Προβάδισμα που ανατρέπεται με χάραξη πολιτικής

Γιατί ο Κ. Μητσοτάκης επέλεξε τόσο οξείς χαρακτηρισμούς στη Βουλή αφού, με βάση τη δημοσκόπηση, αγγίζει την αυτοδυναμία;

%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%ac%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%82

Του Ορέστη Αθανασίου

Την 5η Ιουλίου θα την θυμούνται πολλοί ως την ημέρα που πραγματοποιήθηκε το δημοψήφισμα το 2015. Αμφιβάλλουμε αν θα υπάρχει έστω και ένας που θα την θυμάται ως την ημέρα που ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποκάλεσε πολλές φορές ψεύτη τον Αλέξη Τσίπρα και ο δεύτερος απάντησε με εξίσου σκληρές εκφράσεις. Κανείς επίσης δεν θα θυμάται την 5η Ιουλίου 2018 ως την ημέρα κατά την οποία δημοσιεύθηκε ακόμη μια δημοσκόπηση της MRB στην οποία η ΝΔ εμφανίζεται να έχει προβάδισμα 9,8 μονάδων έναντι του ΣΥΡΙΖΑ στην πρόθεση ψήφου.
Με βάση όμως αυτό το δημοσκοπικό αποτέλεσμα γεννάται ένα ερώτημα: Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε τέτοιους οξείς χαρακτηρισμούς στη Βουλή τη στιγμή που, με βάση τα πορίσματα της δημοσκόπησης, αγγίζει την αυτοδυναμία; Θα περίμενε κανείς να υιοθετήσει το προφίλ της ήρεμης δύναμης, του πολιτικού που επικρίνει τις αστοχίες του αντιπάλου του και προβάλει το δικό του όραμα.

Υπάρχουν μόνο τρεις λογικές απαντήσεις σ’ αυτό το ερώτημα και καμία δεν αποκλείει τις άλλες:
– Παρά τις δημοσκοπήσεις, στο επιτελείο της ΝΔ δεν είναι καθόλου σίγουροι πως η προσεχής εκλογική μάχη έχει κριθεί υπέρ τους και έτσι προσπαθούν να κερδίσουν πόντους μέσα από την ηθική απαξίωση του ΣΥΡΙΖΑ.
– Εκείνο που ενδιαφέρει τη Νέα Δημοκρατία δεν είναι απλώς να κερδίσει τις εκλογές αλλά να εξοντώσει τον ΣΥΡΙΖΑ, να τον «καθήσει στο σκαμνί» όπως κομπορρημονούσε πρόσφατα από το βήμα της Βουλής ο Α. Σαμαράς.
– Η πλειοδοσία ηθικού τύπου -στα όρια της ύβρης- κατηγοριών επιστρατεύτηκε για να καλύψει την απόλυτη απουσία διαφορετικής πολιτικής πρότασης για το σήμερα και το αύριο. «Ο κύριος Μητσοτάκης μας είπε πόσο καταστροφικά ήταν τα πλεονάσματα που συμφώνησε η κυβέρνηση. Υπάρχει κανείς σε αυτή την αίθουσα που διαχειρίστηκε κρίση που να πέτυχε κάτι καλύτερο;» αναρωτήθηκε στην πρωτολογία του ο Αλ. Τσίπρας. Ενώ ο Ευκλείδης Τσακαλώτος προκάλεσε με τη σειρά του την αντιπολίτευση: «Μιλάτε για τέταρτο μνημόνιο. Όλες οι δεσμεύσεις που υπογράψαμε υπήρχαν στο προηγούμενο μνημόνιο. Με ποιες από αυτές διαφωνείτε;»

Υποδοχέας συναισθημάτων

Φυσικά, πουθενά δεν διαφωνεί η Νέα Δημοκρατία με τις σκληρές νεοφιλεύθερες επιλογές που επιβλήθηκαν στη χώρα μέσω των μνημονίων. Η μόνη επί της ουσίας πολιτική πρόταση της ΝΔ παραμένει αυτή που διατυπώθηκε και στο δημοψήφισμα: Μένουμε Ευρώπη. Στην υπαρκτή Ευρώπη, του Γιούρογκρουπ, της αυστηρής δημοσιονομικής εποπτείας με ταξικό πρόσημο, της Ευρώπης των αγορών που καταπατά αξίες και κλείνει τα σύνορά της στους κατατρεγμένους. Αυτήν την πρόταση ήθελε να κρύψει πίσω από τις κραυγές ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη Βουλή. Αυτήν θα προσπαθήσει να κρύψει και στην πορεία προς τις εκλογές δαιμονοποιώντας τον ΣΥΡΙΖΑ.
Η απάντηση του ΣΥΡΙΖΑ όμως θα πρέπει να πάει πολύ παραπέρα από τα όσα ακούσαμε στη Βουλή. Γιατί αν δεν βοηθάει μια φορά τον Κ. Μητσοτάκη μια τέτοια ρητορική (όσο και αν επικαλείται τον Όρμπαν ο αρχηγός της ΝΔ, εκπρόσωπος της πολιτικής Όρμπαν στην Ελλάδα είναι η Χρυσή Αυγή), δεν βοηθάει δέκα τον ΣΥΡΙΖΑ. Κανένα κόμμα πουθενά στον κόσμο δεν κέρδισε μια δεύτερη θητεία μόνο και μόνο επειδή διαμηνούσε σε κάθε ευκαιρία πως οι άλλοι είναι χειρότεροι.
Η ΝΔ δεν κερδίζει δημοσκοπικά επειδή έχει προτάσεις που πείθουν, αλλά επειδή λειτουργεί ως υποδοχέας των συναισθημάτων που διακατέχουν τους πολίτες. Σύμφωνα με την MRB, στο θυμικό των πολιτών της χώρας δεσπόζουν τα αρνητικά συναισθήματα: οργή, ντροπή, φόβος. Οι ερωτηθέντες δεν πιστεύουν πως θα βελτιωθεί ούτε η προσωπική τους οικονομική κατάσταση, ούτε γενικά της οικονομίας. Ανεξάρτητα από το βαθμό αξιοπιστίας και εγκυρότητας που έχουν οι δημοσκοπήσεις ουδείς αμφισβητεί πως αυτά είναι τα συναισθήματα που κυριαρχούν στην κοινή γνώμη. Η οργή που διακατείχε το 2015 τους πολίτες και αποτυπώθηκε στο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, τώρα διοχετεύεται σε άλλους υποδοχείς ανάμικτη με φόβο και ντροπή.

Ψήγματα μιας άλλης πολιτικής

Η κυβέρνηση δεν χάνει από τους αντιπάλους της, αλλά από τη δική της πολιτική. Όχι τόσο από αυτά που κατάφερε να αποτρέψει αλλά από όσα απέτυχε να πράξει. Ο Αλ. Τσίπρας, ο Γ. Δραγασάκης και ο Ευκλείδης Τσακαλώτος διαβεβαίωσαν, με το δικό του τρόπο ο καθένας, πως το «τέλος των μνημονίων μετουσιώνεται σε συγκεκριμένες πολιτικές παρεμβάσεις» (Αλ. Τσίπρας), «δημιουργούμε τις προϋποθέσεις για ένα καλύτερο μέλλον που θα αφορά τους πάντες» ( Γ. Δραγασάκης), «έχουμε τον καθαρό διάδρομο για τους επενδυτές και δέσμευση για επανεξέταση του χρέους μετά από 15 χρόνια» (Ευκλ. Τσακαλώτος).
Ο υπουργός Οικονομικών είχε αναγνωρίσει, σε συνέντευξή του στο Reuters, μια μέρα πριν τη συζήτηση στη Βουλή, πως «το πρωτογενές πλεόνασμα είναι πολύ υψηλό» και ότι «οι ευρωπαϊκές οικονομίες γενικά, έχουν ένα πλαίσιο που δίνει μεγάλη έμφαση στη δημοσιονομική πειθαρχία». Στην ίδια συνέντευξη εκτίμησε ότι το ύψος των πλεονασμάτων θα μπορούσε να επανεξεταστεί σε «πιο μακροπρόθεσμο χρόνο». Πρόκειται για ψήγματα μιας άλλης πολιτικής που -εν δυνάμει- μπορούν συμβάλουν στην ανατροπή των αρνητικών συναισθημάτων των πολιτών. Αρκεί να μεταφραστούν σύντομα και αποτελεσματικά σε συγκεκριμένα μέτρα.

Στα μέσα Οκτωβρίου, το πρώτο κρας τεστ

Το πρώτο κρας τεστ εκτιμάται πως θα είναι στα μέσα Οκτωβρίου. Τότε θα εξεταστεί αν θα έχει διαμορφωθεί το αναγκαίο δημοσιονομικό υπόβαθρο (δηλαδή πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 3,5%) έτσι ώστε να μην ενεργοποιηθεί ή ρήτρα της συμφωνίας για περικοπή συντάξεων. Αν τελικά Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ESM, με τη σύμφωνη γνώμη του Βερολίνου, δώσουν το πράσινο φως να μην ενεργοποιηθεί η ρήτρα που επέβαλλε το ΔΝΤ, τότε η κυβέρνηση θα έχει μπροστά της σχεδόν οκτώ μήνες έως τις ευρωεκλογές του 2019 για να κερδίσει το χαμένο έδαφος. Σ’ αυτό το οκτάμηνο θα έχει φανεί προς τα πού γέρνει η πλάστιγγα και στο θέμα του Μακεδονικού. Το δημοψήφισμα για την έγκριση της συμφωνίας στη γειτονική χώρα, όπως είπε ο Ζόραν Ζάεφ, θα γίνει το αργότερο στις αρχές Οκτωβρίου και οι αλλαγές στο Σύνταγμα αναμένεται να ψηφιστούν να ψηφιστούν έως τις 15 Ιανουαρίου. Συνεπώς η συμφωνία θα έλθει προς έγκριση στην ελληνική Βουλή το νωρίτερο τον Φεβρουάριο ή τον Μάρτιο. Αν η έγκριση της συμφωνίας σημάνει και την αποχώρηση των ΑΝΕΛ από την κυβέρνηση τότε γίνεται αρκετά πιθανή η ταυτόχρονη διεξαγωγή των εθνικών εκλογών με τις ευρωεκλογές τον Μάιο.