
Του
Γκουίντο Βιάλε
«Οι αγορές είναι αυτές που ψηφίζουν». Νομίζω ότι διάβασα για πρώτη φορά αυτή την έκφραση, ή κάτι παρόμοιο, στην εφημερίδα «Λα Ρεπούμπλικα» στο πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 90. Λιγότερο από ένα χρόνο αργότερα, μετά από την πτώχευση της τράπεζας Barings –μιας από τις πιο παλιές και «αξιοσέβαστες» του Ηνωμένου Βασιλείου– είχε ανοίξει μια χαραμάδα στο μυστήριο των αγορών που «ψηφίζουν». Αρχικά το φταίξιμο είχε αποδοθεί σε ένα νεαρό και πολυμήχανο υπάλληλο της θυγατρικής της Σιγκαπούρης, ο οποίος, κρυφά από τους διευθυντές του, είχε χάσει ένα ποσό αντίστοιχο με ένα δισεκατομμύριο ευρώ, ενεργώντας χωρίς κάλυψη στο χρηματιστήριο του Τόκιο. Έπειτα, λίγο-λίγο, είχε μαθευτεί ότι για κείνα τα «παιχνίδια» ήταν ενημερωμένο όλο το διευθυντικό δυναμικό της τράπεζας. Καθώς και το αντίστοιχο δυναμικό πολλών άλλων τραπεζών, που έκαναν ακριβώς το ίδιο πράγμα, με άλλους τίτλους ή σε άλλες αγορές.
Από τότε υπήρχαν, λοιπόν, όλα τα στοιχεία για να καταλάβουμε ορισμένα πράγματα: πρώτο, ότι εκείνες οι πράξεις και άλλες παρόμοιες έπρεπε να απαγορευτούν. Όμως, καμία από τις κυβερνητικές πλειοψηφίες των κυριότερων χωρών της Δύσης δεν θέλησε να το κάνει. Και καμία από τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης -πολιτικής, κοινωνικής, σωματειακής ή πολιτιστικής- δεν το είχε κάνει λάβαρό της, ούτε θα το έκανε στη συνέχεια.
Και όμως –δεύτερο σημείο– το θέμα ήταν μέγιστης σημασίας. Γιατί αν είναι οι «αγορές» (και τι αγορές!) αυτές που ψηφίζουν, είναι ξεκάθαρο ότι η ψήφος των πολιτών δεν μετράει πια και ότι η δημοκρατία αντικαθίσταται με τη δικτατορία του χρηματοπιστωτικού τομέα.
Ξεκαθάρισμα λογαριασμών
Σήμερα είμαστε στη φάση ενός ξεκαθαρίσματος λογαριασμών. Ο παγκόσμιος χρηματοπιστωτικός τομέας, με την «ψήφο» του, ελέγχει πλέον όλο τον κόσμο. Μα δεν ελέγχει τον εαυτό του. Αυτό που συμβαίνει δεν είναι το αποτέλεσμα ενός σαφούς σχεδίου συμφωνημένου εκ των προτέρων, μα το αποτέλεσμα ενός τυφλού μηχανισμού που ονομάζεται συσσώρευση κεφαλαίου.
Η συσσώρευση κεφαλαίου δεν φοβάται τις κρίσεις, ακόμη κι αυτές που προκαλούν τεράστιες καταστροφές πλούτου, συμπεριλαμβανομένων των πολέμων. Πράγματι, οι συνέπειες των μέτρων που παίρνονται για να αντιμετωπιστεί η οικονομική κρίση αντιστοιχούν με ένα βομβαρδισμό του πληθυσμού, των θέσεων εργασίας, των εισοδημάτων, των παραγωγικών δομών, της εδαφικής ακεραιότητας που έχει απομείνει σε μια χώρα. Το σημαντικό είναι μετά την κρίση ή την καταστροφή να ξαναρχίσουμε. Γιατί είναι ο μηχανισμός, όχι το αποτέλεσμα, που πρέπει να σωθεί. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο προχωρά η «ανάπτυξη». Το να την επικαλούμαστε για να αποκαταστήσουμε το σημερινό αδιέξοδο σημαίνει ότι υποστηρίζουμε μια συνεχή αναπαραγωγή αυτού του μηχανισμού.
Η σημερινή κρίση μας διδάσκει επομένως ότι η ιταλική πολιτική -όπως και η πολιτική πολλών άλλων ευρωπαϊκών χωρών- γίνεται στην ΕΕ και ότι την ασκεί η «ψήφος» των αγορών, δηλαδή το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Στη συνέχεια μας διδάσκει ότι η ψήφος των πολιτών δεν μετράει καθόλου. Τα δημοψηφίσματα είπαν ξεκάθαρα ότι οι ιταλοί πολίτες δεν θέλουν τις ιδιωτικοποιήσεις: ούτε του νερού ούτε των τοπικών δημόσιων υπηρεσιών, ενώ ο νόμος που μόλις εγκρίθηκε βασίζεται σε ιδιωτικοποιήσεις που έχουν ως στόχο την εκμηδένιση για πάντα κάθε είδους ομοσπονδίας (ό,τι κι αν λέει η Λέγκα), παραδίδοντας τις δημόσιες υπηρεσίες στα χέρια του χρηματοπιστωτικού τομέα και εξαναγκάζοντας τους δημάρχους να ασχολούνται με το καθήκον της διαχείρισης των ληξιαρχικών πράξεων και του κυνηγιού των μεταναστών.
Μα δεν υπάρχουν πλέον ούτε τα κόμματα. Όταν παίζονται κομβικά ζητήματα, αποδεικνύεται τι είναι η αποκαλούμενη αντιπολίτευση: ένα απλό στήριγμα της κυβέρνησης. Γιατί γι’ αυτούς δεν υπάρχει εναλλακτική λύση απέναντι στις επιλογές της κυβέρνησης –που δεν είναι «πολιτική», αφού είναι ακριβώς το αντίθετο απ’ αυτό που η κυβέρνηση ισχυριζόταν και υποσχόταν μέχρι πριν από τρεις μέρες. Επίσης, γι’ αυτούς δεν υπάρχει εναλλακτική λύση ούτε απέναντι στις επιλογές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όποιες κι αν είναι αυτές, γιατί κανείς δεν ξέρει ποιες θα είναι. Δηλαδή, στις επιταγές του διεθνούς χρηματοπιστωτικού τομέα δεν υπάρχει εναλλακτική λύση.
Κανείς δεν προσπαθεί πλέον να προτείνει κάτι, εκτός από το να επικαλείται γενικά μέτρα υπέρ της «ανάπτυξης», χωρίς καν να τα απαριθμεί, εκτός από μικροπράγματα, όπως η κατάργηση των επαγγελματικών συλλόγων ή των Επαρχιών, χωρίς να εξηγεί με τι αντικαθίστανται, γιατί κάθε πρόταση θα μπορούσε να εξουδετερωθεί, από τη μια μέρα στην άλλη, από ένα νέο ανασκίρτημα των χρηματοπιστωτικών αγορών. Έτσι ο Μπερλουσκόνι και η κυβέρνησή του, που παραμένουν στη θέση τους χάρη στους νέους «υπεύθυνους», που φροντίζουν να μην καλέσουν τον κόσμο σε μια κινητοποίηση ενάντια σ’ αυτά τα μέτρα -και καμαρώνουν γι’ αυτό- μπορούν να συνεχίσουν τις απάτες και τα κόλπα τους, χωρίς να αγγίξουν το στρατοσφαιρικό κόστος των δικών τους βουλευτών καθώς και των άλλων. Για να μην πούμε για την πραγματική πολιτική υπέρ της μεγάλης περιουσίας, που ο Τρεμόντι (στμ. ο υπουργός οικονομικών της Ιταλίας) ασκούσε για χρόνια, με τις φορολογικές αμνηστίες και τις φορολογικές προστασίες.
Η «μόλυνση» μεταδόθηκε
Η Ελλάδα, ως κράτος, έχει ήδη χρεοκοπήσει. Τώρα πια το αναγνωρίζουν οι πάντες. Δεν έχει ούτε θα έχει ποτέ τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει τα χρέη της. Αλλά πριν την ανακηρύξουν χρεοκοπημένη πρέπει να ξύσουν καλά τον πάτο του βαρελιού: να ρουφήξουν όλα αυτά που μπορούν ακόμη να αφαιρέσουν από τα εισοδήματα των πολιτών της και να αρπάξουν όλες τις δημόσιες υπηρεσίες και τα κοινωφελή αγαθά που έχει ακόμη στην κατοχή της. Αυτό που η ΕΕ πρέπει να αποφασίσει είναι τι πρέπει να φορτώσει στα εισοδήματα των φορολογουμένων, κυρίως των γερμανών, αλλά όχι μόνο αυτών: τα κόστη της αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της Ελλάδας, για να διασώσει τις τράπεζες που είναι φορτωμένες με ελληνικά ομόλογα, ή την αδυναμία εκπλήρωσης υποχρεώσεων των τραπεζών που έχουν αυτά τα ομόλογα; Όμως το πρόβλημα θα μπορούσε να ξαναεμφανιστεί αλλού, γιατί μόλις παρουσιάστηκε το δίλημμα, η «μόλυνση» μεταδόθηκε σε άλλες χώρες που ήδη παράπαιαν. Να το σταματήσει κανείς τώρα είναι πολύ πιο δύσκολο και ακριβό: φυσικά γι’ αυτούς που θα πρέπει να το φορτωθούν, δηλαδή τους ευρωπαίους εργαζομένους και ανέργους. Επιπλέον πρόκειται για ένα πλαίσιο πολύ ταραχώδες. Ακόμη και οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Μάλιστα, ούτε η κινεζική κυβέρνηση, που είναι ο κύριος πιστωτής τους, δεν περνάει και πολύ καλά και θα μπορούσε να τους ζητήσει το λογαριασμό. Με λίγα λόγια, όλα μας κάνουν να πιστεύουμε -αλλά πολλοί λίγοι το λένε, επειδή το πρόβλημα είναι προς το παρόν πώς θα περάσουν στην είσπραξη όσων έχουν ήδη αρπάξει- ότι αυτός ο τερατώδης ελιγμός δεν θα «εξασφαλίσει» καθόλου τους λογαριασμούς του ιταλικού κράτους, όπως δεν ήταν «εξασφαλισμένοι» όταν ο Τρεμόντι μας το διαβεβαίωνε πριν μια εβδομάδα, πριν ένα μήνα, πριν ένα χρόνο ή πριν δέκα χρόνια. Επίσης, όλα μας κάνουν να πιστεύουμε ότι το σημείο κατάληξης σ’ αυτό το ναυάγιο θα είναι οπωσδήποτε η χρεοκοπία, μέσα σε ένα διεθνές πλαίσιο, όπου δεν θα είμαστε βέβαια μόνοι μας. Τότε το ίδιο κάνει να φτάσουμε αμέσως σ’ αυτό το σημείο.
Βέβαια, η απειλή ότι θα το κάνουμε αυτό θα μπορούσε να εξαναγκάσει την Ευρωπαϊκή Ένωση να αλλάξει κατεύθυνση, ίσως και για λίγο: με το να αναλάβει ή να εγγυηθεί το χρέος όλων των κρατών μελών, δίνοντάς τους μια ανάσα. Μα για να κάνει τι; Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι το χρέος, αλλά ένας «μπλοκαρισμένος» μηχανισμός ανάπτυξης, που δεν θα ανακάμψει αν οι τράπεζες και τα ευρωπαϊκά κράτη θα έχουν τη δυνατότητα να βάλουν στην αγορά μερικές δεκάδες δισεκατομμύρια παραπάνω. Γιατί αυτές οι αγορές είναι σε μεγάλο βαθμό κορεσμένες κι αυτές οι επενδύσεις δε φέρνουν «ανάπτυξη» ούτε απασχόληση, παρά μόνο ζημιές και βία.
«Εκσυγχρονισμός» αλά ιταλικά
Χαρακτηριστικό παράδειγμα το τρένο υψηλής ταχύτητας Τορίνο - Λιόν, το οποίο εμφανίζεται απλά και μόνο σαν μια απάτη απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση: όλοι ξέρουν ότι δεν θα τελειώσει ποτέ.
Θα μπορούσε όμως να κρατάει στη ζωή για μερικά χρόνια τους εργολάβους με τους οποίους ο Δήμαρχος του Τορίνο και ο Περιφερειάρχης Πεδεμοντίου σύνδεσαν τις τύχες τους. Αυτό συμβαίνει σε βάρος του πληθυσμού της κοιλάδας, που είναι ένα ζωντανό παράδειγμα συμμετοχικής δημοκρατίας, καθώς και ολόκληρου του ιταλικού λαού, που τον έχουν εξαπατήσει (αλλά μέχρι πότε;) με το παραμύθι του «εκσυγχρονισμού» των υποδομών. Είναι μήπως διαφορετικό το σχέδιο «Fabbrica Italia» του Μαρκιόνε (διευθύνοντος συμβούλου της Fiat) το πρόγραμμα καύσης των απορριμμάτων σε όλη την Ιταλία (την ίδια στιγμή που αποδεικνύεται ότι η ανακύκλωση θα μπορούσε να φθάσει το 80% και η μείωση ακόμη περισσότερο), ή τα οικοδομικά σχέδια της μιλανέζικης Διεθνούς Έκθεσης;
Βέβαια, δεν λείπουν τα σωστά πράγματα που θα μπορούσαν να γίνουν: από την ενεργειακή μετατροπή (αποτελεσματικότητα και ανανεώσιμες πηγές) μέχρι την αγροτική και διατροφική. Από τη βιώσιμη κινητικότητα ανθρώπων και εμπορευμάτων για την προστασία της επικράτειας, από την ενίσχυση της έρευνας -με στόχο τα θέματα οικολογικής μετατροπής- και της εκπαίδευσης, της βασικής και της δια βίου, μέχρι την ενίσχυση των τοπικών δημόσιων υπηρεσιών ως μοχλού μιας οικονομίας επικεντρωμένης στο τοπικό (δηλαδή με πιο άμεσες σχέσεις μεταξύ παραγωγής και τοπικών αγορών, ούτως ώστε να ξεφεύγουν -χωρίς απίθανους προστατευτισμούς- από τη μέγγενη ενός παγκόσμιου ανταγωνισμού που καταστρέφει τις τοπικές οικονομίες, δημιουργεί ανεργία και επιβάλλει απαράδεκτες συνθήκες εργασίας). Από μια μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης που να αναθέτει το καθήκον σε όποιους δουλεύουν σ’ αυτήν και σε όποιους τη χρησιμοποιούν να εντοπίζει τους θύλακες αναποτελεσματικότητας και νέους τρόπους για να ασκήσουν τα καθήκοντά τους (το αντίθετο απ’ αυτό που κάνει ο υπουργός Μπρουνέτα, με τα αποτελέσματα που βλέπουν όλοι), μέχρι ένα εγγυημένο εισόδημα που να δίνει σε όλους τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν με τον καλύτερο τρόπο τις ικανότητές τους και τις γνώσεις τους.
Μα ποιος μπορεί να τα κάνει όλα αυτά, κι ακόμη περισσότερα; Προς το παρόν κανείς. Όμως αυτά υπάρχουν στη μαζική απάντηση όλων των αγανακτισμένων της Ευρώπης. Στο μέτρο που αυτή η απάντηση θα αναπτυχθεί και θα κατορθώσει να επιβληθεί, θα μπορέσουν να δημιουργηθούν οι εμβρυακές μορφές οργανώσεων και δομών εναλλακτικής διαχείρισης σε σχέση με τις υπάρχουσες, οι οποίες θα είναι σε θέση να επιβάλουν στην πολιτική ατζέντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης τους στόχους μιας πολιτικής που θα μας ξανασηκώσει από τον ερειπωμένο κόσμο στον οποίο μας ρίχνει η διακυβέρνησή της.
Μετάφραση
από το «Μανιφέστο» (17/07/2011)
Τόνια Τσίτσοβιτς
Ο Γκουίντο Βιάλε, γεννήθηκε το 1943 στο Τόκιο και είναι ιταλός οικονομολόγος και συγγραφέας.
Υπήρξε ηγετικό στέλεχος της φοιτητικής εξέγερσης του ’68 και στη συνέχεια ανήκε στην ηγεσία της αριστερής οργάνωσης Lotta Continua. Εργάζεται στο Μιλάνο σε μια εταιρεία οικονομικών και κοινωνικών ερευνών και ασχολείται με τις πολιτικές που αφορούν την εργασία σε περιβαλλοντικό πεδίο.
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|