Πορτογαλία: Απόψε θα δούμε τι σκέφτονται πραγματικά οι ψηφοφόροι γι’ αυτά τα 4 χρόνια

Του Γκοφρέντο Αντινόλφι

Την Κυριακή 6 Οκτωβρίου οι πορτογάλοι πολίτες προσέρχονται στις κάλπες για να ανανεώσουν την Assembleia da Republica. Φθάνει έτσι στο τέλος του ένας κύκλος τεσσάρων ετών, κατά τον οποίο για πρώτη φορά στην ιστορία οι δυνάμεις της κοινοβουλευτικής αριστεράς κυβέρνησαν μαζί τη χώρα. Αν κρίνουμε από τις δημοσκοπήσεις, η κοινή γνώμη φαίνεται να επιβραβεύει το Σοσιαλιστικό Κόμμα (Ps), δίνοντάς του το 35% και το ερώτημα, εκτός και εάν υπάρξουν εκπλήξεις της τελευταίας στιγμής, είναι μόνο αν οι κάλπες θα χαρίσουν στον πρωθυπουργό Αντόνιο Κόστα την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών ή όχι. Πηγαίνει αρκετά καλά σε γενικές γραμμές και η ριζοσπαστική αριστερά. Το Μπλόκο είναι πιθανό να συγκεντρώσει το 10%, παρόμοιο με τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών του 2015 και ο Ενιαίος Δημοκρατικός Συνασπισμός (CDU – συμμαχία μεταξύ των πρασίνων και των κομμουνιστών των Κομμουνιστικού Κόμματος Πορτογαλίας) το 8%.
Όταν στις αρχές του 2016 το Μπλόκο της Αριστεράς, το Σοσιαλιστικό Κόμμα και ο Δημοκρατικός Συνασπισμός αποφάσισαν να σχηματίσουν μια συμμαχία, εμποδίζοντας τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Ανίμπαλ Καβάκο Σίλβα που θα προτιμούσε έναν μεγάλο συνασπισμό μεταξύ των σοσιαλιστών και της κεντροδεξιάς, λίγοι θα στοιχημάτιζαν πάνω σε ένα αίσιο τέλος. Δύο ήταν βασικά οι κίνδυνοι εκείνης της συμμαχίας: μια ρήξη ανάμεσα στα τρία κόμματα ή και μια απώλεια της συναίνεσης του εκλογικού σώματος, κυρίως του ακροαριστερού, που θεωρείται ανέκαθεν ιδιαίτερα δύσπιστο απέναντι σε κυβερνητικές λύσεις.
Απρόσμενα ο Κόστα ολοκλήρωσε τη θητεία του, παρότι υπήρξαν κατά τη διάρκεια αυτών των ετών πολλά επεισόδια που δημιούργησαν τριβές, καθώς και κοινοβουλευτικές ανατροπές και, σε κάποια νομοσχέδια, υπήρξαν μεταβλητές πλειοψηφίες. Πάντως, η κυβέρνηση έφθασε στην τελική ευθεία χωρίς ανεπανόρθωτα ατυχήματα. Η κοινή γνώμη, φαίνεται να έχει επίσης εκτιμήσει τις προσπάθειες εξεύρεσης λύσεων από κοινού και τα αποτελέσματα που ακολούθησαν σταδιακά, δείχνοντας εμπιστοσύνη έναντι των εκπροσώπων της. Ώστε λοιπόν, σε μια περίοδο κατά την οποία η κοινοβουλευτική δημοκρατία δεν φαίνεται να έχει μεγάλη επιτυχία, να μπορούμε να πούμε ότι στην Πορτογαλία λειτούργησε.

Το κίνημα

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι τα πράγματα δεν συμβαίνουν τυχαία, αλλά είναι γνωστό ότι πολλές φορές και τα πιο τετριμμένα πράγματα αξίζει τον κόπο να τα επαναλάβει κανείς. Η αριστερή συμμαχία ήταν καρπός μιας μακρόχρονης δουλειάς που προηγήθηκε κατά πολύ της γέννησης της κυβέρνησης Κόστα. Παραδόξως η νέα πορεία γεννιέται τον Μάρτη του 2011 από το κίνημα της Geracao a Rasca (της επισφαλούς γενιάς) το οποίο, στις πρώτες διαδηλώσεις είχε ακριβώς τον σοσιαλιστή πρωθυπουργό Ζοζέ Σόκρατες ως κύριο αντίπαλό του. Η Geracao a Rasca γίνεται Que se Lixe a Troika (Qslt – Να πάει στο διάβολο η Τρόικα) και το κίνημα διευρύνεται ακόμη περισσότερο σε μια από τις μεγαλύτερες διαδικασίες κινητοποίησης της λουζιτανικής ιστορίας, που είχε σαν κύριο αποτέλεσμα τη μετατόπιση του πολιτικού κέντρου βάρους της χώρας, πάνω απ’ όλα στις γραμμές του Σοσιαλιστικού κόμματος, ξεκάθαρα προς τα αριστερά.

Τα κόμματα

Αντίθετα με ό, τι συνέβη στην Ισπανία, όπου από το κίνημα 15 M γεννιέται το Podemos, στην Πορτογαλία τα κόμματα της αριστεράς κατορθώνουν να αρχίσουν ένα διάλογο με το Qlst, με δυσκολίες και ατέλειωτες πολεμικές, με σαφή άρνηση αναγνώρισης της νομιμοποίησης του Μπλόκο, του Σοσιαλιστικού κόμματος και του ΚΚΠ. Όμως το κίνημα, τουλάχιστον αυτό που αποδέχτηκε τον διάλογο, κατορθώνει να επηρεάσει τις πολιτικές των κομμάτων και τα κόμματα της αριστεράς από την πλευρά τους επιτυγχάνουν να μην απολέσουν νομιμοποίηση.

Ένα κοινοβουλευτικό ημι-προεδρικό σύστημα

Το πολιτικό καθεστώς δεν είναι δευτερεύων παράγοντας. Στην Πορτογαλία ο αρχηγός του κράτους εκλέγεται με καθολική και άμεση ψηφοφορία και επομένως έχει μεγάλη σημασία. Παρά ταύτα πρόκειται για ένα ημι-προεδρικό σύστημα που λειτουργεί με πολύ διαφορετικό τρόπο από το γαλλικό. Η Assembleia da Republica απέδειξε ότι μπορεί να επιβληθεί, υπήρξε ένα μακρόχρονο μπρα τε φερ, αλλά στο τέλος ο Καβάκο Σίλβα αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Έχει σημασία και ο εκλογικός νόμος με απλή αναλογική (με τη μέθοδο d’Hont) που επέτρεψε μια δίκαιη εκπροσώπηση. Αυτό που μέτρησε πάνω απ’ όλα, όμως, είναι η ελαστικότητα ενός συστήματος που βασίζεται στη συνεννόηση και στην εξεύρεση κοινών τόπων. Το γεγονός, παρότι δεν αναγνωρίζεται από όλους, ότι οι ψηφοφόροι ψηφίζουν ένα κόμμα και όχι τον πρωθυπουργό και ότι το κόμμα είναι αυτό που αποφασίζει αν θα συμμαχήσει και με ποιόν ήταν αναμφισβήτητα ένας κομβικός παράγοντας. Ένα σύστημα που επέτρεψε σε όλους τους παράγοντες επί του πεδίου, ακόμη και στις γραμμές της κεντροδεξιάς, να κινηθούν με μεγάλη ελαστικότητα.

Η κυβέρνηση

Κατά κάποιον τρόπο η δράση της κυβέρνησης είχε μια σχετική παραδοξότητα, γιατί κατόρθωσε να εισάγει μια πραγματική και όχι απλά ρητορική ιδέα αριστερής λιτότητας. Αυτό σημαίνει ότι τα όρια του ελλείμματος τηρήθηκαν πάντα, είμαστε πλέον σχεδόν στο μηδέν (0,5 το 2018). Υπήρξε μια σταθερή μείωση της σχέσης χρέους/ΑΕΠ, που περνάει από το 131%  του 2014 στο 122% του 2018. Ουσιαστικά, τηρήθηκαν οι κανόνες για τον προϋπολογισμό που υπαγορεύτηκαν από τις συμφωνίες για το ενιαίο νόμισμα και οι οίκοι αξιολόγησης επιβράβευσαν τη Λισαβόνα. Παρά ταύτα, οι ανισότητες που μετρήθηκαν από τον δείκτη Gini μειώθηκαν από το 34,5% του 2014 στο 32,1% του 2018.  Πώς; Εισάγοντας αλλαγές στις κλίμακες άμεσων φόρων (σ’ αυτό το σημείο υπάρχει σύγκλιση μεταξύ Μπλόκο, Σοσιαλιστών και Κομμουνιστών στο γεγονός ότι χρειάζεται στο μέλλον να γίνουν περισσότερα για να μειωθούν οι ανισότητες). Υπήρξε επίσης μια αύξηση του κατώτατου μισθού από τα 500 στα 600 ευρώ. Εδώ το Μπλόκο προτείνει μια περαιτέρω αύξηση στην επόμενη νομοθετική περίοδο στα 650 ευρώ για το 2020 και το ΚΚΠ στα 850. Όλα αυτά τα μέτρα οδήγησαν στην αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος των οικογενειών στην περίοδο 2014-2018 κατά 4 χιλιάδες ευρώ κατά μέσο όρο. Άλλο σημαντικό κεφάλαιο είναι η έμμεση στήριξη του εισοδήματος, με τη μείωση του ΦΠΑ και εν συνεχεία μέσω μιας προσεκτικής πολιτικής δημόσιας δαπάνης. Εδώ ήταν δύο τα σημαντικότερα μέτρα: οι επενδύσεις στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, που πέρασαν από τα 9 στα 9,7 εκατομμύρια ευρώ και η κάρτα για τα δημόσια μέσα μεταφοράς στα 40 ευρώ που επέτρεψε μια εξοικονόμηση εκατοντάδων ευρώ, κυρίως γι’ αυτούς που ζουν στην περιφέρεια.
Τα μέτρα που υιοθέτησε η κυβέρνηση σε αυτά χρόνια στην πραγματικότητα δεν είναι ιδιαίτερα επαναστατικά. Είναι όμως επαναστατικά, αν τα συγκρίνουμε με αυτά που θα μπορούσαν να προωθήσουν οι κεντροδεξιοί σχηματισμοί, οι οποίοι επιθυμούν να συνεχίσουν τα προγράμματα λιτότητας και περικοπών της δημόσιας δαπάνης. Ίσως, όμως, το επαναστατικότερο να ήταν η αίσθηση ότι σε εκείνη την κυβέρνηση και στα κόμματα που τη στήριζαν υπήρχε κάποιος που επιτέλους ήταν ικανός να ακούσει τη φωνή, χωρίς να δίνει πάντα σαφείς απαντήσεις, της κοινωνίας των πολιτών, των συνδικάτων και γενικότερα της κοινής γνώμης.

Εν κατακλείδι

Μόνο τα αποτελέσματα των εκλογών θα μας πουν τι σκέφτονται πραγματικά οι ψηφοφόροι γι’ αυτά τα 4 χρόνια. Αυτό που εμείς εδώ μπορούμε να προβλέψουμε, είναι ότι η ανάλυση δεν είναι δυνατό να περιοριστεί σε ένα μοναδικό παράγοντα, αλλά πρέπει να λάβει υπόψη της ένα ολόκληρο σύστημα και την ικανότητα αυτού του συστήματος να λειτουργεί με ολοκληρωμένο τρόπο. Πρώτα απ’ όλα υπήρξε ένα ισχυρό αίτημα εκ μέρους των πολιτών για περισσότερα δικαιώματα και ένα επιβλητικό κίνημα που αναπτύχθηκε μετά το 2011, το οποίο κατά κάποιον τρόπο προετοίμασε το έδαφος για μια νέα εναλλακτική ηγεμονία απέναντι στη στενά νεοφιλελεύθερη. Παρόλα αυτά είναι αναμφισβήτητο ότι χωρίς έναν ισχυρό και λειτουργικό θεσμικό και κομματικό μηχανισμό, ικανό να δρομολογήσει τα αιτήματα και να τα μετατρέψει σε ενεργές πολιτικές, τα πάντα θα είχαν καταλήξει, όπως έχει συμβεί πολλές φορές, σε ένα μηδενικό. Χρειάζεται επίσης να υπογραμμιστεί ότι η κυβέρνηση Κόστα απέδειξε ότι η διπολικότητα ευρώ/όχι ευρώ ή έλλειμμα/μη έλλειμμα δεν είναι δυνατό να θεωρείται ως η μοναδική πιθανή εναλλακτική. Εντός των ευρωπαϊκών κανόνων υπάρχουν περιθώρια χειρισμών που επέτρεψαν σε ένα εθνικό κράτος την ελευθερία να προωθήσει πολιτικές επεκτατικής λιτότητας, μειώνοντας ταυτόχρονα το δημόσιο χρέος, αυξάνοντας το εισόδημα των οικογενειών και αναχρηματοδοτώντας το κοινωνικό κράτος.

Μετάφραση Τόνια Τσίτσοβιτς

* Ο Γκ. Αντινόλφι είναι πολιτικός επιστήμονας, ερευνητής στο πανεπιστήμιο της Λισαβόνας