Αρχείο



Σε προηγούμενα φύλλα της «Εποχής» αναφερθήκαμε σε έναν εκτεταμένο διάλογο που αναπτύχθηκε στην Ιταλία, κύρια από τις στήλες του “Il Manifesto”, σχετικά με τα προβλήματα της ΕΕ στην περίοδο της κρίσης ή σωστότερα όπως εκδηλώθηκαν με την κρίση χρέους που βαθμιαία μετασχηματίστηκε σε ύφεση. Ως τώρα έχουμε δημοσιεύσει ένα μεγάλο – με συμπεράσματα κατά κάποιο τρόπο – της Ροσάνα Ροσάντα και ένα κείμενο – μανιφέστο που βγήκε από την ημερίδα αυτών που πήραν μέρος στο διάλογο και άλλων ακόμη στη Φλωρεντία. Σήμερα δημοσιεύουμε ένα μεγάλο απόσπασμα από ένα εξαιρετικά εκτεταμένο κείμενο συνόψισης του Κλάουντιο Νιεσούτα που τη μεταφορά του στην ελληνική γλώσσα φρόντισε ο συνεργάτης μας Χρήστος Αλεξανδρίδης. Νομίζουμε ότι είναι ένα χρήσιμο εφόδιο για την κατανόηση των θεμάτων που έχουν τεθεί και συζητούνται και στην Ελλάδα γι’ αυτό το συμπεριλαμβάνουμε ολόκληρο στην ηλεκτρονική έκδοση της «Εποχής». Ο συγγραφέας στη συνόψισή του που είναι τα συμπεράσματα της πλειοψηφίας έχει ως οδηγό τρία σημεία του «συλλογικού διαλόγου» όπου όπως σημειώνει «επικεντρώθηκε η σκέψη όλων, όχι μόνο για να δώσουν κάποια εξήγηση των τωρινών δυσκολιών, αλλά κυρίως για να προβάλλουν τους τρόπους για το ξεπέρασμά τους». Και αυτά τα θέματα είναι «η δομική κατάσταση της ιταλικής οικονομίας, αναποτελεσματικότητα των ευρωπαϊκών θεσμών στην υποστήριξη των χωρών μελών που βρίσκονται σε δύσκολη κατάσταση, τα εμπόδια στην οικοδόμηση μιας ποιοτικής δημοκρατίας».
Τα αποσπάσματα που επιλέξαμε για τον «έντυπο» αναγνώστη μας είναι από το δεύτερο και τρίτο θέμα. Ο Νιεσούτα στον πρόλογό του παραθέτει και το δικό του συμπέρασμα με τρεις, επίσης, πτυχές. Η πρώτη είναι για το εφικτό της αντιμετώπισης και των προϋποθέσεων. Σημειώνει: από τη συζήτηση αναδεικνύεται ουσιαστικά η πεποίθηση ότι μπορούμε να προστατευτούμε από την πίεση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, αυτό όμως μπορεί να γίνει πιο αποτελεσματικά μέσω καταλλήλων ευρωπαϊκών θεσμών, οι οποίοι θα είναι εις θέση να προσφέρουν στα κράτη μέλη που βρίσκονται σε δύσκολη κατάσταση μία ασπίδα απέναντι στις παγκόσμιες αγορές.
 Η δεύτερη αφορά το περιεχόμενο της διεξόδου: Η αντιμετώπιση των πολιτικών και κοινωνικών δυσχερειών για την υλοποίηση μιας τέτοιας προοπτικής έχει νόημα μόνο εάν ο πολιτικός στόχος είναι εκείνος της ενδυνάμωσης του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, της Ευρώπης της ευημερίας.
 Και η τρίτη είναι το εύρος αναφοράς της που είναι όλες οι χώρες της Ευρώπης: Μία τέτοια προοπτική δεν αφορά αποκλειστικά και μόνο τη χώρα μας, αλλά ενδιαφέρει όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και την Ευρώπη στο σύνολό της και το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί στο Φόρουμ δεν ξεχωρίζουν πάντα καθαρά οι τρείς γεωγραφικές συνιστώσες (εθνική, ευρωπαϊκή, παγκόσμια) και αυτή η ευρεία οπτική είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα προτέρημα όχι δευτερεύουσας σημασίας.

 

Του
Κλάουντιο Νιεσούτα*


(…) Η νεοφιλελεύθερη θεώρηση της οικονομίας και της κοινωνίας δεν είναι κάτι το καινούργιο· αποτελεί μία δραστική και αθεράπευτη τομή σε σχέση με το συμβιβασμό μεταξύ των κοινωνικών ετέρων φορδιστικής φύσης, ο οποίος αποτέλεσε τη βάση της οικονομικής πολιτικής της «χρυσής εποχής του καπιταλισμού». Από τη δεκαετία του εβδομήντα και πέρα μπαίνει σε εφαρμογή μία σαρωτική διαδικασία πολιτικο-πολιτισμική η οποία, μέσω του προστάγματος: «απελευθερώστε την οικονομία από ρυθμιστικούς ζυγούς και αφήστε τις οικονομικές δυνάμεις να δράσουν μόνες τους για να μπορέσουν έτσι να δημιουργήσουν κοινωνίες», είχε (και έχει) ως στόχο την οικοδόμηση μιας «κοινωνίας της αγοράς» που τη ρυθμίζουν οι σχέσεις συμφεροντολογικής ανταλλαγής. Παρόλο που η κοινωνική πραγματικότητα έχει ήδη αποδεχτεί την εκδοχή του μονεταρισμού, ευνοϊκού με κάθε τρόπο προς τις αγορές, και εκείνη του public choice, με την καχυποψία του προς τη δημόσια παρέμβαση, δεν ισχύει το ίδιο και σε κοινωνικό επίπεδο, αφού η λογική της «πλήρους ελευθερίας στην κυκλοφορία ανθρώπων, επιχειρήσεων και κεφαλαίων, όλων τοποθετημένων στον ίδιο παρονομαστή» είχε ως αποτέλεσμα την οπισθοδρόμηση των κοινωνικών δικαιωμάτων και την επισφαλή εργασία, καταστάσεις που βιώνουμε σήμερα. (...)
         
ΕΕ: μια πολιτική επιλογή με οικονομική διαχείριση

 Οι απόψεις σχετικά με το ρόλο της ΕΕ επικεντρώνονται στην απόκλιση από τον αρχικό στόχο που ήταν η οικοδόμηση ενός αυτόνομου γεωπολιτικού υποκειμένου σε παγκόσμιο επίπεδο που θα είχε σκοπό τη σταθερότητα, την ευημερία και την ειρήνη.
Ο εκφυλισμός γίνεται εμφανής από τον παρατηρούμενο μετασχηματισμό, στο πέρασμα από τη Στρατηγική της Λισαβόνας σ’ εκείνη της Ευρώπης του 2020, του στόχου της κοινωνικής συνοχής ο οποίος αντιμετωπίζεται πλέον, στα πιο πρόσφατα Κοινοτικά έγγραφα, ως βάρος για την ανάπτυξη. Το ίδιο ευρωπαϊκό θεσμικό σχέδιο, επικεντρωμένο στο Σύμφωνο Σταθερότητας και στην Ε.Κ.Τ., που θα έπρεπε να αντιπροσωπεύει το πλαίσιο αναφοράς μιας αυτόνομης οικονομικής πολιτικής για την προστασία των κρατών μελών από την αστάθεια και να προωθεί την πολιτική ολοκλήρωση, μετατράπηκε σε παράγοντα έντασης, εφόσον, στα πλαίσια ενός νεοφιλελεύθερου κλίματος, υποβιβάσθηκε σε διοικητικό όργανο υποστήριξης της αυτορρύθμισης των αγορών. Με την προφανή αποπολιτικοποίηση αυτών των θεσμών περιορίστηκε ο ορίζοντάς τους πολιτικής οικονομίας μόνο στην ευελιξία των αγορών, με την πεποίθηση ότι οι χρηματοοικονομικοί κανόνες, με την παράλληλη συγκράτηση των πραγματικών μισθών και των δημοσίων δαπανών, ήταν αρκετοί για να διασφαλίσουν μία σταθερή και αειφόρα ανάπτυξη.
Η πολιτική διάσταση της Ευρώπης ουσιαστικά ισοπεδώθηκε στην οικονομική διάσταση του ευρώ. Η επιλογή του ενιαίου νομίσματος από τη μεριά των οικονομικά πιο εύθραυστων χωρών τους επέβαλε δεσμά που μακροχρόνια υπερίσχυσαν έναντι των βραχυχρόνιων ωφελημάτων τα οποία προέκυπταν από τη συγκράτηση του κόστους δανειακής επιβάρυνσης, ιδιωτικού ή δημοσίου. Δύο είναι τα προφανέστερα δεσμά: η υπαγωγή της παραγωγής στη γερμανική βιομηχανία και η εξάρτηση από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές συνθήκες, αποτέλεσμα και της πολιτικής της Ε.Κ.Τ., η οποία δε συμπεριλαμβάνει στους στόχους της την αύξηση εισοδημάτων και της απασχόλησης. (…)
(…) Οι αιτίες της κρίσης και η ιδιαίτερη έντασή της συνδέονται με τις πιθανές ελλείψεις του θεσμικού πλαισίου της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής, το οποίο αποδεικνύεται αναποτελεσματικό για να πραγματοποιήσει συμβιβασμούς στο ύψος της σοβαρότητας της κατάστασης. Είναι ουσιώδους σημασίας, κατά συνέπεια, ένας επαναπροσδιορισμός των σημερινών θεσμών οικονομικής πολιτικής προς μία ευρωπαϊκή κατεύθυνση, απελευθερωμένη από το νεοφιλελεύθερο δόγμα.
Πριν θίξουμε αυτό το θέμα, στο οποίο επικεντρώθηκε κυρίως η συζήτηση, θα πρέπει να σταθούμε σ’ εκείνες τις θέσεις οι οποίες, αποδεχόμενες την αποτυχία του ενιαίου νομίσματος, εύχονται την έξοδο από αυτό.
Το περίπλοκο της κατάστασης, που έχει επιδεινωθεί με τον καιρό, η αβεβαιότητα ανταπόκρισης βραχυχρόνια στις χρηματοπιστωτικές απαιτήσεις, η έλλειψη εμπιστοσύνης στην ικανότητα προσφερόμενης προστασίας από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, όλα αυτά δικαιολογούν μία τόσο ακραία επιλογή, η οποία θεωρείται προτιμητέα από την υπαγωγή σε ένα κοινωνικό κόστος που θα είναι το αποτέλεσμα αντιπληθωρισμού λόγω χρεών. Η θεώρηση ενός τέτοιου ενδεχομένου είναι, ωστόσο, σημαντική επειδή μπορεί να μην είναι ο καρπός αναζήτησης μιας μεγαλύτερης εθνικής ανεξαρτησίας στην οικονομική πολιτική, αλλά το συγκυριακό αποτέλεσμα συνθηκών μεγαλύτερης ισχύος ή της ευμενούς αδιαφορίας άλλων ευρωπαϊκών χωρών οι οποίες, ακόμη και ενάντια στα μακροχρόνια συμφέροντά τους, αρνούνται ν’ αναλάβουν τις πολιτικές ευθύνες που απορρέουν από τη συμμετοχή σε μία πολιτική ένωση.

Έξοδος από το ευρώ και αθέτηση υποχρεώσεων (default)

Οι υποστηρικτές αυτής της επιλογής ισχυρίζονται ότι με την εγκατάλειψη του ευρωπαϊκού νομίσματος και με μία ισχυρή υποτίμηση του νέου εθνικού νομίσματος μπορεί εύκολα να αποκατασταθεί η διαχείριση των ανταλλαγών με σκοπό την ανάπτυξη. Αν και παραμένει απροσδιόριστο ποιο είναι εκείνο το μεγαλύτερο περιθώριο εξαγωγών που μπορεί να εξασφαλίσει μία τοπική νομισματική πολιτική στις παρούσες συνθήκες διεθνούς νομισματικής διαχείρισης χαμηλών επιτοκίων, που επιβάλλει το αμερικανικό Ομοσπονδιακό Αποθεματικό Σύστημα, είναι αναμφίβολο ότι η απόκτηση της ευελιξίας στις ανταλλαγές θα επιτρέψει την προώθηση των εξαγωγών και άρα την ανάπτυξη. Ωστόσο, το εγκαταληφθέν εργαλείο, η σταθερή ισοτιμία, αφήνει ακάλυπτο το στόχο στον οποίο κατευθυνόταν (τη σταθερότητα των ονομαστικών αξιών, των τιμών και των εσωτερικών μισθών), για την επίτευξη του οποίου θα είναι πλέον αναγκαίο να βρεθεί ένα νέο εργαλείο. Παρόλο που δεν είναι δύσκολο να παραδεχτούμε ότι δίνεται μεγάλη έμφαση στη σταθερότητα των τιμών, αυτό δε σημαίνει πως μπορεί ν’ αποκλεισθεί το ενδεχόμενο η συναλλαγματική ευελιξία να έχει ως συνέπεια μία πληθωριστική πίεση η οποία θα αναπροσαρμόσει την αναμενόμενη ώθηση ανταγωνιστικότητας λόγω τιμών.
Προκειμένου η επιστροφή στη νομισματική ευελιξία να μην επιδεινώσει τις συνθήκες ζωής των ασθενέστερων στρωμάτων της κοινωνίας θα είναι αναγκαίο τα κέρδη από την ανταγωνιστικότητα να μην επιδράσουν αρνητικά στους πραγματικούς μισθούς ή, εάν θα έπρεπε να συμβεί αυτό, η μείωση μισθών να αντισταθμισθεί από μία αναδιανεμητική πολιτική εις βάρος του δημόσιου προϋπολογισμού. Μέσω της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας, που δε θα βασίζεται στις χαμηλές τιμές, και της ανταγωνιστικότητας του συστήματος θα μπορούσε να επιτευχθεί ο στόχος, αλλά εάν έτσι έχουν τα πράγματα η υποτίμηση του νομίσματος δεν είναι απολύτως απαραίτητη, παρ’ όλο που αυτή θα μπορούσε να διευκολύνει μία βιομηχανική πολιτική προς αυτή την κατεύθυνση. Σε κάθε περίπτωση, βιομηχανική πολιτική και αναπροσανατολισμός των δημοσίων δαπανών αποτελούν ουσιαστικές παρεμβάσεις προτεραιότητας και, μέχρις ενός σημείου, είναι εναλλακτικές λύσεις προς την υποτίμηση.
Σε ό,τι αφορά τις οικονομικές επιπτώσεις της υποτίμησης, αυτή θα ήταν αποτελεσματική εάν το χρέος της χώρας ήταν εκπεφρασμένο στο εθνικό της νόμισμα, όπως, για παράδειγμα, η περίπτωση υποτίμησης του δολαρίου για τις ΗΠΑ. Οι επιπτώσεις, αντίθετα, θα ήταν σοβαρές εάν το χρέος εκφραζόταν σε διαφορετικό νόμισμα (όπως συμβαίνει με τις μικρές χώρες που χρεώνονται από το εξωτερικό). Και σ’ αυτή την περίπτωση όμως οι αρνητικές επιπτώσεις θα μπορούσαν να περιοριστούν, εάν η εσωτερική οικονομική πολιτική κατόρθωνε να εμποδίσει τον αναμενόμενο εσωτερικό πληθωρισμό και να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών σχετικά με τη μελλοντική φερεγγυότητα της χώρας. Μόνο σ’ αυτή την περίπτωση δεν θα διακοπτόταν η επαναδανειοδότηση από το εξωτερικό και η αύξηση του πριμ λόγω ρίσκου θα παρέμενε περιορισμένη με ευνοϊκά αποτελέσματα στην επιβάρυνση εξυπηρέτησης του χρέους, δημοσίου ή ιδιωτικού. Επαναλαμβάνουμε, η απελευθέρωση από τα δεσμά της σταθερής ισοτιμίας δεν είναι αποφασιστικής σημασίας, παρ’ όλο που κρίνεται χρήσιμη στα πλαίσια μιας ισχυρής εσωτερικής στρατηγικής ανάκαμψης της οικονομίας και δημοσιονομικής εξυγίανσης προκειμένου να βελτιωθεί η χρηματοπιστωτική αξιοπιστία της χώρας.
Οι ίδιες οικονομικές προϋποθέσεις ισχύουν και για τις προτάσεις περί αθέτησης των υποχρεώσεων – οικεία βουλήσει ή επιβαλλόμενη, συνοδευόμενη ή όχι από την έξοδο από το ευρώ – όταν, δηλαδή, η χώρα που βρίσκεται σε δύσκολη κατάσταση δηλώνει ότι δεν είναι διατεθειμένη να πληρώσει το χρέος της με τις μορφές που εκείνο πήρε με τις συμφωνίες που έγιναν κατά καιρούς. Αυτή η επιλογή σημαίνει συνδιαλλαγή με τους πιστωτές, με την παρουσίας ή μη διεθνών οργανισμών. Για τους λόγους που αναφέραμε πιο πάνω, η επιλογή της αθέτησης των υποχρεώσεων μπορεί να μην είναι αποτελεσματική εάν το μέρος του χρέους που θα χαριστεί δεν επαρκεί για να ελαττώσει την εξυπηρέτηση του υπολοίπου χρέους. Σ’ αυτή την περίπτωση, όταν η χώρα ξαναβγεί στις αγορές, οι συνθήκες επιτοκίων και αποπληρωμής θα χειροτερέψουν λόγω των πριμ ρίσκου, τα οποία θα απαιτήσουν οι πιστωτές από το φόβο μελλοντικών αθετήσεων. Για ν’ αποφύγει την επιβάρυνση από την εξυπηρέτηση του χρέους η χώρα μπορεί να εξαναγκασθεί να ξεκινήσει μία πειστική διεργασία εξυγίανσης που θα είναι μάλλον μακροχρόνια και πιθανόν να κοστίσει πολύ. Μία ελεγχόμενη αθέτηση υποχρεώσεων υποστηριζόμενη, εάν είναι δυνατόν, από μια ευρεία ευρωπαϊκή συναίνεση, θα μπορούσε να ελαττώσει κατά πολύ το κόστος του εγχειρήματος, εάν όμως είναι πραγματοποιήσιμη μια τέτοιου είδους ευρωπαϊκή υποστήριξη, θα ήταν καλύτερα να την εκμεταλλευτεί η χώρα για να υλοποιήσει άλλα σχέδιά της, λιγότερο επώδυνα, για τη διόρθωση των δημοσιονομικών της ελλειμμάτων.
Η εκτίμηση ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, η έξοδος από το ευρώ ή η δήλωση για αθέτηση των υποχρεώσεων φαίνεται να μην μπορούν να προταθούν ως λύσεις βασίζεται στις ανησυχίες ότι και οι δύο προτάσεις θα καταλήξουν σ’ έναν φαύλο κύκλο πληθωρισμού-αντιπληθωρισμού με συνέπεια την επιδείνωση των συνθηκών του κόσμου της εργασίας και των ασθενέστερων στρωμάτων της κοινωνίας. Δεν φαίνεται εξ άλλου να είναι δευτερεύουσας σημασίας οι συνέπειες στο διεθνές επίπεδο, που θα υποστεί η χώρα η οποία θ’ αποσπασθεί από το ευρώ, καθιστώντας ακόμη περισσότερο περιθωριακή τη θέση της στην πολιτική διακυβέρνηση της Ευρώπης. Δεν θα πρέπει ακόμη να παραβλέψουμε το γεγονός ότι μ’ αυτόν τον τρόπο η εγκατάλειψη της ευρωζώνης θα ισοδυναμούσε με την εγκατάλειψη μιας «σανίδας σωτηρίας», ιδιαίτερα χρήσιμης σ’ αυτή τη δύσκολη και τόσο μπερδεμένη ιστορική στιγμή. (…)
       
Η χρηματοπιστωτική
πολιτική


Την αναζήτηση μεγαλύτερης αυτονομίας για την πολιτική ισοζυγίου συνοδεύει αναπόφευκτα η απαίτηση προσαρμογής των μορφών χρηματοδότησής της, τέτοιων που να επιτρέπουν την άμεση συλλογή κεφαλαίων από την αγορά, ακόμη και μέσω έκδοσης ιδίων τίτλων (ευρωομόλογα). Η συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι η χρηματοπιστωτική αδυναμία της Ευρώπης έχει αρνητικές επιπτώσεις στις δυνατότητες ανάπτυξής της, κατά συνέπεια και στο πολιτικό σχέδιο επί του οποίου εδράζεται, οδηγεί στο να συμμερίζεται αυτή τις προτάσεις ανανέωσης των θεσμών, μερικές από τις οποίες μπήκαν ήδη σε εφαρμογή (Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας, Ταμείο Διάσωσης Κρατών-Μελών, φόροι επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών), άλλες που συζητήθηκαν μεν αλλά περιμένουν να μπουν σ’ εφαρμογή (ευρωομόλογα), και άλλες που δεν έχουν ακόμη συζητηθεί (αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους και μηχανισμοί ελεγχόμενης αθέτησης, διάκριση μεταξύ εμπορικών τραπεζών και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, κατάργηση των φορολογικών παραδείσων, δημιουργία ευρωπαϊκής εταιρείας αξιολόγησης, επαναρρύθμιση της κίνησης των πλέον κερδοσκοπικών κεφαλαίων βραχύτατης διάρκειας και των συναλλαγών εκτός ισολογισμού). Η σημαντικότερη άποψη, στην οποία πρέπει να στραφεί η προσοχή, είναι η ανάγκη δημιουργίας ενός θεσμικού συστήματος που να προσφέρει μία αρχιτεκτονική μέσα στην οποία θα τοποθετούνται, με οργανικό και πλήρη τρόπο, οι διάφορες προτεινόμενες τεχνικές καινοτομίες, με τρόπο που η ΕΕ να έχει τη δυνατότητα ν’ ακολουθήσει μία χρηματοπιστωτική πολιτική που θα είναι εις θέση να προφυλάξει, σαν «ομπρέλα», το ευρωπαϊκό χρηματιστικό σύστημα, δημόσιο και ιδιωτικό, από τις επιθέσεις της διεθνούς κερδοσκοπίας. (…)
           
Ευρωπαϊκή
μακροοικονομική πολιτική


(…) Πρόκειται εδώ για θεωρήσεις που καθιστούν απαραίτητη και επείγουσα, τόσο στη σκέψη όσο και στην πολιτική πράξη, την κατασκευή ενός θεσμικού συστήματος που να διασφαλίζει μία δημοκρατική διακυβέρνηση της ΕΕ που θα είναι εις θέση ν’ αποφύγει την ολοκληρωτική υπαγωγή της στις αγορές, ν’ απαλλαγεί από εκείνη την «εικονική γερουσία» των διεθνών πιστωτών που έχουν λάβει οι ίδιοι την εξουσία ν’ αποφασίζουν για το μέλλον των λαών.
Το επίθετο «δημοκρατική», που προσδιορίζει τη διακυβέρνηση, αντανακλά την ποιότητα που απαιτείται από τους νέους ευρωπαϊκούς θεσμούς, προκειμένου η λειτουργία τους να αποβλέπει στην πραγμάτωση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου. Πρόκειται για την ανάκτηση ενός εδάφους που θα επιτρέπει, συγκρατώντας τις πιέσεις για ύφεση, την παρεμπόδιση των εθνικιστικών, για να μην πούμε ξενοφοβικών, τάσεων που είναι φυσικά αντιευρωπαϊκές και οδηγούν στην απαξίωση των ευρωπαϊκών δημοκρατιών, εμποδίζοντας την επίτευξη υψηλών στόχων που έχουν σχέση με την αειφόρο ανάπτυξη, τη μάχη κατά της φτώχειας και τη διασφάλιση της ειρήνης. Θα επιτρέπει ακόμη την ανάπτυξη της διαφάνειας και την ανάληψη ευθυνών ούτως ώστε να διασφαλίζονται με τρόπο αποτελεσματικό η παρακολούθηση και ο κοινωνικός έλεγχος των επιλογών που θα υιοθετηθούν. Πρόκειται για θεμελιώδεις απαιτήσεις προκειμένου να αντισταθμισθεί η μοιραία ακόμη μεγαλύτερη μετατόπιση της εθνικής κυριαρχίας προς διεθνή κέντρα. (…)
 

Μετάφραση:
Χρήστος Αλεξανδρίδης
* Ο Κλαούντιο Νιεσούτα είναι καθηγητής οικονομίας στο πανεπιστήμιο της Ρώμης Λα Σαπιένζα.

 

Η Ευρώπη στον ορίζοντα των κινημάτων

 

Στην κλίμακα των τοποθετήσεων, που ξεκινούν από την άποψη ότι οι θεσμοί μπορούν ν’ αποτελέσουν πηγή αλλαγών, περνάνε από αυτές που διαπιστώνουν τον πιθανό τεχνοκρατικό, αυταρχικό τους εκφυλισμό και φτάνουν μέχρι εκείνες που παραβλέπουν τη σημασία τους ως πεδίου άμεσων πολιτικών παρεμβάσεων, είναι ωστόσο πάντα παρούσα η συνειδητοποίηση ότι το διακύβευμα της δημοκρατικής ποιότητα του μέλλοντός μας εξαρτάται από την προοπτική της όσο το δυνατόν ευρύτερης πολιτικής ολοκλήρωσης της Ευρώπης. Γι’ αυτό το λόγο τονίζεται επανειλημμένα η ανάγκη τοποθέτησης του θέματος της δημοκρατίας στο επίκεντρο του προβληματισμού για τη σημερινή κρίση και η αναγνώριση του γεγονότος ότι μία από τις σημαντικότερες αιτίες της κρίσης οφείλεται στην έλλειψη δημοκρατικής νομιμοποίησης των υπαρχόντων θεσμών. Υπάρχει πλήρης συνειδητοποίηση της σημασίας ανανέωσης του κοινωνικού ρόλου της Ευρώπης, ο οποίος θα πρέπει ν’ αντικαταστήσει εκείνον μιας Ευρώπης των αγορών και των συμφώνων σταθερότητας.
Η αντίθεση μεταξύ αυτών των δύο αντιλήψεων περί Ευρώπης είναι μία αντίθεση κοινωνικών δυνάμεων με διαφορετικές ερμηνείες του μέλλοντος (…) Φαίνεται λοιπόν να είναι επείγουσα μία πολιτικο-πολιτιστική παρέμβαση μέσης χρονικής διάρκειας και ευρέος φάσματος για να δημιουργηθεί μία προοπτική, η οποία θα βρει μέσα στην αύξηση των ενεργών πολιτών και στην αυτοοργανωμένη κοινωνική ανάπτυξη την ενεργητικότητα εκείνη που θα της επιτρέψει να σταθεί απέναντι στις διεργασίες που από καιρό στοχεύουν στο άδειασμα του κοινωνικού Κράτους, που είναι ένα πραγματικό εργαλείο για τους ευρωπαίους πολίτες.



Μοιράσου το:
Facebook! TwitThis buzz! MySpace! Google! Live!

Προσθήκη νέου σχολίου