Αρχείο



Του
Ρικάρντο Μπελοφιόρε*


Η μακρά περίοδος των τριάντα χρόνων που ξεκίνησε με τη νεοφιλελεύθερη στροφή του 1979-80 υπήρξε οτιδήποτε άλλο παρά υποχώρηση του κράτους και δεν την χαρακτήριζε η εγκατάλειψη των παρεμβατικών πολιτικών. Σίγουρα η στροφή 180 μοιρών στην οικονομική πολιτική στα τέλη της δεκαετίας του 1970 δημιούργησε μια ταχεία συμπίεση της πραγματικής ζήτησης. Η απότομη αύξηση των ονομαστικών, και αργότερα των πραγματικών, επιτοκίων και ταυτόχρονα η διάχυτη αβεβαιότητα συνέβαλαν στην πτώση των ιδιωτικών επενδύσεων. Η πρώτη φάση της νεοσυντηρητικής στροφής μπορεί να οριστεί ως «μονεταριστική». Ωστόσο, στις αρχές της δεκαετίας του 1980 υπήρχαν αντίρροπες πολιτικές τάσεις. Η πιο σημαντική από αυτές ήταν τα «δίδυμα ελλείμματα» του προέδρου Ρόναλντ Ρίγκαν, που κράτησαν τις ΗΠΑ στην επιφάνεια και προκάλεσαν ένα χείμαρρο καθαρών εισαγωγών, συντηρώντας με αυτό τον τρόπο τον υπόλοιπο παραδοσιακό βιομηχανικό κόσμο στην Ευρώπη, την Ιαπωνία και την Ανατολική Ασία. Εκείνα τα χρόνια, οι ΗΠΑ, και σε μικρότερο βαθμό η Βρετανία, η Αυστραλία και η Ισπανία, μετατράπηκαν στην ύστατη αγορά όπου κατέφυγαν τόσο τα ισχυρά μερκαντιλιστικά κράτη, όπως η Γερμανία και η Ιαπωνία, όσο και τα αδύναμα, όπως η Ιταλία.

Η έλευση
του ιδιωτικοποιημένου
κεϊνσιανισμού


Η μονεταριστική περίοδος της νεοφιλελεύθερης αντεπανάστασης έθεσε σε κίνηση τη δεκαετία του 1990 διαδικασίες που οδήγησαν στην ανάδυση ενός τύπου καπιταλισμού στις ΗΠΑ, ο οποίος βασιζόταν σ’ ένα είδος «ιδιωτικοποιημένου κεϊνσιανισμού». Τα καινοφανή στοιχεία, αν και εμπεριέχονταν κάποια χαρακτηριστικά του καπιταλισμού του ύστερου 19ου αιώνα, ήταν η ανανεωμένη χρηματοοικονομική διάσταση που λάμβανε η οικονομία και η επισφάλεια των θέσεων και των συνθηκών εργασίας. Τα δύο αυτά στοιχεία στηρίζονταν στην ισορροπία, που αποδείχθηκε μη βιώσιμη, μεταξύ τριών χαρακτήρων: του «τραυματισμένου εργάτη», του «μανιακού αποταμιευτή» και του «υπερχρεωμένου καταναλωτή».
Η άνοδος της κυριαρχίας της νέας χρηματοοικονομικής διακυβέρνησης εξέθρεψε, με μαρξιστικούς όρους, μια διαδικασία «συγκεντρωποίησης χωρίς συγκέντρωση». Καίριοι τομείς υπέστησαν τεράστιες συγχωνεύσεις και προσκτήσεις, συγκεντρώνοντας έτσι σε μεγαλύτερο βαθμό το κεφάλαιο. Ωστόσο, η ίδια αυτή διαδικασία δεν προκάλεσε τη δημιουργία νέων, μεγάλης κλίμακας βιομηχανικών επιχειρήσεων κάθετα ενοποιημένων, οι οποίες θα αποτελούσαν το στίγμα της πρότυπης καπιταλιστικής συγκέντρωσης. Ο πολλαπλασιασμός των χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων, μετά και την καθιέρωση του ανταγωνισμού χωρίς κανόνες στις χώρες της Δύσης, προκάλεσε «καταστροφικό» ανταγωνισμό στις επενδυτικές στρατηγικές των παγκόσμιων παικτών στη βιομηχανία και την παροχή υπηρεσιών. Το «κινητό σύστημα αξιών» αναδιοργανώθηκε γρήγορα αποκτώντας έτσι πραγματικά υπερεθνικό χαρακτήρα.
Οι μετασχηματισμοί στις συνθήκες εργασίας υπήρξαν το αποτέλεσμα της «ουσιαστικής υποταγής» της εργασίας στην οικονομία και το χρέος. Πρόκειται για ενσωμάτωση με όρους εξάρτησης, που είχε άμεσο αντίκτυπο στη διαδικασία της παραγωγής καθώς ήταν η αιτία να αυξηθούν οι ώρες εργασίας και οι απαιτήσεις προς τους υπαλλήλους. Η παραγωγή της σχετικής και της απόλυτης υπεραξίας συνδέθηκαν αναπόσπαστα, ενώ η διάκριση κέντρου - περιφέρειας έχασε την παλιά αυστηρή έννοιά της, καθώς αναπαράγεται στο εσωτερικό της κάθε οικονομικής περιοχής και της κάθε χώρας. Για τους λόγους αυτούς η διεύρυνση της παραγωγής δεν ταυτίζεται με τη διεύρυνση της εργατικής τάξης που συγκεντρώνεται σε γειτονικούς χώρους, σε παρόμοια εργοστάσια και υπάγεται στο ίδιο σύστημα δικαίου. Η εργασία έχει κατακερματιστεί και έχει καταστεί ακόμα πιο ανασφαλής. Η επισφάλεια και η αστάθεια μπορεί να φαίνεται ότι απουσιάζουν σε ένα πόλο, ενώ εμφανίζονται καταστροφικές σε έναν άλλο.

Το νάρκωμα της μεσαίας τάξης

Ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός του τύπου «money manager capitalism» προκάλεσε πληθωρισμό της αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων, που συνοδεύτηκε από την υπερκεφαλαιοποίηση των παραγωγικών επιχειρήσεων. Ο πλούτος που σαρώθηκε από τις εκροές επενδυόταν, έτσι, σε βραχυπρόθεσμες χρηματοοικονομικές δραστηριότητες. Με τον τρόπο αυτό τα συμφέροντα των μάνατζερ των αποθεματικών στον τομέα των εκμισθώσεων και η ανατίμηση των μετοχών ταυτίζονταν με τα συμφέροντα των διευθυντών των εταιρειών στις νέες μορφές αμοιβών. Η συγκυρία αυτή δημιούργησε εξαιρετικά ευνοϊκό κλίμα για θεαματικές συγχωνεύσεις και προσκτήσεις και την άγρια αναδιάρθρωση εταιρειών. Η φούσκα στις τιμές των ακινήτων, ιδιαίτερα των κατοικιών, επέτρεψε τη διεύρυνση της κατανάλωσης με πίστωση. Η αποταμίευση του διαθέσιμου εισοδήματος σχεδόν μηδενίστηκε, ή έγινε ακόμα και αρνητική, λόγω της στασιμότητας, δηλαδή της πτώσης των πραγματικών εβδομαδιαίων απολαβών. Για τον κύριο όγκο του πληθυσμού η δυναμική της κατανάλωσης αυτονομήθηκε, λοιπόν, από το εισόδημα από την εργασία, ενώ παράλληλα τονώθηκε από τα ορατά αποτελέσματα του πλούτου. Οι χρηματοοικονομικές εταιρείες καθώς και οι πρακτικές παραγωγής και διανομής διόγκωναν, εξάλλου, τη στάση αυτή. Προφανώς όλα αυτά συμβάλλουν στην αύξηση της πραγματικής ζήτησης. Ωστόσο, ο αποπληθωρισμός των μισθών, ο πληθωρισμός της αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων και η αύξουσα υπερχρέωση των νοικοκυριών και των χρηματοοικονομικών εταιρειών αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία ενός διεστραμμένου μηχανισμού, όπου η πραγματική ανάπτυξη ντοπάρεται από τις πλέον τοξικές εκφράσεις της οικονομίας. Όπως γράφει ο Γιαν Τοπορόφκι, με την άνοδο των τιμών των ακινήτων η μεσαία τάξη ναρκώθηκε και στερήθηκε την ανάγκη να σκέφτεται.
Η κεντρική τράπεζα διαχειρίστηκε τη δημιουργία ρευστότητας με στόχο να στηρίζει τη συνεχή άνοδο της αξίας των μετοχών και των αξιών της κεφαλαιαγοράς. Αυτό γινόταν άμεσα αλλά και έμμεσα, καθώς ενεργούσε ως εγγυητής του «σκιώδους» τραπεζικού συστήματος και των χρηματοοικονομικών μεσαζόντων. Έτσι, σε κάθε ένδειξη ότι προέκυπτε χρηματοοικονομική κρίση στο κέντρο του συστήματος, η κεντρική τράπεζα ενεργούσε, όπως το διατύπωσε λαμπρά ο Μαρτσέλο Ντε Τσέκο, ως πρώτιστος δανειστής. Οι χρηματοοικονομικές εταιρείες ήλπιζαν ότι η άνοδος του κόστους του δανεισμού θα μπορούσε να αντισταθμιστεί από την περαιτέρω αύξηση της αξίας των ακινήτων, διευρύνοντας έτσι την αξία των ενεχύρων που χρησιμοποιούσαν στις αιτήσεις δανείων. Η ταχύτατη διάδοση των δανείων μειωμένης πιστοληπτικής ικανότητας, καθώς αναπόφευκτα αποτελούσε δέλεαρ προς τα φτωχά νοικοκυριά για να μπουν στο χρηματοοικονομικό βάλτο, ήταν μια απόπειρα να διατηρηθεί η φούσκα των ακινήτων με κάθε τρόπο. Στο μεταξύ, οι αρχές των ΗΠΑ συνέχιζαν να πιστεύουν σε δύο πιθανά θαύματα: ότι πιο σύνθετα και μυστηριώδη πακέτα εγγυήσεων θα επιμέριζαν το ρίσκο, μειώνοντας έτσι τις επικίνδυνες επιπτώσεις που θα προξενούσε η αδυναμία εξόφλησης των δανείων και ακόμα ότι με τα ίδια μαγικά χρηματοοικονομικά εργαλεία, τα πλεονάσματα και τα αποθεματικά των αναδυόμενων οικονομιών θα διοχετεύονταν οπωσδήποτε για να καλύψουν τα ελλείμματα των ΗΠΑ, της Βρετανίας, της Αυστραλίας και της Ισπανίας. Των χωρών, δηλαδή, που παρήγαν το μεγαλύτερο όγκο των παγκόσμιων ελλειμμάτων.

Η κρίση ήρθε, το θαύμα
αποδείχθηκε απάτη


Όταν ξέσπασε η κρίση, τον Ιούλιο του 2007, το δίδυμο θαύμα στο οποίο ήλπιζαν, αποδείχθηκε μια διπλή απάτη. Τα νέα αδιαφανή χρηματοοικονομικά χαρτιά στην πραγματικότητα δεν είχαν παράσχει εξασφάλιση, αλλά μάλλον είχαν διασπείρει τον κίνδυνο και μάλιστα τον είχαν δημιουργήσει από το τίποτα. Στο εσωτερικό του τραπεζικού και χρηματοοικονομικού συστήματος, τα πακέτα εγγυήσεων παραγώγων έπαψαν να δρουν στιγμιαία σαν ένα είδος ιδιωτικού πλούτου, δεσμεύοντας τον ενδοτραπεζικό δανεισμό, καθώς δεν υπήρχε οποιοδήποτε αξιόπιστη ασφάλεια. Η κατάρρευση των ενδοτραπεζικών σχέσεων μεγέθυνε τον αρνητικό αντίκτυπο της χρηματοοικονομικής ανισορροπίας σε όλο τον πλανήτη. Για τους ίδιους λόγους η πεποίθηση ότι οι ΗΠΑ δεν συνδέονταν με τον υπόλοιπο κόσμο αποδείχθηκε καθαρό αποκύημα της φαντασίας. Οι μεγάλες εξαγωγικές χώρες δεν μπορούσαν παρά να δεχθούν τον αντίκτυπο από το βύθισμα του χρεωμένου αμερικανού καταναλωτή. Εξάλλου, η Βρετανία, η Ισπανία και η ανατολική Ευρώπη απορροφούσαν σημαντικό όγκο εξαγωγών από της πλεονασματικές χώρες και εκείνες που επιζητούσαν το πλεόνασμα. Η μετάδοση στις χώρες αυτές είχε γίνει με την κρίση των στεγαστικών δανείων και τη χρηματοοικονομική κρίση στη Βρετανία, καθώς και την έκρηξη της φούσκας της κατοικίας στην Ισπανία.
Το ευρώ βαρυνόταν από τη γέννησή του με ένα προπατορικό αμάρτημα. Ακόμα και τα αριστερά κόμματα επέλεξαν να μην το βλέπουν, ενώ ήταν προφανές από την αρχή. Έτσι συμφώνησαν να εισαχθεί το ενιαίο νόμισμα, που οδήγησε από την ίδια τη σύστασή του σε αντιδραστική τροπή, βαθιές διαφοροποιήσεις στην ανταγωνιστικότητα κάθε χώρας, στη συμπίεση των μισθών, την αύξηση της κοινωνικής ανισότητας, την κατάργηση των συνδικάτων και στη μόνιμη βιομηχανική αναδιάρθρωση. Μέσα στο διαρθρωτικά ετερογενή χώρο της Ευρώπης, όπου υπάρχουν ριζικές διαφοροποιήσεις τόσο στην παραγωγική δύναμη του εργατικού δυναμικού, όσο και στις (υλικές και άυλες) υποδομές, η πλασματική σύγκλιση δεν μπορεί παρά να υποχωρήσει μπροστά στην προοδευτική διεύρυνση των πραγματικών αποκλίσεων. Η ενδογενής και αδιάκοπη τάση της νομισματικής ένωσης να αυτοδιαλυθεί θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο με κοινή δημοσιονομική πολιτική, ελέγχοντας τη διανομή των πόρων μέσα στις περιφέρειες της ευρωζώνης. Οι ευρωπαϊκές αρχές θα πρέπει επίσης να εφαρμόσουν βιομηχανική και διαρθρωτική πολιτική με σαφή στόχο να ξεπεραστούν οι πραγματικές αποκλίσεις μεταξύ των χωρών. Αντίθετα, ο προϋπολογισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι γελοιωδώς χαμηλός σε σχέση με το ΑΕΠ.

Η Γερμανία
και οι δορυφόροι της


Οι δυναμικές πολλών ταχυτήτων της Ευρώπης είναι πλέον πασίγνωστες. Η καρδιά του πυρήνα της είναι η ανάπτυξη της Γερμανίας με τους «δορυφόρους» της. Οι καθαρές εξαγωγές αποτελούν την κινητήριο δύναμή της, με τα κέρδη τους να επενδύονται στο εξωτερικό. Η Γερμανία, όπως οι «δορυφόροι» της και η υπόλοιπη βόρεια Ευρώπη, έχει μια ιστορική ανάγκη να εξάγει στην υπόλοιπη Ευρώπη, όπου πραγματοποιεί το μεγαλύτερο μέρος των κερδών της. Τα εμπορικά ελλείμματα στη νότια Ευρώπη διευκολύνουν τη γερμανική ανάπτυξη και για ένα ακόμα λόγο: διατηρούν χαμηλή την ονομαστική ανατίμηση του ευρώ, συγκριτικά με ό,τι θα συνέβαινε με το γερμανικό μάρκο ή ένα ευρώ που θα ανήκε μόνο στους καθαρούς εξαγωγείς. Το «ενιαίο νόμισμα» δημιουργεί επίσης -χάρη στην αύξηση της παραγωγικής δύναμης του εργατικού δυναμικού και τη συμπίεση των μισθών που οδηγούν σε ανταγωνιστικό αποπληθωρισμό- πραγματική υποτίμηση, η οποία ωφελεί την ισχυρή περιοχή της Ευρώπης. Μετά τη δεκαετία του 1990, ακόμα και την περασμένη δεκαετία, η καθαρή νεο-μερκαντιλιστική θέση της Ευρώπης συνέχιζε να «κλείνει» χάρη στην αμερικανική μηχανή. Οι καθαρές της εξαγωγές προς τις ΗΠΑ, ωστόσο, όλο και λιγότερο μπορούσαν να αντισταθμίσουν το αυξανόμενο διαρθρωτικό έλλειμμα με την Κίνα και να επέμβουν διορθωτικά στις επιπτώσεις από την αστάθεια στη Ρωσία και τη Λατινική Αμερική. Σε αυτή τη φάση, τα ανοίγματα στο εμπόριο δεν αποτελούσαν σημαντικό πρόβλημα. Για ένα διάστημα, τα χρηματοοικονομικά και εμπορικά ανοίγματα που μεγεθύνονταν ραγδαία, έμοιαζε να καθιστούν τις οικονομίες με μαγικό τρόπο όλο και περισσότερο «ελαστικές». Η ανησυχία για τα δημοσιονομικά δεν φαινόταν τόσο πιεστική. Όπως μας υπενθύμισε ο Πολ Κρούγκμαν, εάν κάποιος έφτιαχνε ένα κατάλογο με τις χώρες όπου η κρατική οικονομία είχε σοβαρό πρόβλημα πριν την κρίση, τότε μετά την κρίση θα έπρεπε να προστεθεί μόνο μια χώρα: η Ελλάδα.

Η φύση της κρίσης άλλαξε

Η ιδέα ότι οι ευρωπαϊκές αρχές αναπόφευκτα θα πιεστούν να δημιουργήσουν ένα θεσμό που θα προσφέρει χρηματοοικονομική στήριξη σε κράτη που βρίσκονται σε κρίση, ή τελικά θα εφαρμόσουν κάποιου είδους δημοσιονομική αναδιανομή σε ευρωπαϊκή κλίμακα, δεν είναι λάθος αυτή καθαυτή. Το πρόβλημα είναι πως οι αρχές αυτές είναι πολύ «λίγες» και ενεργούν όταν είναι πλέον πολύ αργά. Το παράδοξο είναι ότι, εάν παράβλεπαν το χρέος της Ελλάδας, το κόστος για την Ευρώπη θα ήταν ασήμαντο. Το ίδιο ισχύει εάν προσέθετε κανείς την Ιρλανδία και μετά την Πορτογαλία. Ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, μια διαγραφή του χρέους θα ήταν λιγότερο καταστροφική από τη δυναμική που θα πυροδοτούνταν για να αποφευχθεί η χρεοκοπία, χωρίς την αναδιάταξη και μείωση του χρέους με σκοπό την αποπληρωμή. Όμως, τη στιγμή που η κρίση χτύπησε την Ισπανία και στη συνέχεια την Ιταλία, η φύση της κρίσης άλλαξε. Έγινε το άλμα και η κρίση από ποσοτική μετατράπηκε σε ποιοτική. Τότε, λοιπόν, ή μαθαίνεις κολύμπι ή πνίγεσαι.
Η κρίση στην Ευρώπη δεν οφείλεται στην Ελλάδα. Ούτε είναι το αποτέλεσμα του ύψους του χρέους μιας χώρας (είτε σε απόλυτους αριθμούς είτε σε σχέση με το ΑΕΠ). Αυτό που έχει σημασία, όπως είπε ο Γιάν Τοπορόφσκι, είναι η προθυμία (ή μη) της κεντρικής τράπεζας, στη συγκεκριμένη περίπτωση της ΕΚΤ, να αναχρηματοδοτήσει τα κρατικά ελλείμματα. Ακόμα και με ένα υποθετικό ευρώ περιορισμένο στη Γερμανία και τους δορυφόρους της, η κρίση του «δημοσίου χρέους» θα πυροδοτούταν έτσι κι αλλιώς. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να οφείλεται στο Βέλγιο, το χρέος του οποίου πλησιάζει το 100% του ΑΕΠ. Εάν αποκλείαμε τη χρεοκοπία, λύση θα μπορούσε να είναι ο πληθωρισμός, μια δεύτερη ανάπτυξη ή ο συνδυασμός και των δύο. Τόσο ο πληθωρισμός, όσο και η ανάπτυξη αυξάνουν τον παρονομαστή του δείκτη ελλείμματος (ή χρέους) στο ονομαστικό ΑΕΠ.
Η εισαγωγή του ευρώ δεν ήταν η μοναδική δυνατή μορφή νομισματικής ένωσης. Μια εναλλακτική μορφή έχει προταθεί από την Σούζαν ντε Μπρούνχοφ, στον απόηχο του σχεδίου του Κέινς στο Συνέδριο του Μπρέτον Γουντς. Αφορά την εισαγωγή ενός «κοινού νομίσματος», αντί για το «ενιαίο νόμισμα» που κυκλοφορεί. Το πρώτο αποτελεί απλά αποθεματικό νόμισμα, που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε έναν μηχανισμό συμψηφισμού ανάμεσα στις κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών, μέσα σε ένα σύστημα σταθερών (αλλά ρυθμιζόμενων) συναλλαγματικών ισοτιμιών. Οι ισοτιμίες θα άλλαζαν σε περίπτωση σημαντικών εμπορικών ελλειμμάτων σε κάποιες χώρες, με την συμμετρική δέσμευση των καθαρών εξαγωγέων να μειώσουν τα πλεονάσματα τους. Αυτό είναι που το EMS καθώς και η συμφωνία Μπρέτον Γουντς απέτυχαν να λάβουν υπόψη, εγγράφοντας στο DNA τους αποπληθωριστικές τάσεις.
Το ξεκαθάρισμα των πραγματικών ευρωπαϊκών «ανισορροπιών» απαιτεί σήμερα, όπως και στο παρελθόν, επέμβαση που θα αφορά όχι μόνο την αποκατάσταση των πληθωριστικών πιέσεων στη ζήτηση και/ή την επανασύνδεση των μισθών με την παραγωγή. Είναι πραγματικά αναγκαία μια ισχυρή παρέμβαση στην προσφορά των αγαθών και την παραγωγική δομή και ταυτόχρονα είναι αναγκαία η χρηματοοικονομική σταθεροποίηση. Χωρίς δημοσιονομική ένωση, η συγκρότηση της οποίας είναι βραχυπρόθεσμα ουτοπική, απομένει μόνο η λύση των ευρωομολόγων, ως κοινός εγγυητής για όλα τα δημόσια χρέη των χωρών της ευρωζώνης. Ωστόσο, εκτός από τη διαδικαστική δυσχέρεια (νομική και πολιτική, όχι μόνο τεχνική) που συνδέεται με την ταχεία εισαγωγή τους (που θα μπορούσε να επιταχυνθεί με την επιδείνωση της κρίσης), το ερώτημα είναι: τι ακριβώς θα γίνει με τα ευρωομόλογα; Όπως παρατήρησε ο Γιάννης Βαρουφάκης, είναι αναγκαίο τα ευρωομόλογα να μη θεωρηθούν μόνο ένα αξιόπιστο εργαλείο για να επιτευχθεί η χρηματοδότηση με χαμηλό κόστος του δημόσιου χρέους των χωρών που έχουν πρόβλημα. Πρέπει, επιπλέον, να θεωρηθούν ως τα θεμέλια για μια συντονισμένη αύξηση των δαπανών και των επενδύσεων σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Στην ουσία προτείνεται ένα ανανεωμένο και καινοτόμο Νιου Ντιλ που θα αναιρούσε άμεσα τα διαρθρωτικά στοιχεία που εμποδίζουν την ανάπτυξη, βελτιώνοντας την ποιότητα του παραγόμενου έργου και αυξάνοντας την παραγωγική δύναμη του εργατικού δυναμικού.
Η Μεγάλη Ύφεση, ως η τελική κρίση του νεοφιλελευθερισμού όπως τον γνωρίζαμε, και η ευρωπαϊκή κατάρρευση, ως το αδιέξοδο του νεομερκαντιλισμού, θέτουν εκ νέου στην επικαιρότητα το ζήτημα της παραγωγής: πώς, τι και πόσο χρειάζεται να παράγεται.

  Τι θα σήμαινε έξοδος από την ευρωζώνη;

Θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί εάν η επιλογή εξόδου από την ευρωζώνη θα ήταν ελκυστική επιλογή. Δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί μια εξέλιξη που θα οδηγούσε σε διάλυση του κοινού νομίσματος. Παρ’ όλα αυτά, σήμερα, αυτό θα ήταν συμβουλή της απελπισίας. Τέτοια προτροπή ήλθε πέρσι από την αριστερά, για την Ελλάδα και στη συνέχεια για την Ιρλανδία. Το θετικό παράδειγμα που συνήθως προβάλλεται είναι της Αργεντινής το 1992. Ωστόσο, όπως και πάλι ο Τοπορόφσκι παρατηρεί, το βασικό πρόβλημα στην Αργεντινή ήταν η τραπεζική κρίση και δευτερευόντως το γεγονός ότι το χρέος της ήταν εκφρασμένο με βάση ξένο νόμισμα. Αντίθετα, στην περίπτωση της Ελλάδας, η τραπεζική κρίση ακολουθεί την κρίση του δημόσιου χρέους, το οποίο είναι εκφρασμένο σε εσωτερικό νόμισμα ή σωστότερα σε ένα νόμισμα που θα έπρεπε να είναι εσωτερικό, το γεγονός ότι δεν είναι, αποτελεί στην πράξη μια απεχθής πολιτική επιλογή. Η έξοδος από το ευρώ θα οδηγούσε στην δραματική αύξηση του βάρους του εξωτερικού χρέους, καθώς θα την ακολουθούσε τεράστια υποτίμηση. Εξάλλου, η σκοπιμότητα μιας τέτοιας επιλογής προϋποθέτει έναν όρο που λείπει από την Ελλάδα: να παραχθούν σημαντικά και διαρκή κρατικά πρωτογενή πλεονάσματα. Διαφορετικά, η ταυτόχρονη αδυναμία να ικανοποιηθεί το εσωτερικό χρέος πιθανόν θα οδηγήσει στη χρεοκοπία του εγχώριου τραπεζικού συστήματος. Η επιδείνωση των δομικών θεμελίων της ανταγωνιστικότητας, η οποία συνεχίζεται εδώ και δεκαετίες, καθιστά τη βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου πολύ αργή ή και τελείως ανύπαρκτη. Στα παραπάνω θα πρέπει να προστεθεί και η εντυπωσιακή μείωση του πραγματικού μισθού. Είναι πολύ δύσκολο να θεωρήσουμε ότι όλο αυτό αποτελεί «αριστερή» λύση στην κρίση.
Η πραγματική σύγκλιση των ευρωπαϊκών οικονομιών θα απαιτούσε πολιτικές αντίθετες από αυτές που ορίζονται στην Συνθήκη του Μάαστριχτ: τη δημιουργία χρήματος για την στήριξη της ιδιωτικής καινοτομίας και την προσωρινή, αλλά σημαντική, αύξηση των δημόσιων ελλειμμάτων που θα χρηματοδοτούνται από νέο χρήμα – ελλειμμάτων που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «παραγωγικά». Στην αρχή αυτή η πολιτική συνεπάγεται υψηλότερο πληθωρισμό και αύξηση στην αναλογία χρέους και ΑΕΠ. Όμως η αύξηση των τιμών και η δημοσιονομική «ανισορροπία» θα επαναπορροφηθούν εφόσον η πολιτική είναι αποτελεσματική.

Μετάφραση
από το «Νιου λεφτ πρότζεκτ»:
Αφροδίτη Μπαμπάση

* Ο Ρικάρντο Μπελοφιόρε είναι καθηγητής Νομισματικής Οικονομίας και Ιστορίας της Οικονομικής Σκέψης στο Πανεπιστήμιο του Μπέργαμο.

 



Μοιράσου το:
Facebook! TwitThis buzz! MySpace! Google! Live!

Προσθήκη νέου σχολίου