στο Νότο της Ευρώπης, όπως δείχνουν οι περυσινές κινητοποιήσεις των άγγλων φοιτητών) και είναι λιγότερο απομονωμένα σήμερα σε σύγκριση με χθες, παρότι εξακολουθούν να είναι αμυντικά. Έχω το λόγο μου όταν προτείνω να συνδυάσουμε την αισιοδοξία της βούλησης (ή, καλύτερα, τη νοημοσύνη της βούλησης) με την απαισιοδοξία της νόησης, τη συνείδηση των δυσκολιών. Θυμάμαι τα μεγάλα κινήματα κατά της αποβιομηχάνισης πριν από τριάντα χρόνια, το κίνημα των άγγλων ανθρακωρύχων ή των χαλυβουργών της Λορένης, ή την απεργία του ’95 στη Γαλλία κατά του «σχεδίου Ζιπέ» για την κοινωνική ασφάλιση και τις συντάξεις, που τελικά, παρά την ενεργητικότητά τους, τη μαζικότητά τους και τη δημιουργικότητά τους υπέστησαν συντριβή ή εξαντλήθηκαν.

Έλεγχος των πολιτών, λογοδοσία των κυβερνώντων

Ίσως η σημερινή συγκυρία είναι καταλληλότερη, όχι μόνο γιατί οι μάζες βρίσκονται με την πλάτη στον τοίχο, αλλά γιατί μια νέα γενιά εξεγερμένων, μια νέα αντίσταση έχει αναδυθεί, η οποία μετακινεί το πεδίο σύγκρουσης: αυτό που πάνω απ’ όλα ζητούσαν οι ισπανοί αγανακτισμένοι ή οι συλλογικότητες της πλατείας Συντάγματος την περασμένη χρονιά, είναι μια πιο αποτελεσματική «λογοδοσία» των κυβερνώντων και των διαχειριστών του δημόσιου χρήματος, ένας λαϊκός έλεγχος της πρακτικής και της πολιτικής των «ελίτ», και σ’ αυτό είναι που χρησιμεύουν οι μορφές άμεσης δημοκρατίας που, για μια ακόμη φορά, επινοούνται πάλι μέσα στη δράση.
Ακούγονται πολλά, φυσικά, περί λαϊκισμού. Είναι ένα πραγματικό πρόβλημα, αλλά όχι με την έννοια που το αναφέρουν οι περισσότεροι πολιτολόγοι. Η καταγγελία του λαϊκισμού είναι το φόβητρο που κραδαίνουν οι ελίτ, οι οποίες ελέγχονται από το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, και οι εθνικές δυνάμεις που επωφελούνται από την κρίση. Αυτό που αποτελεί πρόβλημα για μένα, δεν είναι η παρέμβαση των μαζών. Αντίθετα, πιστεύω ότι έχει αργήσει πολύ.
Αυτό που φοβίζει είναι η βία, αλλά ξέρουμε πολύ καλά ότι βία θα έρθει από τις κυρίαρχες τάξεις, ακόμα κι αν χρησιμοποιηθούν ως μέσο οι προβοκάτσιες. Ο αντικοινοβουλευτισμός, επίσης, δεν είναι το κύριο πρόβλημα, παρά το γεγονός ότι υπάρχει ο κίνδυνος να μας κάνει να ξεχάσουμε την ανάγκη που έχει κάθε αποτελεσματική δημοκρατική πολιτική από τους θεσμούς και από τον έλεγχο αυτών των θεσμών. Υπάρχουν έξυπνες και ανόητες παραλλαγές του αντικοινοβουλευτισμού…

Λαϊκισμός και εθνικισμός

Το πραγματικό ζήτημα που προσπάθησα να θέσω στο επίκεντρο της προσοχής μας εδώ και ένα χρόνο μιλώντας παραδόξως για ένα «ευρωπαϊκό λαϊκισμό» (που θα ήταν μάλλον ένας «αντι-λαϊκισμός»), είναι η δυσκολία που έχουμε σήμερα να διαχωρίσουμε το λαϊκισμό από τον εθνικισμό.
Η εμπειρία από το «όχι» στο Ευρωσύνταγμα του 2005 κυριαρχεί στη μνήμη μας: αντί να οδηγήσει στο άνοιγμα μιας δημόσιας συζήτησης γύρω από τη φιλελεύθερη και την κοινωνική Ευρώπη που θα υπερπηδούσε τα σύνορα, οδήγησε σε αναδίπλωση και ξενοφοβία. Αλλά μια δυσκολία δεν πρέπει να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι είναι αδύνατο αυτό να γίνει. Και, για μια ακόμη φορά, οι συνθήκες δεν είναι ίδιες. Τα διακυβεύματα σήμερα έχουν εκατό φορές πιο επείγοντα χαρακτήρα και μεγαλύτερη επικινδυνότητα. Το αδιέξοδο στο οποίο οδηγεί η αρχή «ο καθένας για τον εαυτό του» θα έπρεπε να είναι πιο φανερό. Βρισκόμαστε εδώ για να αντιμετωπίσουμε αυτό το πρόβλημα και να συμβάλουμε στη δημιουργία μιας διεξόδου, με τις αναλύσεις μας και με τη στήριξή μας προς τις διεθνικές πρωτοβουλίες. Το στοίχημα είναι να δώσουμε νόημα και περιεχόμενο σε ένα ευρωπαϊκό σχέδιο που να βασίζεται στα συμφέροντα των λαών, τη στιγμή που γι’ αυτούς η υπάρχουσα Ευρώπη σημαίνει θάνατο. Το στοίχημα είναι ξαναφέρουμε στο προσκήνιο το διεθνισμό, έξω από τον οποίο δεν θα υπήρχαν πια έθνη.
Μετάφραση: Χ. Γ.

ENA ΝΕΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ
 

Tης
Λουτσιάνα Καστελίνα


Ο Μόντι, από το Τόκιο, μας πληροφορεί ότι εκείνος είναι δημοφιλής, ενώ τα κόμματα δεν είναι.  Είναι μόνο αντικείμενο περιφρόνησης. Ο Πιράνι (ΣτΜ γνωστός δημοσιογράφος και συγγραφέας), ο οποίος συνήθως είναι πολύ ορθός πολιτικά, γράφει πως το καλό του νέου μας πρωθυπουργού είναι ότι δεν επηρεάζεται από τις κοινοβουλευτικές διακυμάνσεις, από τη διαλεκτική των κομμάτων και από τις πιέσεις της κοινωνίας. (Θέλω να ελπίζω ότι αντιλαμβάνεται ποιο πράγμα θεωρητικοποίησε).
Η μετάφραση αυτής της έννοιας σε λαϊκό επίπεδο είναι αυτό που ακούμε να επαναλαμβάνεται όλο και περισσότερο: «Σε τι μου χρειάζεται η δημοκρατία; Κοστίζει πολύ. Γιατί να πληρώνω τόσα λεφτά για να πηγαίνει μια κλίκα να κουβεντιάζει τις υποθέσεις της στη βουλή;» Σε υψηλό επίπεδο, αντίθετα, στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και μεταξύ επιφανών μελετητών, λέγεται ότι μπήκαμε στον μετα-δημοκρατικό κοινοβουλευτισμό, ότι τα προβλήματα είναι πλέον πάρα πολύ περίπλοκα για να τα αφήνουμε σε ανίκανους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς. Θυμίζω αυτά τα πράγματα για να προειδοποιήσω πως, όταν αρχίζουμε να καταγγέλλουμε την πολιτική τάξη και, χωρίς διαχωρισμούς, τα κόμματα ως τέτοιους οργανισμούς, πρέπει να είμαστε λίγο προσεκτικοί.
Η επίθεση ενάντια στη δημοκρατία δεν προέρχεται πια από νεοφασιστικές συμμορίες, που είναι πιο πολύ φολκλόρ, αλλά από μια πιο εκλεπτυσμένη απειλή: από την παραπειστική χρήση -που γίνεται πλέον ανοιχτά- της αντικειμενικής δυσαρέσκειας, της απόστασης που δημιουργήθηκε μεταξύ κοινωνίας των πολιτών και πολιτικών θεσμών. Σ’ αυτό ασυναίσθητα συμβάλλει και ο νεο-αναρχισμός που διατρέχει τα κινήματα.

Nέο πολιτικό υποκείμενο,
αλλά ποιο;


Συμφωνώ λοιπόν με τη «Διακήρυξη για το νέο πολιτικό υποκείμενο», που δημοσιεύτηκε στις 29 Μαρτίου σ’ αυτή την εφημερίδα [το «Μανιφέστο»] (και υπογράφτηκε από πολλούς φίλους μου που εκτιμώ βαθύτατα) όταν λέει ότι για να σωθεί η δημοκρατία πρέπει να εμπλουτισθεί και να βρεθούν νέες μορφές συμμετοχής και με άμεση δημοκρατία. Όμως, ομολογώ ότι ανησυχώ πολύ για το είδος του νέου πολιτικού υποκειμένου που κάποιοι εύχονται να γεννηθεί σε αντικατάσταση της κομματικής μορφής του εικοστού αιώνα.
Βέβαια, είναι αλήθεια, και τα κόμματα της αριστεράς ή της υποτιθέμενης αριστεράς, είναι χείριστα. Ακόμη και τα πιο πρόσφατα. Θα έπρεπε να τα ξαναφτιάξουμε από την αρχή και φυσικά αυτή δεν είναι μια επιχείρηση που γίνεται επί χάρτου: τα καλά κόμματα γεννιούνται πάντοτε από ένα πραγματικό κίνημα. Μπορεί όμως να ωφελήσει σ’ αυτό το σκοπό το νέο υποκείμενο που περιγράψαμε;

Γιατί θεωρούνται
περιττά τα κόμματα


Πρώτα απ’ όλα δεν μπορούμε να βάλουμε σε παρένθεση το γεγονός ότι τα κόμματα έγιναν έτσι, επειδή οι εθνικοί αντιπροσωπευτικοί θεσμοί εντός των οποίων κλήθηκαν να κάνουν τη φωνή τους ν’ ακουστεί, έχασαν εδώ και καιρό την εξουσία να αποφασίζουν, η οποία εκτός των άλλων δεν μεταβιβάστηκε καν σε άλλα επίπεδα, αλλά απλά αναλήφθηκε, extra legem, απ’ αυτούς που συνάπτουν ιδιωτικές συμφωνίες στην παγκόσμια αγορά. Τα τελευταία χρόνια ιδιωτικοποιήθηκαν όχι μόνο οι γαλακτοβιομηχανίες ή οι συγκοινωνίες, αλλά και η λαϊκή κυριαρχία, η εξουσία για λήψη αποφάσεων.
Η κρίση των κομμάτων εξαρτάται επομένως και από τη σημαντική απώλεια επιρροής που υπέστησαν εξαιτίας αυτής της απώλειας εξουσίας στους αντιπροσωπευτικούς φορείς σε όλα τα επίπεδα, ακόμη και στους δήμους. Γι’ αυτό ο κόσμος αισθάνεται ότι είναι περιττά. Κανένα πολιτικό υποκείμενο δεν μπορεί να φαντάζεται ότι είναι αποτελεσματικό, αν υπεκφεύγει απ’ αυτό το πρόβλημα, νομίζοντας ότι μπορεί να περιοριστεί να παράγει λίγη τοπική συμμετοχή. Εκτός και εάν εφεύρουμε εκ νέου την Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπου αφήνονταν στα χαλιφάτα κάποιες τοπικές εξουσίες, ενώ η Κωνσταντινούπολη κρατούσε γερά στα χέρια της κάθε γενική και αποφασιστική επιλογή. Η ιδέα ότι το σύστημα μπορεί να αλλάξει μόνο από τα κάτω, από ένα οριζόντιο δίκτυο το οποίο αποσύρει την προσοχή του από το πρόβλημα της κεντρικής εξουσίας, χωρίς να την αρνείται, και θεωρεί ότι αρκεί μια κατακερματισμένη πίεση από τα κάτω για να την αλλάξει, πιστεύω ότι δεν πάει μακριά.

Η λειτουργία
του πολιτικού υποκειμένου


Ούτε ένα συλλογικό σχέδιο καθορίζεται, χωρίς να έχει αυγατίσει τις κοινές γνώσεις και την κοινή κουλτούρα, που δεν είναι το άθροισμα των απόψεων του καθενός, που πιθανά έχουν κάποιοι συλλέξει στο διαδίκτυο όπως κάνει η τηλεόραση με την ακροαματικότητα, ώστε να βγαίνουν στο τέλος, ως επιλογές της πλειονότητας, οι τηλενουβέλες. Αυτή η αγιοποίηση της κοινής γνώμης, στο όνομα της οποίας η πλειοψηφία έχει σε κάθε περίπτωση δίκιο, είναι το χειρότερο προϊόν του ίντερνετ: η σωστή επιλογή είναι το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης και επίπονης αντιπαράθεσης, πόσο μάλλον όταν υπάρχουν κινήματα που δεν είναι πλέον κοινωνικά ομοιογενή, όπως ήταν το εργατικό, αλλά πλημμυρισμένα από αποδομημένες και αντιφατικές μορφές που έχουν παραχθεί από τον καπιταλισμό σε κρίση.
Η λειτουργία ενός πολιτικού υποκειμένου είναι να οικοδομεί νόημα, όχι να συλλέγει τη διαμεσολάβηση της συναίνεσης, με χειρότερο τρόπο απ’ ό,τι από ένα συγκεχυμένο μουρμουρητό. Εκτός και αν αρκείται στο να διατηρήσει το υπάρχον, αντί να το αλλάξει.

Η δημοκρατική εκλογή οργάνων

Ας έρθουμε τώρα στην πρόταση να καταργηθεί η κεντρική ηγεσία και να αντικατασταθεί από «προσωρινά και κινητά συντονιστικά». Να έχετε υπόψη σας ότι ο χειρότερος ηγετισμός παράγεται στην ουσία, όταν δεν καθορίζονται συγκεκριμένοι κανόνες για μια συλλογική επιλογή των ηγετικών στελεχών. Δεν σας λένε τίποτα οι ηγετίσκοι του ‘68, κυρίαρχοι των συνελεύσεων, καταπιεστές των πιο αδύναμων, ή απλά των λιγότερο αλαζόνων; Ή το Ριζοσπαστικό Κόμμα το οποίο, χάρη στην απόλυτα άτυπη μορφή του, άφησε στο προσκήνιο για 50 χρόνια τον Μάρκο Πανέλα (που δεν τον λένε Νάρκισσο, αλλά –για φαντάσου- στο ληξιαρχείο είναι εγγεγραμμένος ως Υάκινθος);
Μια εξατομικευμένη μάζα είναι εύκολο να τη χειριστεί κανείς. Γι’ αυτό χρειάζονται μόνιμες έδρες όπου να μπορούν να συγκεντρωθούν σύνδεσμοι σε συνολικό επίπεδο, για να μην κλειστούμε στον τοπικισμό (γι’ αυτό είναι αντιδραστική η ιδέα της αφαίρεσης χρηματοδότησης από τα κόμματα, ή το να θεωρείται αθέμιτο να ταξιδεύει ένας βουλευτής έξω από την εκλογική του περιφέρεια). Η βάση μπορεί να ασκήσει εξουσία μόνο αν υπάρχει μια οργάνωση, διαφορετικά το πολύ-πολύ να πει ναι ή όχι σε ένα δημοψήφισμα. Το να επιλέξουμε δημοκρατικά μια ηγεσία είναι δύσκολο αλλά αναγκαίο, αν θέλουμε να παγιώσουμε μια πολιτική οργάνωση και να μην την εγκαταλείψουμε στις χαρακτηριστικές διακυμάνσεις των αυθόρμητων κινημάτων.

Η πολιτική είναι απαραίτητη
για το προλεταριάτο


Τέλος, φθάνει να συμμετέχουμε στις επιλογές, να ορίσουμε τι είναι κοινό αγαθό, ή είναι χρήσιμο να κατακτήσουμε και τη μόνιμη διαχείρισή τους; Το ένδοξο δημοψήφισμα για το νερό μήπως κινδυνεύει να χαντακωθεί ακριβώς στο πεδίο της εφαρμογής του; Μήπως λοιπόν χρειάζεται να οικοδομηθούν οργανισμοί που να αφαιρέσουν εξουσίες από το κράτος και να προβλέψουν τη βαθμιαία εξαφάνισή του, ικανοί να εκπληρώσουν τις λειτουργίες του με τρόπο που θα αποφεύγει τον κίνδυνο του γραφειοκρατικού διαχωρισμού, της αυθαίρετης εξουσίας, της κάστας;
Ο Γκράμσι, ο οποίος πάντα θύμιζε ότι η πολιτική είναι περισσότερο απαραίτητη για το προλεταριάτο παρά για την αστική τάξη, έχοντας γνώση των εκφυλισμών της, είχε υποθέσει τη δημιουργία συμβουλίων που να είναι σε θέση να παίξουν αυτόν το ρόλο. Στις αρχές της δεκαετίας του ‘70 τα εργατικά συμβούλια, και στη συνέχεια τα συμβούλια περιοχής, είχαν πλησιάσει αυτή την πρόταση. Δε νομίζετε ότι πρόκειται για μια πλουσιότερη προοπτική από το να πολλαπλασιάζουμε αόριστες και μη σταθερές μορφές συλλογής συναίνεσης;

Από τον 20ό στον 21ο αιώνα

Καλώς να έρθουν νέες μορφές συμμετοχής, λοιπόν, μα πάνω απ’ όλα διαφυλάσσοντας ως κόρη οφθαλμού τις εμπειρίες του εικοστού αιώνα που δεν είναι για πέταμα, όπως λέει το Manifesto: όταν το PCI, με όλα τα ελαττώματά του, είχε πάνω από δύο εκατομμύρια μέλη και μια διακλαδωμένη οργάνωση ριζωμένη τοπικά, αλλά και ισχυρή ως υποκείμενο, χάρη στο γεγονός ότι ανήκε σε ένα μεγάλο διεθνές κίνημα που είχε νικήσει το φασισμό, σας βεβαιώ ότι επιτύχαμε τον υψηλότερο βαθμό δημοκρατίας που γνώρισε η χώρα μας. Εκείνη η εμπειρία δεν μπορεί να επαναληφθεί και είχε τα όριά της, σας παρακαλώ όμως, μη τη φτύνετε!
Μου αρέσει ακόμη η επίκληση του Μάο Τσε Τουνγκ, που τόσο μας γοήτευσε το ‘68, όταν είπε ότι έπρεπε να βομβαρδίσουμε το ανώτατο αρχηγείο. Γιατί τα κόμματα γίνονται γραφειοκρατικά και διαιρούν και πρέπει τα κινήματα και η κοινωνία να τα πιέζουν διαρκώς. Όμως ο Μάο πρόσθετε ότι έπρεπε να καταστραφούν για να επανιδρυθούν, όχι για να καταργηθούν. Στην Κίνα δεν τα κατάφεραν, δε διστάζω να πω ότι στην Ιταλία πρέπει να το προσπαθήσουμε.

Μετάφραση από το «Μανιφέστο»:
Τόνια Τσίτσοβιτς

Του
Παναγιώτη Νούτσου*

Μνήμη Γιάννη Μπανιά


Δεν θα επιμείνω στις αναλύσεις της «αποξενωμένης εργασίας», που ξεκινούν από την ιδέα της «εξαντικειμένισης» (Vergegenstandlichung) του υποκειμένου και εξακτινώνονται στο προϊόν ως «ξένη ουσία» και στη δραστηριότητα που αναγκάζει τον άνθρωπο να «χάσει τον εαυτό του», την υπόστασή του ως «είδος» και τους άλλους ανθρώπους που μέσω της δικής του παραγωγής τον εξουσιάζουν. Απλώς, για ό,τι απαιτηθεί ως προς αυτή τη θεματική, θα επανέλθω αμέσως παρακάτω.
Τα προβληματικά σημεία, εκτός από τη γενική αντίρρηση για τη χρήση του χεγκελιανού σχήματος στην περιγραφή του οικονομικού φαινομένου, εγγράφονται στον τρόπο κατανόησης τόσο του «μικροεπιπέδου» όσο και του «μακροεπιπέδου». Δηλαδή, στη σφαίρα του ατόμου δυσερμήνευτη είναι η «ουσία» του, την οποία ανακτά με την άρση της «αποξένωσης» και με την «αληθινή ανάσταση της φύσης». Αντίστοιχα, στο πεδίο της παγκόσμιας ιστορίας (την οποία είναι ικανός να μελετήσει μόνο ο «Naturalismus») απαιτείται, παρά την απροθυμία να καθοριστεί το αρχικό της στάδιο, να συλληφθεί η απαρχή της ιστορικής ζωής την οποία έφθειρε η γενίκευση της «αποξενωμένης» εργασίας, αλλά και που θα καταργήσει η κομμουνιστική κοινωνία ως δυνατότητα «αυτοπραγμάτωσης της ουσίας» του ανθρώπου.
Έτσι η διαλεκτική της «αποξένωσης», ως ιστορικός μεσσιανισμός ή ως επαναστατικός ρομαντισμός, εξαντλείται στο πώς ο άνθρωπος σήμερα δεν γίνεται όπως θα έπρεπε, ενόσω δηλαδή χάνει την αυθεντικότητα της «ουσίας» του και ζει σ’ έναν κόσμο που βρίσκεται απέναντι του «ξένος, εχθρικός και ισχυρός». Η «άρνηση της άρνησης», ως επαγγελία του προλεταριάτου, αποτελεί τη μελλοντική απόκτηση της δυνατότητας η ανθρώπινη ιστορία να «αυτοπραγματωθεί».

Η απελευθέρωση
από το χεγκελιανό σχήμα


Πολύ σύντομα ο Μαρξ διείδε την ανάγκη ότι και ο ίδιος θα έπρεπε να απελευθερωθεί από το «κλουβί του χεγκελιανού τρόπου θεώρησης», αν και στη συνέχεια δεν έλειψαν οι ερωτοτροπίες με την «ιδιάζουσα εκφραστική» του Χέγκελ. Έτσι, στη γερμανική ιδεολογία ειρωνεύεται την «Entfremdung», την οποία μπορούν να «κατανοήσουν οι φιλόσοφοι». Συνάμα, διερευνά την «κοινωνική δύναμη» ή την «πολλαπλασιασμένη παραγωγική δύναμη», που καθορίζεται από τον κατακερματισμό της εργασίας ως «ξένη και εξωτερική εξουσία» σε σχέση με τα εργαζόμενα άτομα, τα οποία είναι ανίκανα να τη συλλάβουν και να την ελέγξουν. Σε αντιδιαστολή με τη φιλοσοφική κατασκευή της «διαδικασίας αυτοαποξένωσης» του «ανθρώπου», προτείνει δύο «πρακτικές προϋποθέσεις» για την άρση της. Δηλαδή, τη μετατροπή της «μάζας της ανθρωπότητας» σε «ανιδιοκτήτες» και ταυτόχρονα, στο πλαίσιο της «μεγάλης αύξησης της παραγωγικής δύναμης», να εκδηλωθεί η «αντίφαση μ’ έναν υπάρχοντα κόσμο του πλούτου και της μόρφωσης» (Bildung).
Στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος μέμφεται τους γερμανούς λογίους που «έγραψαν τις φιλοσοφικές τους ανοησίες πίσω από το γαλλικό πρωτότυπο». Βάφτισαν λόγου χάρη την «κριτική των χρηματικών σχέσεων» «αποξένωση (Entauberung) της ανθρώπινης ουσίας», για να διασχίσουν, με την επίκληση των «συμφερόντων του Ανθρώπου», τον «ομιχλώδη ουρανό της φιλοσοφικής φαντασίας». Η αυτοκριτική αυτή, ωστόσο, που εγκαινιάζεται όταν ο Μαρξ απαιτεί η έρευνά του «να μείνει σταθερά στο πραγματικό έδαφος της ιστορίας», καρποφορεί και περιορίζει στο συγκεκριμένο συγγραφικό έργο, από τις Θέσεις για τον Φόιερμπαχ ως το Κεφάλαιο και τις ύστερες επεξεργασίες, τα πρωιμότερα «αμαρτήματα της αφαίρεσης».

Η «αποξένωση»
και ο «ώριμος» Μαρξ


Τι μένει λοιπόν από τη νεανική μαρξιστική σύλληψη της «αποξένωσης»; Θα μπορούσε να υποτεθεί ότι ήταν γόνιμη η απεμπλοκή από το θεώρημα της ανθρώπινης «ουσίας» και η σύστοιχη διερεύνηση της «ολότητας των κοινωνικών σχέσεων», η εμβάθυνση στην προβληματική της «ατομικότητας», η επανεκτίμηση του γεγονότος της εργασίας, η υπερνίκηση της ηθικ(ολογικ)ής απόρριψης του κεφαλαιοκρατικού κοινωνικού σχηματισμού, η επεξεργασία της ιδέας της «αρνητικότητας» και της αντιφατικής προόδου και τέλος η στροφή από την παγκόσμια στη δυτικοευρωπαϊκή ιστορία.
Έτσι, στο μέτρο που η διαμόρφωση των αντιλήψεων αυτών αντικαθιστούσε το «αμάρτημα της αφαίρεσης» με την οπτική μιας διαλεκτικής κοινωνικής οντολογίας (και όχι αναγκαστικά «παθολογίας»), η ιδέα της «αποξένωσης» (ευπαρουσίαστη στα Grundrisse και εντελώς υποτονική στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου) μπορούσε απλώς να περιγράφει τις συνθήκες του ανυπέρβλητου «κράτους της αναγκαιότητας». Συνάμα, να υπονοεί το διαρκώς αυξανόμενο ποσοστό του ενσυνείδητου ελέγχου της παραγωγής και αναπαραγωγής των δομικών σχέσεων της κοινωνικής ολότητας.

Πέρα από το συμψηφισμό
των εγχειριδίων


Βέβαια, η επίκληση της «γνησιότητας» που αναδύεται στα νεανικά έργα του Μαρξ είχε στοχεύσει την παγωμένη επιφάνεια του τριτοδιεθνιστικού «μαρξισμού». Αντίστοιχα, η αντίληψη της διχοτομίας προσδοκούσε να παρακάμψει τα ιδεολογήματα, για να αξιοποιήσει την «επιστήμη», μολονότι και η σύλληψη της καθαρότητάς της σημαδεύτηκε με το «αμάρτημα της αφαίρεσης», που ασφαλώς παραβλέπει την ενότητα. Ό,τι δηλαδή αποκαλύπτεται με πτυχές συνεχείς και ασυνεχείς της σκέψης ενός διανοούμενου (και) πολιτικού που δεν έγινε ξαφνικά ο Μαρξ. Αναμφίβολα, ο εγχειριδιακός συμψηφισμός, για να διασωθεί με κάθε θυσία η «ηρεμία» των ερμηνευτικών του προσεγγίσεων, αγνοεί τη συγκεκριμένη διαδικασία των επιμέρους στιγμών της θεωρητικής εργασίας του Μαρξ. To ίδιο, άλλωστε, συνέβαινε και στην αντίστροφη πρόσβαση (που εμβολιάζεται ή ενθαρρύνεται κάποτε από την ψυχανάλυση και τον υπαρξισμό), όταν γινόταν μάλλον εύκολη λεία στους επικριτές της. Κι αυτοί με τη σειρά τους, ανάμεσα στ’ άλλα, διέκριναν τη θεμελίωση μιας κριτικής των μορφών ανοικοδόμησης του «σοσιαλισμού», εφόσον μάλιστα επέμειναν να δέχονται ότι η «αποξένωση» δεν υπάρχει ούτε καν στην «πρώτη» του φάση.
Είναι όντως, όπως συνεχίζεται να γράφεται, η «περιγραφή του καθεστώτος της αποξένωσης η υλιστική αντίληψη της ιστορίας»; Τι θα μπορούσε να εκτιμηθεί ως «alienation» ή «Entfremdung»; Μάλλον ό,τι επιτελείται κατά τη διαδικασία διάκρισης εξουσιαστών και εξουσιαζομένων. Αν, αντίθετα, δεν καθίσταται ανενεργός η παγίδα της «αυθεντικότητας» και η απώλειά της να έχει εκληφθεί με αρνητικό πρόσημο ως «αλλοτρίωση», η πιθανότητα τότε να μετατραπεί το «δικαίωμα στο ταυτόν» σε «περιχαράκωση στην ταυτότητα» είναι πρόδηλη. Κοντολογίς, με την «ιδιοπροσωπία» στο πέτο και με την αυτοανάλωση στο γκέτο.

Τι μπορεί να σημαίνει
η «από-αποξένωση»


Τόσο στους κόλπους της κοινωνικής ομάδας όσο και στο όποιο περίγραμμα του υποκειμένου, σε τι συνίσταται η «ουσία» που κινδυνεύει ή που έχει εντελώς χαθεί; Και ποιος είναι ο κόσμος που βρίσκεται απέναντί του ξένος και εχθρικός; Είναι μάλλον χωρίς αντίκρισμα η ιδέα της «αποξένωσης» ως tertium comparationis ιστορικού βάθους. Δηλαδή, για να συγκρίνεται αυτό που δεν «είναι» πια μ’ αυτό που θα έπρεπε να «ανακτηθεί». Μόνο ό,τι καθορίζει, όπως σημείωσα αμέσως παραπάνω, το διαρκώς αυξανόμενο ποσοστό του ενσυνείδητου ελέγχου της παραγωγής από τους ίδιους τους παραγωγούς, καθώς και της αναπαραγωγής των δομικών σχέσεων μιας αυτόνομης συλλογικότητας και του πολιτισμού της θα μπορούσε να ονομασθεί καταχρηστικά «απο-αποξένωση». Θα πρόκειται λοιπόν για οικονομική, πολιτική και πολιτιστική τομή στο κέντρο των σημερινών κοινωνιών.
Ειδικότερα, θα πραγματοποιείται ως τελεσφόρα «άρνηση της άρνησης», που θα δίδει νέο νόημα στη σχέση δημιουργού και δημιουργήματος, τόσο στα «μικρά» όσο και στα «μεγάλα» που θα περνούν από τα χέρια του και τη νόησή του. Επιπλέον, θα απομειώνει δραστικά το καθεστώς της «αγοραφοβίας» και των θεσμών που το συντηρούν. Άρα δεν έχουμε μπροστά μας απλώς μια διεργασία «φετιχισμού» προς την οποία θα αντιπαρατεθούμε με εξορκισμούς για το μυστικιστικό της χαρακτήρα. Βρίσκεται απέναντί μας μια «άνωθεν» και «κάτωθεν» στρατηγική ρατσισμού ως διαχωρισμού εξουσιαστών και εξουσιαζομένων, προς την οποία θα πρέπει δραστικά και συντονισμένα να κινηθούμε. Κοντολογίς, ως αυτοδιαχειριζόμενα κοινωνικά υποκείμενα επιδιώκοντας την αυτοπραγμάτωσή μας.

* Ο  Παναγιώτης Νούτσος διδάσκει Κοινωνική και Πολιτική Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.