Προγραμματική αντιπολίτευση και διεκδίκηση της ηγεμονίας

 

Διαφαίνεται ένας κίνδυνος: πριν ο ΣΥΡΙΖΑ, ενόψει του συνεδρίου του, προχωρήσει στην εκτίμηση του κυβερνητικού έργου του, με τη μορφή του αναστοχασμού μιας μοναδικής εμπειρίας και όχι της λαθολογίας, είναι πιθανό τους επόμενους μήνες να χρειαστεί να επανεκτιμήσει την αντιπολιτευτική τακτική του. Κι αυτό γιατί συχνά στην πολιτεία του ως αξιωματική αντιπολίτευση εντοπίζεται ως τώρα ένα διπλό έλλειμμα: αναπτύσσοντας τις αντιπολιτευτικές αιχμές του κατά της κυβερνητικής πολιτικής δεν καταφέρνει πάντα αφενός να το κάνει με αναφορές-συγκρίσεις με το δικό του έργο ως κυβέρνηση, αφετέρου προβάλλοντας το δικό του συνολικό ή επί μέρους προγραμματικό σχέδιο με φόντο, ή ορίζοντα αν θέλετε, την αναγκαία αλλαγή του κοινωνικο-οικονομικού υποδείγματος.
Αυτό τον κάνει να μοιάζει σαν να μην ενδιαφέρεται τόσο για την ανάκτηση της ηγεμονίας, όσο για τη διεκδίκηση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Το κακό, όμως, είναι ότι για συγκρούσεις αυτού του τύπου, που δεν είναι ούτε θεωρούνται από τον αντίπαλο συγκρούσεις για την απλή εναλλαγή στην εξουσία, είναι απαραίτητη η κατίσχυση και στο πεδίο της ηγεμονίας, προκειμένου να έρθει η κοινοβουλευτική πλειοψηφία –και να έχει την αναγκαία σταθερότητα. Δείτε τι ζητούν με κάθε ευκαιρία από τον ΣΥΡΙΖΑ, προκειμένου να τον υποδεχτούν και να τον αποδεχτούν ως παίκτη στο δικό μας παιχνίδι: «Ακόμα δεν έχουν απαντήσει [οι του ΣΥΡΙΖΑ] στο βασικό ερώτημα που τίθεται: θέλουν να αποτελέσουν μέρος της νέας κανονικότητας ή όχι;» («Τα Νέα», σελ. 56, 25-9-2019). Μια «νέα κανονικότητα» που θα κλείνει την «παρένθεση» του 2015-2019.

Σκίτσο του Χ. Πικριδά

Καλώς τα τα παιδιά…

Ας πούμε μερικά παραδείγματα. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη –και προσωπικά ο ίδιος ο πρωθυπουργός– δίνει στην αξιωματική αντιπολίτευση δύο, όχι απρόσμενα αλλά αναμενόμενα, δώρα: την επισημότερη παραδοχή της συμφωνίας των Πρεσπών με τη συνάντηση Μητσοτάκη – Ζάεφ και την επισημότερη παραδοχή ότι η θανατηφόρα τραγωδία στο Μάτι ήταν «μια φωτιά διαφορετική, οδηγημένη από ισχυρότατους ανέμους, που εξαπλώθηκε γρήγορα» και «κατέστη αδύνατο να περιοριστεί», «πριν δοθεί οποιαδήποτε εντολή εκκένωσης» (σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του πρωθυπουργού).
Αυτές τις δύο παραδοχές μπορείς να τις αντιμετωπίσεις ως αξιωματική αντιπολίτευση με δύο τουλάχιστον τρόπους: με μια καταγγελία της «κωλοτούμπας» ή με μια δήλωση ικανοποίησης για την προσχώρηση της κυβέρνησης Μητσοτάκη στην πολιτική εκτίμηση της προηγούμενης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ-Οικολόγων. Και άσε την κυβέρνηση να προσπαθεί να εξηγήσει ότι δεν είναι έτσι.
Αν δεν γίνεται φανερή με την πρώτη ματιά η ουσιώδης διαφορά, ,ας προσθέσουμε διευκρινιστικά ότι στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μια τρέχουσα αντιπολιτευτική κατάδειξη μιας ασυνέπειας που είναι απλώς κατάδηλη, ενώ στη δεύτερη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μια ηγεμονική επιβεβαίωση στην πράξη της ορθής πολιτικής εκτίμησης ενός κόμματος της αριστεράς, που είναι σίγουρο για την ορθότητα των θέσεών του και βρίσκει την ευκαιρία να το δείξει. Το γεγονός ότι η ΝΔ προεκλογικά εκμεταλλεύτηκε και καλλιέργησε ένα διαφορετικό κλίμα με μια διαφορετική στάση, προκύπτει ως αυτονόητο· και η μετακίνησή της στις θέσεις της σημερινής αξιωματικής αντιπολίτευσης γίνεται έτσι αυταπόδεικτη.

Πόλεμος φθοράς…

Ένα δεύτερο παράδειγμα των τελευταίων ημερών είναι η εμφάνιση του κ. Μητσοτάκη με πράσινο ένδυμα, γεγονός που δεν πρέπει θεωρήσουμε ευκαιριακό. Όταν βλέπουμε τη Γερμανία της Μέρκελ να πρωτοπορεί στην εφαρμογή ενός προγράμματος απεξάρτησης της ενεργειακής πολιτικής της από τον άνθρακα και την ΕΕ να θέτει, τουλάχιστον στα λόγια, στόχο παρόμοιο έως το 2050, δεν επιτρέπεται να φανταστούμε ότι η ΝΔ δεν θα υιοθετήσει μια παρόμοια ρητορική.
Εδώ μπορούμε να διακρίνουμε μια αμηχανία του ΣΥΡΙΖΑ, που, αν δεν αντικατασταθεί άμεσα από μια θετική επιθετική πρόταση, υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί ένα πλεονέκτημα που ανήκει στη σύγχρονη ανανεωτική και ριζοσπαστική αριστερά και στη βασική ανάλυσή της για τις αντιφάσεις του σύγχρονου καπιταλισμού, αλλά και για τη σοσιαλιστική προοπτική
Η αμηχανία είναι εξηγήσιμη, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση δεν μπόρεσε να διαφοροποιηθεί με τόλμη από το κυρίαρχο μοντέλο, που υποβαθμίζει τα περιβαλλοντικά ζητήματα και ταυτίζει την ανάπτυξη με την ποσοτική μεγέθυνση μετρήσιμων σε χρήμα μεγεθών. Αν θέλει σήμερα να ασκήσει μια τρέχουσα αντιπολιτευτική κριτική στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, έχει τη δυνατότητα να αντιπαραθέσει στα ωραία λόγια του πρωθυπουργού τα συνήθη έργα που υλοποιούν μια αντίληψη για την οικονομική ανάκαμψη στηριγμένη στο τσιμέντο, την άλωση των αιγιαλών από την καταστροφική μανία του ληστρικού τουριστικού προτύπου, την πρόταξη του κέρδους έναντι της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, στην υπόδειξη, τελικά, της προστασίας του περιβάλλοντος ως εμποδίου για την ευημερία του λαού.
Μια τέτοια αντιπολίτευση προσφέρεται για άμεση χρήση. Όμως αναπόφευκτα θα πάρει τη μορφή μιας μάχης οπισθοφυλακών, πολύ περισσότερο που η κυβέρνηση έχει σχεδόν το σύνολο των μίντια με το μέρος της, καθώς πίσω από αυτά διακρίνονται δια γυμνού οφθαλμού τα πολιτικο – οικονομικά συμφέροντα που δεν διακρίνονται για τις οικολογικές ευαισθησίες τους.

…ή στρατηγική αντιπαράθεση;

Η ανάκτηση της ηγεμονίας σ΄ αυτό το πεδίο δεν μπορεί να γίνει μ΄ έναν πόλεμο φθοράς της κυβέρνησης , αλλά με την επεξεργασία, πρόταση και κινηματική υποστήριξη ενός ρεαλιστικού και ριζοσπαστικού ταυτόχρονα σχεδίου οικολογικής αναδιάρθρωσης και ανασυγκρότησης της παραγωγής. Το οποίο, για να είναι πειστικό και ελκυστικό για την πλειονότητα της κοινωνίας, χρειάζεται να περιέχει ικανά στοιχεία αυτοκριτικής, η οποία, όμως, θα μεταφράζεται σ΄ ένα σχέδιο οικονομικό-κοινωνικό ρητά ενταγμένο σε μια ανατρεπτική και σωτήρια, όσο και ρεαλιστική, προοπτική εναρμόνισης των όρων αναπαραγωγής του σύγχρονου ανθρώπου με τους όρους αναπαραγωγής του φυσικού περιβάλλοντος.
Θα μου πείτε, εδώ ο κόσμος καίγεται, ρίχνονται στο τραπέζι νέα ονόματα για τον ΣΥΡΙΖΑ, μετριέται με το υποδεκάμετρο η διεύρυνσή του, υπολογίζονται τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του e-κόμματος, ανακύπτουν ζητήματα χάσματος γενεών, κόμματα ονομάζονται συμμαχίες, γιατί είναι πιο εύκολο αυτό από το στοχασμό μιας πολιτικής συμμαχιών, έρχεται και επανέρχεται από προεδρικότερους του προέδρου το ζήτημα της εκλογής του από τη βάση… Καλά είναι όλα αυτά για να γεμίζουν τις σελίδες τους οι εφημερίδες και τις ώρες τους τα κανάλια και τα ραδιόφωνα, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αλλού κρίνονται τα κρίσιμα.

Χ. Γεωργούλας