ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟ: Θα έπρεπε πια να μιλάμε για σπίτια

prosfyges

Τη στιγμή που στην Ευρώπη η διαχείριση του προσφυγικού στρέφεται επικίνδυνα όλο και πιο ακροδεξιά, η Ελλάδα φαίνεται να συνεχίζει να αντιμετωπίζει και εσωτερικές προκλήσεις, καθώς σε πολλά κέντρα υποδοχής και ταυτοποίησης (ΚΥΤ), αλλά και καταυλισμούς στην ενδοχώρα, συναντάται υπερπληθυσμός και δύσκολες συνθήκες διαβίωσης.
Στη Χίο, τη Σάμο, την Κω και τη Λέσβο όλο το καλοκαίρι οι διαμένοντες στα ΚΥΤ είναι υπεράριθμοι της χωρητικότητας. Ειδικά στη Μόρια της Λέσβου, παρά την επέκταση του κέντρου που αύξηση τη δυνατότητα στέγασης στους 3.100 ανθρώπων, οι διαμένοντες ξεπερνούν τους 8.000. «Οι αφίξεις είναι κατά μέσο όρο 80-100 την ημέρα. Επειδή για μεγάλο διάστημα δεν έχει γίνει μετακίνηση αιτούντων άσυλο στην ενδοχώρα, στη Μόρια παρατηρούνται και πάλι πολύ δύσκολες συνθήκες. Παρά τις σημαντικές προσπάθειες που όντως γίνονται, όταν μιλάμε για τόσο μεγάλο υπεράριθμο πληθυσμό, είναι προφανές ότι θα υπάρχει συνωστισμός, ελλιπής καθαριότητα, διαμονή σε σκηνές και γενικά πολύ δύσκολη καθημερινότητα», περιγράφει στην «Εποχή» ο Παναγιώτης Λαμπρόπουλος, από τη δημοτική παράταξη του νησιού, «Ο άλλος δρόμος».
Η μόνη λύση, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι η υλοποίηση της πρωθυπουργικής δέσμευσης, όπως είχε αναγγελθεί στο περιφερειακό αναπτυξιακό συνέδριο της περιοχής, πως μέχρι το τέλος του Νοεμβρίου ο πληθυσμός στη Μόρια θα έχει επανέλθει στη χωρητικότητα του κέντρου. «Έχοντας δύο σαφή δεδομένα, ότι οι πρόσφυγες δύσκολα τελικά θα πάνε στις ευρωπαϊκές χώρες που θέλουν, και ότι προφανώς η επαναπροώθηση είναι ανεπίτρεπτη, μία λύση υπάρχει: θα πρέπει να δημιουργούνται συνέχεια νέοι χώροι φιλοξενίας στην ενδοχώρα, ώστε οι άνθρωποι να μην μένουν επ’ αόριστο στα νησιά, χωρίς καμία προοπτική», τονίζει.

Πρόσφυγες δύο ταχυτήτων

Παράλληλα, υπερπληθυσμός και δύσκολες συνθήκες διαβίωσης παρατηρούνται και στην ενδοχώρα. Στον καταυλισμό της Μαλακάσας οι πρόσφυγες προχώρησαν την προηγούμενη εβδομάδα σε διαμαρτυρία, διαδηλώνοντας στην εθνική οδό, καθώς πολλοί ζουν αρκετό διάστημα σε σκηνές και όχι σε κοντέινερ. «Ενώ ο καταυλισμός είχε περίπου 600 άτομα στεγαζόμενα σε κοντέινερ, οι αρχές αποφάσισαν σχεδόν το διπλασιασμό του καταυλισμού, φέρνοντας άτομα που τους έβαλαν να μείνουν σε σκηνές και μάλιστα σε ακάλυπτο χώρο, με αποτέλεσμα κάθε φορά που βρέχει να πλημμυρίζουν», εξηγεί τους λόγους διαμαρτυρίας ο Νίκος Ξαρχάκος από την ομάδα αλληλεγγύης προσφύγων Μαλακάσας. Πέραν αυτού, όπως συμπληρώνει ο ίδιος, οι πρόσφυγες του καταυλισμού αντιμετωπίζουν προβλήματα και στο ζήτημα της υγιεινής, αφού παρά την αύξηση των ντουζιέρων με ζεστό νερό (αρχικά ήταν μόνο μία για 700 γυναίκες), και πάλι δεν επαρκούν. Όπως δεν επαρκούν και οι γιατροί, ειδικά στον τομέα της γυναικολογίας, ενώ στο διαμένοντα πληθυσμό υπάρχουν έγκυες και λεχώνες γυναίκες. «Το κρίσιμο είναι ότι με αυτή τη διαχείριση δημιουργούνται δύο κατηγορίες προσφύγων μέσα στον καταυλισμό. Αυτοί που μένουν σε κοντέινερ με θέρμανση, στρώματα, κουζίνα να μαγειρεύουν, και οι υπόλοιποι που είναι σε σκηνές χωρίς τίποτα, με φαγητό από το κέτερινγκ, που είναι κακής ποιότητας, κτλ. Αυτός ο διαχωρισμός προφανώς δημιουργεί εντάσεις μεταξύ των προσφύγων», σημειώνει ο Νίκος Ξαρχάκος.
Η ίδια κατάσταση περίπου συναντάται και στον καταυλισμό στα Διαβατά. «Από τον Απρίλη αυξήθηκαν οι αφίξεις στον Έβρο, με αποτέλεσμα να μεταφέρουν τους ανθρώπους στα Διαβατά. Ενώ μέχρι τότε ο πληθυσμός του καταυλισμού ήταν περίπου στους 700 και η κατάσταση ήταν καλή, με στέγαση μόνο σε κοντέινερ, σχολείο, χώρο εκδηλώσεων, λατρείας, γυμναστήριο κτλ, χωρίς προδιαγραφές ο πληθυσμός έγινε ξαφνικά 2.000, με πολλούς να διαμένουν σε σκηνές, που μούσκευαν συνεχώς με τις μπόρες του καλοκαιριού. Το τελευταίο διάστημα οι σκηνές έχουν μειωθεί, αλλά υπάρχουν ακόμα και είναι ζήτημα που χρειάζεται άμεση επίλυση, καθώς έρχονται οι βροχές τους φθινοπώρου», επισημαίνει η Μαρία Τοπαλίδου, αναπληρώτρια συντονίστρια προσφυγικού ΣΥΡΙΖΑ, ενώ τονίζει τον κίνδυνο η κατάσταση να επιβαρυνθεί εκ νέου, καθώς οι αφίξεις στον Έβρο είναι καθημερινά περίπου στους 170.
Ταυτόχρονα, στην περιοχή υπάρχουν πρόσφυγες σε ακόμα χειρότερη κατάσταση, σύμφωνα με την ίδια, καθώς είναι εκτός διαμερισμάτων και καταυλισμών, χωρίς σίτιση, παροχή ιατρικής περίθαλψης κτλ, με μόνο κάποιες οργανώσεις να τους βοηθούν. Οι άνθρωποι αυτοί βρίσκονται άστεγοι είτε γιατί οι ίδιοι θέλουν να φύγουν και να πάνε στις οικογένειές τους που βρίσκονται σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα και νιώθουν ότι δεν έχουν άλλη επιλογή από το να προσπαθήσουν μόνοι τους, είτε γιατί δεν υπήρχε θέση για αυτούς στους καταυλισμούς.

Καταυλισμοί ή σπίτια;

«Έχουμε δυσκολίες, καθώς οι ροές από την Τουρκία δεν σταμάτησαν, δεν υπάρχει στρόφιγγα με την οποία φεύγει κόσμος από την Ελλάδα και πάει σε άλλες χώρες. Κάθε τι προστίθεται. Άρα εμείς θα κάνουμε ακόμη μεγαλύτερες προσπάθειες, να βρούμε κι άλλους χώρους φιλοξενίας, να κάνουμε πιο γρήγορες τις διαδικασίες του ασύλου, να κρατάμε τις αξίες μας σε όλο τον ελλαδικό χώρο. Κάνουμε μεγάλη προσπάθεια ώστε να βρεθούν στην ηπειρωτική χώρα και άλλοι χώροι φιλοξενίας ή να μεγαλώσουν σε δυναμικό αυτοί που υπάρχουν», δήλωσε ο υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής Δημήτρης Βίτσας στο ραδιοφωνικό σταθμό Στο Κόκκινο. Παρόλ’ αυτά τίθεται το ζήτημα ως πότε θα μιλάμε για καταυλισμούς προσφύγων και όχι για αξιοπρεπή στέγασή τους σε σπίτια, προκειμένου να σταματήσει ο φαύλος κύκλος της συμφόρησης-αποσυμφόρησης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται (κακή υγιεινή, σίτιση κτλ), που υποδαυλίζει τις προοπτικές ένταξής τους στην υπόλοιπη κοινωνία.
«Είναι πάγιο αίτημα ότι οι πρόσφυγες πρέπει να μείνουν σε σπίτια. Χωρίς αυτό το δεδομένο, δεν πρόκειται να γίνει ένταξη. Δυστυχώς, όμως, δεν βλέπω να γίνεται τέτοια προσπάθεια, με αποτέλεσμα οι καταυλισμοί να έχουν μετατραπεί σε γκέτο, οξύνοντας τη ξενοφοβία των κατοίκων των γύρω περιοχών», σημειώνει σχετικά ο Νίκος Ξαρχάκος. Ενώ η Μαρία Τοπαλίδου τονίζει την ανάγκη να ενισχυθούν τα προγράμματα διαμερισμάτων, προκειμένου να αλλάξει αυτή η κατάσταση. «Πρέπει να προχωρήσει πραγματικά το πρόγραμμα των διαμερισμάτων της Ύπατης Αρμοστείας με τους δήμους, να βρούμε κι άλλα διαμερίσματα ή, επειδή δεν υπάρχει μεγάλη προσφορά από τους ιδιοκτήτες, να βρούμε χώρους δημοτικούς αναξιοποίητους που υπάρχουν και να στεγαστούν πλέον οι άνθρωποι κανονικά με αξιοπρέπεια».

 

 

Ανάγκη αλλαγής της διαδικασίας ασύλου μέσω skype

Σε καταγγελία της διαδικασίας κατάθεσης αιτημάτων ασύλου μέσω skype προχώρησε η Ένωση Ασκούμενων και Νέων Δικηγόρων Θεσ/νικης, καθώς εξαιτίας αυτού του τρόπου οι ενδιαφερόμενοι προσπαθούν επί μήνες να έρθουν σε επαφή με την Υπηρεσία Ασύλου και δεν τα καταφέρνουν. «Πολλοί δικηγόροι μέλη μας, εκπροσωπώντας πρόσφυγες στη διαδικασία ασύλου με τη διαδικασία skype κατά κανόνα αυτό που αντιμετώπισαν είναι να μην βγαίνει γραμμή και να μην μπορούν να επικοινωνήσουν. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει άλλος τρόπος κατάθεσης αιτήματος, γιατί η κύρια διαδικασία που είναι η αυτοπρόσωπη εμφάνιση στην υπηρεσία έχει παγώσει. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, ειδικά για κάποιες εθνικότητες, όπως από Πακιστάν, Μπαγκλαντές, Αλβανία, για πάνω από 5 μήνες να μην πιάνουν γραμμή, παρά τις καθημερινές τους κλήσεις», περιγράφει στην «Εποχή» το μέλος του ΔΣ της οργάνωσης, Μιχάλης Μήττας.
Πέραν της μεγάλης ταλαιπωρίας που προκαλεί αυτή η διαδικασία, όπως εξηγεί ο ίδιος, θέτει και σε κίνδυνο τους πρόσφυγες, καθώς «οι άνθρωποι αυτοί δεν μπορούν να αποδείξουν ότι επιχειρούν να επικοινωνήσουν με την Υπηρεσία Ασύλου και να υποβάλλουν αίτημα, που σημαίνει ότι ανά πάσα στιγμή κινδυνεύουν να συλληφθούν και να κρατηθούν μέχρι και 18 μήνες ή ακόμα και να απελαθούν, γεγονός που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το ενωσιακό και διεθνές δίκαιο, όπως και με το εθνικό».
Παρότι οι ενδιαφερόμενοι για κατάθεση αιτήματος ασύλου έχουν μειωθεί σε σχέση με το προηγούμενο χρόνο και το δυναμικό της υπηρεσίας έχει αυξηθεί, σύμφωνα με το δικηγόρο η καθυστέρηση έχει αυξηθεί. «Εμείς ως Ένωση έχουμε καταθέσει δύο προτάσεις, προκειμένου να σταματήσει αυτό το φαινόμενο. Είτε να γίνεται μια προκαταγραφή του αιτήματος και να δίνεται βεβαίωση στους αιτούντες, ώστε να μην κινδυνεύουν από διοικητικά μέτρα, όπως είχε γίνει το 2016. Είτε να οριστούν συγκεκριμένα αυτοπρόσωπα ραντεβού —για τα οποία και πάλι θα δίνεται βεβαίωση— και ας μην είναι τόσο άμεσα, αλλά τουλάχιστον να μην ταλαιπωρούνται οι άνθρωποι καθημερινά». Προς το παρόν, σύμφωνα με τον ίδιο, η Υπηρεσία Ασύλου δεν έχει απαντήσει σχετικά με τις προτάσεις βελτίωσης.
Τζέλα Αλιπράντη