Προϋποθέσεις για μια νέα αρχή

saloni-1

 

Του Μιχάλη Υδραίου

 

Στις 16 /06 την ημέρα που στην Βουλή καταψηφίσθηκε η πρόταση μομφής της ΝΔ , η γνωστή συντηρητική εφημερίδα “Φιλελεύθερος” , κυκλοφόρησε με πρωτοσέλιδο “η αρχή του τέλους”, εννοώντας και ελπίζοντας προφανώς ότι οσονούπω η κυβέρνηση πέφτει.

 

Η διαφωνία με τον συγκεκριμένο τίτλο είναι αυτονόητη, όχι μόνο για λόγους πολιτικής αντιπαλότητας με τη συγκεκριμένη εφημερίδα, αλλά κυρίως διότι είμαι απόλυτα πεισμένος ότι στην σημερινή συγκυρία υπάρχουν οι προυποθέσεις ώστε να μιλήσουμε για μία νέα αρχή, για μια νέα περίοδο εκτός των δημοσιονομικών προγραμμάτων.

 

 

Σήμερα, η πολιτική συγκυρία έχει τα στοιχεία μιας νέας -σχετικά περισσότερο αισιόδοξης προοπτικής .

 

Πού εδράζεται αυτή η σχετική αισιοδοξία; Καταρχάς στην έξοδο από το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, έξοδο που σηματοδοτεί την επιστροφή σε μια σχετική κανονικότητα. Δεύτερον, στην ιστορική συμφωνία των Πρεσπών, η οποία απέδειξε περίτρανα ότι η αριστερά οφείλει και μπορεί να συγκρούεται, διαμορφώνοντας μία κάθετη τομή στο πολιτικό σύστημα και αναδεικνύοντας τις αγεφύρωτες διαφορές μεταξύ δεξιάς και αριστεράς.

Εκτιμώ ότι, παρά τις επιφανειακές δυσκολίες, η αριστερά βγαίνει κερδισμένη από τέτοιες συγκρούσεις και οφείλει μάλιστα βάσει σχεδίου να τις πολλαπλασιάσει. Τρίτον, παρόλο που, υπό το βάρος του εκβιασμού και των δεινών πολιτικών συσχετισμών, εφαρμόσαμε σκληρά μέτρα -σε καμία περίπτωση δεν αναλήφθηκε η ιδιοκτησία του προγράμματος, όπως επέμεναν οι δανειστές ή όπως μας συνιστούσε το εγχώριο οικονομικό πολιτικό και επικοινωνιακό σύστημα, αλλά και όπως μας καλούσαν να πράξουμε και κύκλοι εντός του ΣΥΡΙΖΑ.

Σε εκείνη την φάση, καθόλα δύσκολη και εσωκομματικά ένα σημαντικό μέρος του κόμματος

στάθηκε με επιμονή απέναντι σε αυτές τις αντιλήψεις κρατώντας όρθιο το κόμμα, αρνούμενο τη βίαιη

μετάλλαξη. Το γεγονός αυτό αποτελεί μία σημαντική παρακαταθήκη για το μέλλον.

 

Με βάση τις τρεις παραπάνω επισημάνσεις, ισχυρίζομαι, λοιπόν, ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για ένα εκπονηθεί και να εφαρμοσθεί μια δέσμη στοχευμένων – ριζοσπαστικών μέτρων και τομών σε όλους τους τομείς της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ζωής.

Αυτά τα μέτρα θα μπορούσαν εν δυνάμει να διαμορφώσουν ένα ριζοσπαστικό κύμα που θα διαπεράσει το κόμμα,την κυβέρνηση, τα κινήματα, την κοινωνία στο σύνολο της, που θα είναι συνέχεια και ταυτόχρονα τομή για την κυβέρνηση με κορμό τη αριστερά.

 

Οφείλω εξαρχής να επισημάνω ότι, κατά τη γνώμη μου, δεν έχει σημασία κυρίως ο χρόνος που απομένει για αυτήν την κυβέρνηση, μπορεί να είναι 8, 9, 10 μήνες ή ακόμη και λιγότερο. Σημασία έχει η αποφασιστικότητα, ο σχεδιασμός και η δέσμευση όλων μας.

Ας προσπαθήσουμε σε γενικές γραμμές να περιγράψουμε αυτό που ονόμασα ριζοσπαστικό κύμα:

-Είναι πολύ σημαντικό η είσοδος της χώρας σε αναπτυξιακή τροχιά, σχετική κανονικότητα να συνδυασθεί με μέτρα με σαφή ταξικό πρόσημο στην κατεύθυνση της αναδιανομής υπέρ των εργαζομένων, των νέων και των πιο αδύναμων στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας.

 

-Με ένταση και εμβάθυνση της εφαρμογής των μέτρων για την υπεράσπιση της εργασίας, όπου έχουν σημειωθεί εξαιρετικές επιδόσεις.

 

-Με μέτρα αποφασιστικής ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους.

 

Σε αυτήν την κατεύθυνση, η αναστολή των μέτρων για μείωση των συντάξεων και την μείωση του αφορολόγητου, είναι η κορωνίδα της πολιτικής μάχης που πρέπει να δώσει ο ΣΥΡΙΖΑ, να επικαιροποιήσει την προνομιακή σχέση που είχε με τα πληβειακά στρώματα. Πολύ περισσότερο, που τα μέτρα είναι αχρείαστα και νομοθετήθηκαν υπό το βάρος του εκβιασμού του ΔΝΤ. Αυτή η προσπάθεια πρέπει να συνδυασθεί με την επανεξέταση των υψηλών πλεονασμάτων, καθώς ανακυκλώνουν τη λιτότητα και δυσκολεύουν την ανάπτυξη.

 

Παράλληλα, για εμάς έχουν εξαιρετική σημασία τα θέματα που σχετίζονται με βαθιές θεσμικές τομές:

-το μείζον θέμα διαχωρισμού κράτους και εκκλησίας που θα αποτελούσε εμβληματική κίνηση,ανοίγοντας ορίζοντες και ρωγμές σε ένα θεοκρατικό και συνάμα βαθιά συντηρητικό σύστημα.

 

– η εμβάθυνση της δημοκρατίας, της προστασίας των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων

 

– η προστασία των προσφύγων και των οικονομικών μεταναστών

 

– η υπεράσπιση του δημόσιου χώρου και του περιβάλλοντος.

 

 

Όλα τα παραπάνω πρέπει να γίνουν χωρίς πανηγυρισμούς, χωρίς επικοινωνιακέ φανφάρες, χωρίς λαϊκισμούς και παραχολογία, χωρίς την καλλιέργεια υπερβολικών προσδοκιών

και κυρίως με αυτογνωσία, καθώς η έξοδος από το δημοσιονομικό πρόγραμμα, σημαίνει λείανση και όχι οριστική υπέρβαση της λιτότητας.

 

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να κάνω μια αναφορά, μια ειδική αναφορά σε σχέση με τα ζητήματα της διαφθοράς. Είναι δεδομένο ότι είμαστε υποχρεωμένοι να αντιπαλέψουμε το πελατειακό, σπάταλο και διεφθαρμένο κρατικό μηχανισμό, που δημιούργησαν οι δυνάμεις του δικομματισμού. Αλλά με δυο υποσημειώσεις: πρώτον, προσπαθώντας να αποφύγουμε την καλλιέργεια μίας γενικής απαξίας για την πολιτική και τους πολιτικούς. Δεύτερον, γνωρίζοντας πολύ καλά τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην δημοσιογραφική έρευνα και τη νομική διάσταση -που όπως ξέρουμε, στηρίζεται σε άλλες παραμέτρους- όλα τα παραπάνω δεν μπορούν να υλοποιηθούν εάν δεν υπάρξει μία επανσύνδεση του ΣΥΡΙΖΑ με τα κινήματα, αλλά και μία ουσιαστική αναγέννηση του κόμματος και επιστροφή του στο κοινωνικό πεδίο.

 

Είμαστε υποχρεωμένοι να διαπιστώσουμε ότι η σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με τα κινήματα έχει ατονήσει, εξαιτίας της υπερίσχυσης μιας κυβερνητικο-κεντρικής αντίληψης που προτάσσει το επικοινωνιακό και που έχει κυριαρχήσει και σε μεγάλο τμήμα της ηγεσίας, αλλά και της βάσης του κόμματος στοιχείο εξαιρετικά ανησυχητικό.

 

Η ιστορία έχει δείξει ότι τα κινήματα, η δουλειά στο πεδίο ήταν, και είναι, το οξυγόνο για τον ΣΥΡΙΖΑ, ένας από τους καταλυτικούς παράγοντες της υπέρβασης από το 3 στο 36%.

 

Δυστυχώς, η ήττα του Ιουλίου 2015, δημιούργησε συνθήκες υποχώρησης για το κίνημα και την αριστερά στο σύνολο της. Είναι, λοιπόν, επιτακτική ανάγκη στις νέες διαφοροποιημένες συνθήκες να πιάσουμε το νήμα από την αρχή.

Οφείλουμε να δουλέψουμε για ένα νέο συνδικαλιστικό κίνημα, κυρίως στη βάση των εργαζομένων και ιδιαίτερα στους χώρους της ευέλικτης νεανικής εργασίας. Το συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει να παρεμβαίνει αποφασιστικά εκεί που κρίνονται οι σύγχρονες μάχες, υπερβαίνοντας τη συντεχνιακή λογική.

 

Είναι ενδεικτικό ότι ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ, ενώ ήταν ακραία επιθετικοί στη κυβέρνηση, δεν διανοήθηκαν κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων να κάνουν μία παρέμβαση προς τους δανειστές.

 

Οφείλουμε:

-Να συνδεθούμε ακόμα πιο αποφασιστικά με το αντιφασιστικό αντιρατσιστικό κίνημα, να αντιμετωπίσουμε τις δυνάμεις της Χ.Α, της μισαλλοδοξίας και του εθνικισμού, συντονίζοντας τις δράσεις μας με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές δυνάμεις που εναντιώνονται στη λογική της Ευρώπης-φρούριο , γνωρίζοντας ότι από καιρό το μεταναστευτικό αποτελεί πεδίο κεντρικής σύγκρουσης ανάμεσα στις δυνάμεις της συντήρησης, της εθνικιστικής αντίληψης, της ξενοφοβίας από τη μία, και τις δυνάμεις της δημοκρατικής-προοδευτικής-αριστερής διαχείρισης της παγκοσμιοποίησης από την άλλη.

 

-Να διευρύνουμε τις δομές αλληλεγγύης στις γειτονιές, να διερευνήσουμε νέες μορφές αυτοοργάνωσης της νεολαίας, αξιοποιώντας το προνομιακό για την αριστερά πεδίο του πολιτισμού.

 

 

-Να συνδεθούμε με τα κινήματα των δικαιωμάτων υπερασπιζόμενοι τις γυναίκες, την ελευθερία της σεξουαλικής επιλογής, τους φυλακισμένους και όσους βιώνουν κάθε μορφή βίας και εκμετάλλευσης.

 

 

-Να συνδεθούμε με τα κινήματα υπεράσπισης του δημόσιου χώρου και της προστασίας του περιβάλλοντος, τώρα που πυκνώνουν οι απειλητικές διαθέσεις επιχειρηματικών κύκλων (είναι πρόσφατη η ακραία συμπεριφορά του επιχειρηματικού ομίλου που κατασκευάζει το γήπεδο της ΑΕΚ σε βάρος του δήμου Ν. Φιλαδέλφειας – Χαλκηδόνας). Τώρα που ανοίγει η όρεξη σε βάρος της δημόσιας περιουσίας, αναφέρω ως παράδειγμα το νέο επιχειρηματικό σχέδιο για το ΟΑΚΑ. Τώρα που παρατηρούνται ακραία αντι-περιβαντολογικά ολισθήματα, με κορυφαίο της περιόδου το σχέδιο κατασκευής αιολικού πάρκου στα Άγραφα.

 

Ακόμα και εάν εξαντλήσουμε όλα τα περιθώρια επιείκειας που διαθέτουμε, είμαστε υποχρεωμένοι να επισημάνουμε -και δεν είναι η πρώτη φορά, ότι η λειτουργία και η πολιτική παρέμβαση του ΣΥΡΙΖΑ, εδώ και καιρό βρίσκεται σε τροχιά κρίσης. Είναι αδύνατον στα πλαίσια αυτής της σύντομης παρέμβασης να περιγράψουμε τις αιτίες αυτής της κρίσης.

Πρέπει, όμως, να επισημάνουμε την ανάγκη το κόμμα να αποκτήσει την αυτονομία του, να πάψει να λειτουργεί αποκλειστικά και μόνο ως ιμάντας προβολής του κυβερνητικού έργου. Στη δική μας λογική, ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να λειτουργήσει ως «ο οργανικός διανοούμενος», έχοντας τη δική του αυτονομία και το δικό του περιθώριο κινήσεων.

Τα ερωτήματα είναι απολύτως συγκεκριμένα:

-Θα αναλάβει ο ΣΥΡΙΖΑ να οργανώσει τη συζήτηση για τη μετάλλαξη του σύγχρονου καπιταλισμού, όπως αυτή εκφράζεται με σύζευξη του νεοφιλελευθερισμού με την ακροδεξιά; Οι περιπτώσεις της Ιταλίας, Αυστρίας, των ΗΠΑ, αλλά και η πολιτική της ηγεσίας της ΝΔ είναι ενδεικτικές περιπτώσεις.

– Θα αναλάβει ο ΣΥΡΙΖΑ στο σύντομο χρονικό διάστημα μέχρι τις εκλογές για το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, να συμβάλει από τη θέση του κυβερνητικού κόμματος στην οργάνωση της εκπροσώπηση των δυνάμεων της ευρωπαϊκής αριστεράς, προσβλέποντας στην προοπτική διαμόρφωσης ενός ευρύτερου πολιτικού μετώπου της αριστεράς, των δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας που απεγκλωβίζονται από το νεοφιλελευθερισμό, και τη ριζοσπαστική οικολογία; Θα έλεγα ότι αυτή είναι η προτεραιότητα της περιόδου και όχι η επιστροφή σε μία, ασύμβατη με τη σημερινή πραγματικότητα, πρόταση αριστερού φεντεραλισμού.

 

 

-Θα συμβάλει ο ΣΥΡΙΖΑ στη συγκρότηση ενός μετώπου που θα υπερβαίνει τα στενά εθνικά πλαίσια, μετώπου ευρωπαϊκού και, γιατί όχι, παγκόσμιου ενάντια στην ξενοφοβία, το ρατσισμό, τη φασιστική απειλή, μετώπου αλληλεγγύης στον τρίτο κόσμο, μετώπου υπεράσπισης της παγκόσμιας ειρήνης.

Αναφέρω ενδεικτικά αυτά τα τρία παραδείγματα από το καλάθι των σχετικά εύκολων και εκτός δημοσιονομικής πολιτικής ζητημάτων.

-Θα αξιοποιήσει ο ΣΥΡΙΖΑ όλα τα πολιτικά οργανωτικά και επιμορφωτικά εργαλεία, ώστε να κάνει τις ιδέες της αριστεράς ηγεμονικές στην ελληνική κοινωνία, ή θα αρκεσθεί στο ρόλο του κομμάτος – εκλογικού μηχανισμού με αρχηγοκεντρικά στοιχεία, αδύναμου να υποστηρίξει μεγάλες πολιτικές πρωτοβουλίες; Η δυστοκία των οργανώσεων μας στη Βόρεια Ελλάδα να υπερασπισθούν σθεναρά και δημόσια τη συμφωνία των Πρεσπών, σε ένα δύσκολο -πρέπει να ομολογήσουμε- περιβάλλον αποτελεί σοβαρή προειδοποίηση και αποδεικνύει την αναγκαιότητα της πολιτικής ιδεολογικής δουλειάς στο εσωτερικό του.

 

Στη σημερινή συγκυρία αυτό το οποίο χρειαζόμαστε και εντός του ΣΥΡΙΖΑ είναι μία ευρύτερη συμμαχία που θα υπερβαίνει τη σημερινή εσωτερική κομματική ανθρωπογεωγραφία και κατανομή και

θα διεκδικήσει ένα κόμμα μαζικό λειτουργικό, γειωμένο στην κοινωνία, αριστερό, ριζοσπαστικό με πολιτική ιδεολογική και πολιτική επάρκεια των μελών του, ένα κόμμα πρωταγωνιστή στις ευρωπαϊκές και ελληνικές εξελίξεις. Από τη δική μας πλευρά, η διαθεσιμότητά μας σε αυτή τη μεγάλη προσπάθεια είναι δεδομένη.