Πώς οικοδομείται ένα μαζικό κόμμα με δημοκρατική λειτουργία;

Είναι ο ΣΥΡΙΖΑ αρχηγικό κόμμα; Το ερώτημα τίθεται τόσο έξω από τον ΣΥΡΙΖΑ όσο και εσωκομματικά– τίθεται μάλιστα άλλοτε αρνητικά και άλλοτε θετικά – χωρίς να συζητιέται ποτέ στα σοβαρά. Αρχικά, λοιπόν, πρέπει να διαχωριστεί η πολιτεία του προέδρου του κόμματος ως προέδρου από την πολιτεία του ως πρωθυπουργού τα 4,5 χρόνια της θητείας του. Ο διαχωρισμός χρειάζεται επειδή, ενώ ο πρόεδρος του κόμματος πολιτεύεται σύμφωνα με το καταστατικό, ο πρωθυπουργός πολιτεύεται σύμφωνα με το Σύνταγμα. Δηλαδή, ο πρωθυπουργός δεν έχει δικαίωμα, επικαλούμενος το καταστατικό του κόμματός του, να μην αναλάβει τις – θηριώδεις – αρμοδιότητες και εξουσίες που του δίνει το Σύνταγμα. Το Σύνταγμα του επιβάλει να τις αναλάβει και τον καθιστά αποκλειστικά υπεύθυνο για τη διαχείριση αυτών των αρμοδιοτήτων και εξουσιών. Όσον αφορά, τώρα, τη θέση και την πολιτεία του Αλέξη Τσίπρα ως προέδρου του κόμματος, πράγματι, από τότε που εκλέχθηκε έως σήμερα, παρατηρείται αυξανόμενη συγκέντρωση εξουσίας στο «γραφείο προέδρου».
Ένας λόγος είναι το τίμημα όταν ο επικεφαλής ενός κόμματος εξελίσσεται σε λαϊκό ηγέτη: αυτό έχει συμβεί με τον Αλέξη Τσίπρα και δεν άλλαξε μετά το αποτέλεσμα των τελευταίων εθνικών εκλογών. Όσο ευχάριστο κι αν είναι αυτό, η συγκέντρωση εσωκομματικής εξουσίας περιορίζει την εσωκομματική δημοκρατία και θα την περιορίζει ακόμα περισσότερο όσο ο ΣΥΡΙΖΑ πετυχαίνει στην προσπάθεια να αντιστοιχίσει την επιρροή του στον λαό με τον αριθμό των μελών του. Ταυτόχρονα, αυτή η κατάσταση – όσο αντιφατικό κι αν φαίνεται – θα περιορίζει τη δυνατότητα του κόμματος να αναπτύσσεται, επειδή θα περιορίζει τη δυνατότητά του να ασκεί πολιτική ολόκληρο και όχι μόνο διά του προέδρου του – δηλαδή δεν θα είναι ενδιαφέρον αριστερό κόμμα για να γίνει κανείς μέλος του. Επειδή, λοιπόν, δεν μπορώ να φανταστώ ότι κάποιος στον ΣΥΡΙΖΑ θα ήθελε να μειωθεί η δημοφιλία του Αλέξη Τσίπρα – αυτό θα θύμιζε τον αγά που θύμωσε – χρειάζεται να εξεταστούν άλλοι λόγοι που οδηγούν σε υπερβολική συγκέντρωση εξουσίας – μάλλον σε ύπνωση του κομματικού σώματος –, και μέτρα θεραπείας.

Ζητούμενο η συμμετοχή στο κόμμα

Ο πρώτος λόγος είναι η δομή και η λειτουργία του κόμματος, των οργανώσεων και των μελών του, η πολιτική στελεχών και η διάταξή τους. Αν ρωτήσει κανείς την Ρένα Δούρου «Πόσο συνεργάστηκες με το κόμμα στην Αττική ή πόσο σε βοήθησε το κόμμα στην Αττική;», φαντάζομαι ότι η απάντηση θα είναι αμήχανη. Αν ρωτήσει κανείς τον Νάσο Ηλιόπουλο, που για ένα διάστημα είχε την ευθύνη της εργατικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, «Ποιος χάρασσε και εφάρμοζε την πολιτική οικοδόμησης εργατικών οργανώσεων στις Περιφερειακές Ενότητες, στις Περιφέρειες, τους μεγάλους Δήμους με υψηλή συγκέντρωση εργατικού δυναμικού;», μάλλον θα δυσκολευτεί να απαντήσει. Αναφέρομαι σε δύο στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ με σημαντικό έργο και με επιτυχίες που όμως είναι τυχαίες, επειδή έτυχε να βρεθούν δύο άξιοι άνθρωποι που βρήκαν άξιους συνεργάτες κι έκαναν καλή δουλειά. Θέλω να πω ότι σε όλους τους τομείς της δουλειάς του ΣΥΡΙΖΑ – και δεν αναφέρομαι διόλου στο κυβερνητικό έργο – δεν θα βρεις τις χιλιάδες, έστω εκατοντάδες ανθρώπους που να μπορούν να πουν: «Σ’ αυτό συνέβαλα κι εγώ!» ούτε αυτοί οι τομείς μπορούν να προσελκύσουν άλλους ανθρώπους οι οποίοι θα πουν: «Σ’ αυτό θέλω να συμμετέχω!» ούτε οι άνθρωποι που συμμετέχουν μπορούν να πουν στους φίλους τους, στον κύκλο τους: «Αυτά τα ενδιαφέροντα πράγματα κάνουμε, έλα να συμμετάσχεις!»
Εδώ δεν βοηθούν οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες συζήτησης, δεν βοηθούν τα ψηφιακά οργανωμένα δίκτυα. Αυτά είναι κάτι παραπάνω από χρήσιμα, είναι αναγκαία, αλλά μόνο εφόσον υπάρχουν οι δομές στις οποίες μπορούν να προσέλθουν άνθρωποι, όπου θα ακουστεί η γνώμη τους (που θα μπορούν να τη μεταδώσουν ηλεκτρονικά), θα αναλάβουν δουλειές, θα δώσουν απολογισμό της δουλειάς τους (που θα συζητηθεί) κ.ο.κ. Το λεγόμενο «e-κόμμα» είναι πολύ χρήσιμο – σήμερα πια είναι αναγκαίο κι έχει καθυστερήσει – για τον τοπικό, τον περιφερειακό, τον πανελλαδικό διάλογο, την ανταλλαγή εμπειριών, τον συντονισμό, αλλά ποιου πράγματος;

Ανούσια η μαζικότητα, χωρίς δομή

Εάν, λοιπόν, δεν απαντηθούν τέτοια ερωτήματα και δεν ληφθούν μέτρα ανάλογα με τις απαντήσεις, τότε η οργάνωση του κόμματος θα παραμείνει όπως είναι σήμερα ή μάλλον θα χειροτερέψει: θα είναι ένα κόμμα ατέρμονης, έστω ηλεκτρονικής, συζήτησης και, ας μου επιτραπεί, φλυαρίας (αφού δεν θα συζητιούνται συγκεκριμένα ζητήματα που θα αναζητούν λύση και αποφάσεις) χωρίς αποτέλεσμα. Μπορεί σε πρώτη φάση αυτό το κόμμα να είναι μαζικό – χάρη στην ακτινοβολία του προέδρου του. Αυτού του είδους η μαζικότητα όμως είναι ανούσια και, ακριβώς γι’ αυτό, έχει όρια χρονικά και αριθμητικά. Επιπλέον, αυτό το κόμμα δεν θα μπορεί, παρά μόνο τυχαία (αν βρεθούν κατά τύχη δυο-τρεις άξιοι άνθρωποι), να αναδεικνύει στελέχη που θα ακτινοβολούν, δεν θα μπορέσει – κι αυτό είναι ένα από τα καίριας σημασίας προβλήματα του ΣΥΡΙΖΑ – να αποκτήσει συνεκτική ηγετική ομάδα ή μάλλον ηγετικές ομάδες ανά τόπο και ανά τομέα.

Αφυδατωμένη εσωκομματική δημοκρατία

Ο δεύτερος λόγος είναι η έλλειψη ισχυρών ενδιάμεσων οργάνων. Η δομή του ΣΥΡΙΖΑ έχει ουσιαστικά δύο επίπεδα, τις Οργανώσεις Μελών και την Κεντρική Επιτροπή. Σε αυτά τα δύο επίπεδα χαράσσεται και κρίνεται η πολιτική του. Σχεδιάστηκε εξ αρχής έτσι ως δημοκρατικότερη δομή με τη σκέψη ότι ισχυρά ενδιάμεσα όργανα «φιλτράρουν» τη γνώμη των μελών. Στην πραγματικότητα ισχύει το αντίθετο. Οι ασύνδετες Οργανώσεις Μελών και η μεγάλη Κεντρική Επιτροπή με τη χαλαρή λειτουργία της καταργούν τη δημοκρατία και επιβάλλουν, προκειμένου να γίνεται και καμιά δουλειά, να συγκεντρώνεται η αποφασιστική αρμοδιότητα στο γραφείο του προέδρου. Η Κεντρική Επιτροπή δεν παίρνει δεσμευτικές αποφάσεις, η Πολιτική Γραμματεία και τα μέλη της δεν παρουσιάζουν απολογισμό της δράσης τους και δεν λογοδοτούν, και η ίδια η Κεντρική Επιτροπή δεν παρουσιάζει στα (αναίτια πολυπληθή) Συνέδρια αληθινό απολογισμό της δράσης της ώστε να κριθεί – ακόμα και η αποκλειστική εκλογή των συνέδρων από τις Οργανώσεις Μελών αποκλείει την αντιπαράθεση και τη σύνθεση των απόψεων και την επεξεργασία των εμπειριών, όπως θα μπορούσε να γίνει σε ενδιάμεσα σώματα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι, δηλαδή, φτιαγμένος έτσι (και δεν υπαινίσσομαι ότι αυτό έγινε σκόπιμα – αντίθετα έγινε με σκοπό την ανάπτυξη της δημοκρατίας) ώστε εντέλει η εσωκομματική δημοκρατία να αφυδατώνεται και η εξουσία να συγκεντρώνεται σε έναν στενό κύκλο που κι αυτός δεν έχει άλλη νομιμοποίηση από εκείνη που του δίνει ο πρόεδρος του κόμματος.
Θα ήταν σοβαρό λάθος να σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται «μονάχα» για έλλειμμα δημοκρατίας. Η δημοκρατία, γράφει ο ΣΥΡΙΖΑ στην ιδρυτική του διακήρυξη, είναι παραγωγική δύναμη. Αυτή η δομή και αυτός ο τρόπος λειτουργίας περιορίζουν αναγκαστικά την παραγωγή πολιτικής σε κεντρικές πρωτοβουλίες και αποκλείουν το κομματικό σώμα από αυτήν την παραγωγή.
Ο τρίτος λόγος είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατόρθωσε να οργανώσει αποτελεσματικές επιστημονικές υπηρεσίες. Η επιστημονική δουλειά στα κόμματα της Αριστεράς είναι ζωτικής σημασίας, πρώτον, επειδή αυτά τα κόμματα θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο. Χρειάζονται, δηλαδή, να ξέρουν πώς εξελίσσεται ο καπιταλισμός σήμερα, πού πάει, τι αλλαγές συντελούνται στην παραγωγή και στην κοινωνία, ποια είναι τα κρίσιμα σημεία στα οποία μπορεί να μπει ο μοχλός της ανατροπής. Χρειάζεται, δηλαδή, επιστημονική έρευνα που τα συμπεράσματά της θα είναι προσιτά στα μέλη και στα όργανα του κόμματος ώστε η συζήτηση να γίνεται περισσότερο τεκμηριωμένη, τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ να είναι «εξοπλισμένα» γι’ αυτήν.

Επιστημονική έρευνα και «Νίκος Πουλαντζάς»

Ναι, αλλά η επιστημονική έρευνα δεν γίνεται στα κόμματα, γίνεται στα Πανεπιστήμια. Αυτό είναι γενικά σωστό, μόνο που εκεί η έρευνα είναι διάσπαρτη και (ευτυχώς!) δεν έχει ενιαία κατεύθυνση. Ποιος λοιπόν άλλος από το Ινστιτούτο «Νίκος Πουλαντζάς», τον κεντρικό επιστημονικό φορέα του κόμματος, θα επισημάνει, θα συλλέξει, θα φιλτράρει και θα μας μάθει τι λέει η επιστήμη σήμερα; Εκτός αυτού, τα κόμματα της Αριστεράς έχουν ανάγκη να ανακτήσουν την «ιδεολογική ηγεμονία» που είχαν ως έναν βαθμό στις δεκαετίες του 1970 και 1980, αλλά κι αυτή την είχαν θολή. Χρειάζεται δηλαδή διά του παραδείγματος να κατευθύνουν την επιστημονική έρευνα – ξέρω ότι αυτό θέλει μεγάλη συζήτηση, αλλά γι’ αυτό υπάρχει ο «Πουλαντζάς». Δεν αναφέρομαι μονάχα στην έρευνα των κοινωνικών επιστημών. Ο διαχωρισμός εκεί είναι σχετικά εύκολος, παρότι οι μαρξιστές συχνά υπερβάλλουν περιφρονώντας τους αστούς οικονομολόγους, κοινωνιολόγους κ.λπ. Διαχωρισμός υπάρχει και στις επιστήμες της φύσης. Όχι βέβαια μεταξύ αριστερών και δεξιών φυσικών νόμων, χημικών στοιχείων κ.λπ., αλλά για τον τρόπο που διεξάγεται η επιστημονική έρευνα και για τη χρήση των συμπερασματων της. Αυτά, εκτός από την τεκμηρίωση και τη θεμελίωση της πολιτικής της Αριστεράς, είναι ένα πεδίο που προσελκύει τη σπουδάζουσα νεολαία, μεταφέρει τον προβληματισμό και την επιχειρηματολογία της Αριστεράς στο αμφιθέατρο, βοηθάει στην επίτευξη – όσον αφορά τους φοιτητές και τις φοιτήτριες – η εργαζόμενη νεολαία είναι άλλο κεφάλαιο – του σκοπού να αναπτυχθεί η Αριστερά στη νεολαία.
Τέλος, οι επιστημονικές υπηρεσίες του κόμματος εκπαιδεύουν. Αυτές μόνο μπορούν να δώσουν τη δυνατότητα να περνούν κάθε χρόνο δεκάδες ή και εκατοντάδες στελέχη από επιμόρφωση είτε γενική (οικονομία, πολιτική, πολιτισμός, κοινωνία γενικά) είτε ειδική (αυτοδιοίκηση, συνδικαλισμός, οργάνωση του κόμματος), ώστε οι άνθρωποι που αναλαμβάνουν δουλειές να έχουν μια στοιχειώδη έστω σκευή για να τις κάνουν.

Πέρα από την εγγραφή νέων μελών

Νομίζω, λοιπόν, ότι, μιας και έχει αρχίσει η κουβέντα για την ανάπτυξη του ΣΥΡΙΖΑ, τέτοια ζητήματα χρειάζεται να συζητηθούν και να απαντηθούν με όσο δεσμευτικό τρόπο γίνεται. Αυτό βέβαια, δεν μπορεί να ολοκληρωθεί στους επόμενους τρεις ή πέντε μήνες ως το Συνέδριο. Μπορούν όμως αυτά τα ζητήματα να ανοίξουν, ώστε την επόμενη χρονιά η ανάπτυξη του ΣΥΡΙΖΑ να μην περιοριστεί σε εγγραφή νεών μελών αλλά να επεκταθεί σε όλες τις όψεις ενός σύγχρονου, μαζικού και αποτελεσματικού κόμματος, στο οποίο ανούσια ερωτήματα σαν το αρχικό ετούτου του άρθρου δεν θα έχουν θέση.

Θόδωρος Παρασκευόπουλος