Προχωρούν οι συνέργειες πανεπιστημίων και ΤΕΙ

Πώς απαντά το υπουργείο στην κριτική που ασκείται και τις αντιρρήσεις που ανακύπτουν

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Με κανονικό ρυθμό φαίνεται να προχωρά ο δεύτερος γύρος συνενώσεων πανεπιστημίων και ΤΕΙ, παρά τις δυσκολίες που παρουσιάζονται ανά περιπτώσεις. Πιο συγκεκριμένα, την πρώτη του μήνα ο υπουργός Παιδείας, Κώστας Γαβρόγλου συναντήθηκε με την ομάδα εργασίας για τις συνέργειες του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και του ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας, όπου συμφωνήθηκε η έκδοση του τελικού κοινού πορίσματος. Αντίστοιχα, μία μέρα πριν ο υπουργός συναντήθηκε με την ομάδα εργασίας για τις συνέργειες του Πανεπιστημίου Πάτρας με το ΤΕΙ Δυτικής Ελλάδας, ενώ την περασμένη Τρίτη δόθηκε στη δημοσιότητα και το πόρισμα για την πανεπιστημιοποίηση του ΤΕΙ Κρήτης, μετά από άρνηση του Πανεπιστημίου και του Πολυτεχνείου του νησιού να προχωρήσουν σε συνένωση μαζί του. Ταυτόχρονα, συνεχίζονται και οι διεργασίες για την ένταξη του ΤΕΙ Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, του ΤΕΙ Κεντρικής Μακεδονίας και του ΤΕΙ Θεσσαλονίκης στο Διεθνές Πανεπιστήμιο, και έχουν ξεκινήσει συζητήσεις για την ένταξη της ΑΣΠΑΙΤΕ στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής.
Σε πιο προχωρημένο στάδιο φαίνονται να βρίσκονται οι συζητήσεις για τη συνέργεια του Πανεπιστημίου και του ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας, με πηγές του υπουργείου Παιδείας να εκτιμούν ότι το σχετικό νομοσχέδιο μπορεί να τεθεί σε διαβούλευση την ερχόμενη εβδομάδα. Το μοντέλο που θα ακολουθηθεί σε αυτή την περίπτωση θα είναι το ίδιο με αυτό της συνένωσης του ΤΕΙ Ηπείρου με το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, δηλαδή οι καθηγητές του ΤΕΙ θα απορροφηθούν όλοι στα νέα τμήματα που θα προκύψουν. Κυρίως πρόκειται για ομοειδή τμήματα που θα συγχωνευτούν, αλλά με αναβαθμισμένο το γνωστικό τους αντικείμενο, σύμφωνα με τις πηγές του υπουργείου. Ενώ σε κάποιες περιπτώσεις θα είναι τελείως νέα τμήματα σπουδών, που δεν προσφέρονταν πριν ούτε από το πανεπιστήμιο, ούτε από το ΤΕΙ.

Άρνηση του Ανοιχτού Πανεπιστημίου

Στην περίπτωση της Πάτρας ενώ κατά βάση υπάρχει συμφωνία για τις συνέργειες, πρόβλημα παρουσιάστηκε στην πρόταση για ένταξη κάποιων τμημάτων του ΤΕΙ, κυρίως αυτών που δεν γίνονταν δεκτά από την Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου της Πάτρας, στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Οι κοσμήτορες του Ανοιχτού Πανεπιστημίου απέστειλαν έγγραφο στον πρόεδρο του ιδρύματος , όπου ζητούσαν την άμεση απόσυρση της πρότασης, υπογραμμίζοντας ότι η συγχώνευση με ένα συμβατικό ΤΕΙ θα αλλοίωνε τον εξ αποστάσεως χαρακτήρα του πανεπιστημίου, ενώ πρόβλημα θα προέκυπτε και από τη συγχώνευση των διοικητικών υπαλλήλων, αφού θα έθετε «σε κίνδυνο και τη μελλοντική προκήρυξη από το ΑΣΕΠ της ΚΥΑ, μερικώς ή στο σύνολό της». Από την άλλη μεριά, οι πηγές του υπουργείου τονίζουν στην «Εποχή» πως «ο χαρακτήρας του Ανοιχτού Πανεπιστημίου δεν θα αλλοιωθεί, αφού δεν θα σταματήσουν να λειτουργούν τα εξ αποστάσεως προγράμματά του, απλά θα αποκτήσει διττό ρόλο, εντάσσοντας και κανονικά προπτυχιακά προγράμματα, με πλήρη επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων (κάτι που δεν συμβαίνει τώρα), που αν μη τι άλλο θα ήταν αναζωογονητικό για το Ανοιχτό Πανεπιστήμιο και τη βιωσιμότητά του». Την περασμένη Πέμπτη ο υπουργός είχε συνάντηση με τους κοσμήτορες, ενώ σημειώνεται πως η υπόλοιπη διοικούσα επιτροπή του πανεπιστημίου δεν φαίνεται να είναι αρνητική στην πρόταση της ένταξης κανονικών προπτυχιακών τμημάτων.

Πανεπιστημιοποίηση του ΤΕΙ Κρήτης

Μερικές αντιδράσεις έχουν σημειωθεί και για το πόρισμα πανεπιστημιοποίησης του ΤΕΙ Κρήτης, κυρίως εκ των δεξιών και από κάποια μέλη της κοινότητας του Πανεπιστημίου και του Πολυτεχνείου του νησιού. Η κριτική που ασκείται, αφορά την ύπαρξη τριών πανεπιστημίων σε ένα μόνο νησί, όπως και την επικάλυψη επιστημονικών αντικειμένων που ήδη διδάσκονται στο Πολυτεχνείο και το Πανεπιστήμιο από τα νέα τμήματα που θα δημιουργηθούν.
«Η πανεπιστημιοποίηση του ΤΕΙ Κρήτης είναι το εύλογο να συμβεί, καθώς από άποψη δεικτών ήταν πρώτο από όλα τα ΤΕΙ της χώρας και πολλά τμήματα, λόγω του προγράμματος σπουδών τους, είχαν γίνει ντε φάκτο πανεπιστημιακά. Θα ήταν άδικο, λοιπόν, λόγω της άρνησης των δύο ιδρυμάτων, το ΤΕΙ Κρήτης να μην έχει τη μετεξέλιξη που έχουν όλα τα ΤΕΙ της Ελλάδας», απαντούν σχετικά οι πηγές του υπουργείου.

Η διαφορά με τις παλαιότερες συγχωνεύσεις

Κατά κύριο λόγο η εκπαιδευτική κοινότητα φαίνεται να είναι σύμφωνη με τις διεργασίες για τις συνέργειες των πανεπιστημίων και των ΤΕΙ, χωρίς να λείπει όμως και η άσκηση κριτικής, τόσο από τα δεξιά, όσο και από τα αριστερά.
Από την πλευρά μερίδας συνδικαλιστών της αριστεράς γίνεται λόγος για συνέχιση των συγχωνεύσεων που είχαν επιχειρήσει προηγούμενες κυβερνήσεις στο πλαίσιο των οδηγιών του ΟΟΣΑ και των μνημονίων, που στόχο έχουν τη συρρίκνωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η απάντηση του υπουργείου σε αυτή την κριτική είναι ότι οι συνέργειες και η αναγνώριση του πανεπιστημιακού επιπέδου των ΤΕΙ είναι απαραίτητη, καθώς «τα ΤΕΙ είχαν χάσει τον χαρακτήρα της τεχνολογικής ανώτερης εκπαίδευσης που είχαν όταν ξεκίνησαν, διότι με τα χρόνια, εντασσόμενα στην ανώτατη βαθμίδα και καλούμενα να αποδείξουν τις επιδόσεις τους στις αξιολογήσεις, οδηγήθηκαν σε μια ντε φάκτο πανεπιστημιοποίηση των προγραμμάτων σπουδών και των γνωστικών αντικειμένων τους. Το αποτέλεσμα είναι να έχουμε πανεπιστημιακά τμήματα και τμήματα ΤΕΙ, όπως για παράδειγμα της Νοσηλευτικής, που διαφέρουν μόνο στο 8ο εξάμηνο. Το να κρατιέται ο διττός χαρακτήρας και να νομίζεται ότι η τεχνολογική εκπαίδευση υπηρετείται από τα ΤΕΙ, ήταν μία φενάκη». Ενώ η διαφορά του τωρινού σχεδιασμού με τους παλιότερους έγκειται στο ότι «πρώτον, μιλάμε για συναινετικές, δημοκρατικές διαδικασίες, αφού φτιάχνονται επιτροπές που συμμετέχουν τα ιδρύματα, περνάνε τα πορίσματα από συγκλήτους, γίνονται συνεδριάσεις επί μήνες κτλ. Γι’ αυτό και δεν έχουμε απεργίες και διαδηλώσεις από την εκπαιδευτική κοινότητα. Δεύτερον, το “Αθηνά” είχε γίνει πρόχειρα, χωρίς διαβούλευση, με στόχο να μειώσει τμήματα, γεγονός που τώρα δεν συμβαίνει. Αντίθετα, έχουμε την ίδρυση και κάποιων νέων τμημάτων. Τρίτον, τώρα έχουμε αναβάθμιση του εργασιακού καθεστώτος, όπως και των σπουδών, ενώ ο σχεδιασμός των προηγούμενων κυβερνήσεων γινόταν με στόχο τις απολύσεις και τη μείωση των εισακτέων».

Το ζήτημα της αναβάθμισης της τεχνολογικής εκπαίδευσης

Παρόλα αυτά, παραμένει η κριτική πως με αυτό τον τρόπο καταργείται ουσιαστικά η ανώτερη τεχνολογική εκπαίδευση, ενώ αντίθετα θα έπρεπε να απασχολεί την πολιτεία η αναβάθμισή της.
Από την πλευρά του υπουργείου τονίζεται πως για να υπάρξει αναβάθμιση της τεχνολογικής εκπαίδευσης, «δεν μπορεί να γίνει πηγαίνοντας προς τα πίσω, να ξανακάνουμε δηλαδή τα ΤΕΙ όπως ήταν πριν τριάντα χρόνια. Αυτό που κάνουμε, είναι να τα αναγνωρίσουμε και να τα αναβαθμίσουμε ως καθαρά πανεπιστημιακά και η απαραίτητη μεταδευτεροβάθμια τεχνολογική εκπαίδευση θα εξυπηρετείται από τα διετή προγράμματα που θα πηγαίνουν οι απόφοιτοι των ΕΠΑΛ και θα λειτουργούν μέσα στα πανεπιστήμια». Όπως εξηγούν οι πηγές του υπουργείου, «τα πανεπιστήμια εφαρμοσμένων επιστημών, που προτείνονται από κάποιους, όπου υπάρχουν στην Ευρώπη, είναι πολύ κατώτερα των σημερινών ΤΕΙ. Φανταστείτε ότι πολλοί λίγοι καθηγητές τους έχουν διδακτορικό. Είναι ιδρύματα που σε επίπεδο είναι λίγο πιο πάνω από τα δικά μας ΙΕΚ. Αυτή η διαφορά, λοιπόν, θα καλυφθεί από τα διετή προγράμματα, που θα ακολουθήσουν το γαλλικό μοντέλο. Θα είναι δηλαδή διακριτά από τα πανεπιστήμια, αλλά θα λειτουργούν μέσα σ’ αυτά».
Θετική φαίνεται να είναι και η στάση της φοιτητικής κοινότητας στις συνέργειες, κυρίως δια μέσου απουσίας καταλήψεων και κινητοποιήσεων κατά των σχεδιασμών του υπουργείου. Το γεγονός αυτό ερμηνεύεται από τον δεξιό Τύπο ότι πιάνει τόπο «το δωράκι που τους δίνει για ψηφοθηρικούς λόγους» η κυβέρνηση, αφού «μπήκαν με βαθμό κάτω από τη βάση σε ΤΕΙ και θα βγουν απόφοιτοι πανεπιστημίου».

Το ζήτημα επιστημονικότητας και βιωσιμότητας

Από την πλευρά της Νέας Δημοκρατίας η κριτική έγκειται στο ότι οι σχεδιασμοί για τις συνέργειες δεν έγιναν βάσει επιστημονικών κριτηρίων, αλλά και ότι δεν εξασφαλίζεται η βιωσιμότητα των νέων μεγάλων πανεπιστημίων που φτιάχνονται.
Η απάντηση του υπουργείου σε αυτό είναι πως «πρώτον, αφού έχουμε τον ίδιο περίπου αριθμό τμημάτων και προσωπικού, οι ίδιοι πόροι αρκούν. Από εκεί και πέρα, το να γίνει μια μικρή επένδυση και εφικτό είναι οικονομικά και καθόλου αρνητικό. Όσον αφορά τα επιστημονικά κριτήρια, αυτή είναι ακριβώς η δουλειά των πανεπιστημιακών επιτροπών. Οι συνέργειες γίνονται βάσει των επιστημονικών κριτηρίων που θέτουν, λαμβάνοντας βέβαια υπόψιν και αντικειμενικά κριτήρια για το πού μπορούν να γίνουν τα τμήματα».

Το ζήτημα της επιχειρηματικότητας

Τέλος, από τη μεριά του ΚΚΕ γίνεται κριτική ότι τα πανεπιστήμια που θα προκύψουν από τις συνέργειες, θα είναι στο μοντέλο του επιχειρηματικού πανεπιστημίου, με μόνο γνώμονα το συμφέρον της αγοράς αντί των κοινωνικών αναγκών. «Η κριτική περί επιχειρηματικού πανεπιστημίου είναι εκτός πραγματικότητας. Πρώτον λαμβάνονται υπόψιν ακαδημαϊκά κριτήρια και δευτερευόντως οι περιφερειακές συνθήκες, άρα εξυπηρετείται η μόρφωση και οι τοπικές κοινωνίες. Από εκεί και πέρα, αφού ζούμε στον καπιταλισμό, όταν πάρουν πτυχίο οι φοιτητές θα πάνε να δουλέψουν σε καπιταλιστικές εταιρείες. Στόχος όμως του σχεδιασμού μας είναι η εκπαίδευση, γι’ αυτό άλλωστε την ίδια ώρα δεχόμαστε κριτική από τα δεξιά ότι δεν εξασφαλίζεται η επαγγελματική αποκατάσταση των φοιτητών, επειδή δεν εξυπηρετούνται οι ανάγκες της αγοράς με πολλά από τα νέα τμήματα που ιδρύονται», απαντούν οι πηγές του υπουργείου.

Τζέλα Αλιπράντη