Ψάχνουν αντίδοτο στο σύνδρομο της Θουριγγίας

Η ανακοίνωση της παραίτησης της Ανεγκρέτ Κραμπ-Κάρενμπάουερ από τη διεκδίκηση του χρίσματος ως υποψήφιας των Χριστιανοδημοκρατών για την καγκελαρία ήταν η πρώτη απόδειξη ότι το πραξικόπημα της Θουριγγίας θα προκαλέσει και αρκετούς μετασεισμούς στην πολιτική ζωή της Γερμανίας. Το ερώτημα είναι τώρα ποιος θα την διαδεχτεί και σε ποια κατεύθυνση θα προσανατολίσει το κόμμα. Οι διάδοχοι είναι λίγο πολύ οι «παλιοί γνώριμοι». Αλλά, το πολύ βαθύτερο ζήτημα έχει να κάνει με το τι θα μπορούσε να συμβεί, αν κάποια στιγμή η ακροδεξιά κατόρθωνε να αποκτήσει ρόλο ρυθμιστή και σε εθνικό επίπεδο.

Του Δημήτρη Σμυρναίου

Η πρόεδρος της Χριστιανοδημοκρατικής Ενωσης (CDU) Ανεγκρέτ Κραμπ-Κάρενμπάουερ ήταν τελικά αυτή που πλήρωσε το φιάσκο της Θουριγγίας. Η αδυναμία της να επιβληθεί στα στελέχη του κόμματος σε τοπικό επίπεδο, την υποχρέωσε τελικά στις αρχές της εβδομάδας να αναγνωρίσει αυτό που εδώ και μήνες ψιθυριζόταν στους κομματικούς διαδρόμους. Η καρέκλα αυτή της έπεσε πολύ μεγάλη και η σκέψη ότι θα μπορούσε να οδηγήσει το κόμμα ως υποψήφια καγκελάριος στις επόμενες εκλογές αποκαλύφθηκε ως υπερβολικά αισιόδοξη. Ανακοίνωσε, λοιπόν, την παραίτησή της, χωρίς πάντως να θέσει ένα σχετικό χρονοδιάγραμμα, κάτι που άνοιξε ένα νέο κύκλο αντιπαραθέσεων, με τους οπαδούς των καθαρών λύσεων να επιμένουν για άμεση ανάδειξη προέδρου και υποψήφιου/ας καγκελαρίου. Η ίδια η ΑΚΚ μιλάει για μια συντεταγμένη διαδικασία, που θα μπορούσε να ολοκληρωθεί το ερχόμενο φθινόπωρο με τις αρχές χειμώνα. Κατά των βεβιασμένων κινήσεων, υπό την πίεση των ΜΜΕ, τάχθηκε και ο πρόεδρος της Βουλής Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο οποίος μάλιστα επέκρινε έμμεσα και τους χειρισμούς της καγκελαρίου για το θέμα. Όπως είπε χαρακτηριστικά ήταν μια καταστροφή, την οποία όμως θα μπορούσε εύκολα να έχει προβλέψει κανείς.

Οι «παλιοί γνώριμοι» στο προσκήνιο

Η ΑΚΚ είχε εκλεγεί, προς απογοήτευση του Σόιμπλε, από το κομματικό συνέδριο, στα τέλη του 2018, στο Αμβούργο, καθ’ υπόδειξη και με τη στήριξη της Ανγκέλα Μέρκελ. Ο Σόιμπλε επέκρινε και την τότε απόφαση της κυρίας Μέρκελ να σπάσει τα αξιώματα της καγκελαρίου και της προέδρου του κόμματος. «Ήταν κάτι που δεν λειτούργησε και τώρα γυρίσαμε στη θέση που βρισκόμασταν το φθινόπωρο του 2018» είπε χαρακτηριστικά. Η τωρινή αποτυχία της ΑΚΚ είναι σαφώς μια τεράστια ήττα για την ίδια την καγκελάριο και πιθανότατα της αφαιρεί κάποιους πόντους στην προσπάθεια να ελέγξει εκ νέου αυτή τη διαδικασία. Η κυρία Μέρκελ ακόμα δεν έχει πάρει σαφή θέση για το πότε και πώς θα πρέπει να χριστεί ο υποψήφιος διάδοχός της.
Προς το παρόν, στο προσκήνιο εμφανίστηκαν και πάλι οι δύο ηττημένοι του συνεδρίου του 2018. Ο 64χρονος Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος εκφράζει περισσότερο την «οικονομική πτέρυγα» του κόμματος και είχε σαφώς την στήριξη του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και ο 40χρονος Γιενς Σπαν, εκπρόσωπος του νέου αίματος και από τους πρώτους επικριτές της Ανγκέλα Μέρκελ στο παρελθόν. Η καγκελάριος τον είχε κάνει υπουργό Υγείας, προφανώς κινούμενη στη λογική «τους εχθρούς μου θέλω να τους έχω κοντά μου». Ακούγονται και άλλα ονόματα, όπως του 58χρονου Άρμιν Λάσετ, πρωθυπουργού στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία και κομματικού «φίλου» της Μέρκελ. Είναι σίγουρο ότι οι παρασκηνιακές διεργασίες όλων των στρατοπέδων έχουν ήδη ξεκινήσει, σε μια περίοδο που η Χριστιανοδημοκρατία καταγράφει τα χειρότερα ποσοστά της στις δημοσκοπήσεις και η πορεία προς τις εθνικές εκλογές του 2021 μόνο σπαρμένη με ροδοπέταλα δεν θα είναι.

Η λογική των ίσων αποστάσεων

Το βασικό ζητούμενο είναι, όμως, ότι η CDU θα πρέπει να αποσαφηνίσει τη θέση της απέναντι στην ακροδεξιά AfD (Εναλλακτική για τη Γερμανία), αλλά και απέναντι στην Αριστερά (die Linke). Η Κραμπ-Κάρενμπάουερ ήταν οπαδός της θεωρίας «των δύο άκρων», αποκλείοντας οποιαδήποτε συνεργασία με τα δύο αυτά κόμματα. Όμως, ο φόβος ότι το «σύνδρομο της Θουριγγίας» δεν θα είναι κάτι προσωρινό, ότι δηλαδή μια κατάσταση, όπου μετεκλογικά δεν θα μπορεί να σχηματιστεί κυβέρνηση χωρίς τη συμμετοχή ή τη στήριξη ενός εκ των δύο αυτών κομμάτων είναι κάτι, που απασχολεί πλέον έντονα τον Τύπο. Εκ των πραγμάτων, κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί σε οποιοδήποτε ανατολικογερμανικό κρατίδιο. Σε ομοσπονδιακό επίπεδο φαντάζει αδύνατο, αλλά κανείς δε μπορεί να προβλέψει τι θα συμβεί τα επόμενα χρόνια. Άλλωστε, η AfD μέσα σε επτά μόλις χρόνια από την ίδρυσή της έχει αναδειχθεί σε σημαντικό παίκτη στην πολιτική σκηνή και κάθε άλλο παρά σημάδια κόπωσης δείχνει, παρά τις κατά καιρούς εσωκομματικές της κρίσεις.
Υπάρχουν φωνές μέσα στην Χριστιανοδημοκρατική Ένωση, που από καιρό έχουν μιλήσει για την ανάγκη να σταματήσει ο αποκλεισμός της AfD. Οι πιο μετριοπαθείς και κεντρώοι, ειδικά οι προερχόμενοι από την πρώην Ανατολική Γερμανία υποστηρίζουν το ίδιο για την Αριστερά. Σε επίπεδο θέσεων και ιδεών βεβαίως είναι προφανές ότι οι ακροδεξιοί «γειτονεύουν» πολύ περισσότερο. Δεν πρέπει να ξεχνά άλλωστε κανείς ότι ο πραγματικός εγκέφαλος της AfD, που κινεί πολλά νήματα από το παρασκήνιο είναι ο Αλεξάντερ Γκάουλαντ, ένας πρώην Xριστιανοδημοκράτης. Κάποιοι αναφέρονται επίσης σε παραδείγματα άλλων χωρών όπως η Ιταλία, η Αυστρία, η Ισπανία, όπου εδώ και καιρό έχουν σπάσει τα ταμπού για μια προσέγγιση της Κεντροδεξιάς με την ακροδεξιά.
Ο Φρίντριχ Μερτς, από τη μεριά του, χρησιμοποιεί και πάλι το σλόγκαν, ότι θέλει να επαναπατρίσει στο κόμμα εκείνους, οι οποίοι έχουν μετακινηθεί προς την AfD, χωρίς να διευκρινίζει πώς θα πετύχει κάτι τέτοιο. Ήταν κάτι που έλεγε και μετά τις εκλογές του 2017 και στην πορεία προς το συνέδριο του ‘18 όπου και ηττήθηκε από την ΑΚΚ, ίσως γιατί ούτε και τότε κατάφερε να πείσει ότι έχει μια αποτελεσματική συνταγή για κάτι τέτοιο.

Ασάφεια για την Θουριγγία

Στο μεταξύ, ασαφές παραμένει το τοπίο σε σχέση με το αν και πότε θα γίνουν νέες εκλογές στη Θουριγγία. Η Αριστερά ζητά να εκλεγεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα ο νέος πρωθυπουργός, κατά προτίμηση και πάλι ο Μπόντο Ράμελο και να προκηρυχθούν στη συνέχεια εκλογές. Οι Χριστιανοδημοκράτες επιμένουν ότι δεν θα τον αποδεχθούν σε καμιά περίπτωση και προσπαθούν να κερδίσουν χρόνο για να ανακάμψουν από το πατατράκ της συνεργασίας τους με την ακροδεξιά και τους φιλελεύθερους, που τους έχει ρίξει δημοσκοπικά στα χαμηλότερα ποσοστά της ιστορίας τους. Στις τελευταίες μετρήσεις της κοινής γνώμης η Αριστερά έχει ανέβει στο 39% και η CDU έχει πέσει στο 13%.
Πάντως και ο Ράμελο έχει διευκρινίσει ότι οι νέες εκλογές δεν μπορούν να γίνουν από τη μια μέρα στην άλλη και φαίνεται να προκρίνει μια ημερομηνία κάπου το φθινόπωρο. Αυτός είναι και ο λόγος, που θέλει να επιδιώξει την επανεκλογή του από αυτή τη Βουλή, έτσι ώστε το κρατίδιο να μη μείνει χωρίς κυβέρνηση. Άλλωστε, υπάρχει ήδη κυβερνητικό πρόγραμμα επεξεργασμένο σε συνεργασία με Σοσιαλδημοκράτες και Πράσινους. Αυτή τη στιγμή παραμένει ως υπηρεσιακός ο Τόμας Κέμμεριχ.
Η εμπλοκή αυτή διασκεδάζει, όπως φαίνεται την ακροδεξιά, που απολαμβάνει το ρόλο της ως ρυθμιστή. Είναι χαρακτηριστικό του πώς αντιλαμβάνονται στην AfD τις δημοκρατικές διαδικασίες, αυτό που πρότεινε ο Αλεξάντερ Γκάουλαντ στους κομματικούς του συνοδοιπόρους. Να ψηφίσουν δηλαδή και αυτοί τον Ράμελο για να τον υποχρεώσουν και αυτόν να παραιτηθεί, αφού δεν θα μπορούσε να σταθεί πολιτικά έχοντας εξασφαλίσει πλειοψηφία με τις ψήφους της ακροδεξιάς…