Πώς τελειώνει μια ιστορία;

Του Θωμά Τσαλαπάτη

Θυμάμαι μια συνέντευξη του Φεντερίκο Φελίνι, κατά την οποία επέμενε στην επιλογή του να μην γράφει ποτέ τη λέξη “τέλος” στο τέλος των ταινιών του. Ο Φελίνι πίστευε πως οι ταινίες δεν πρέπει να τελειώνουν, οφείλουν να σου δίνουν μια αίσθηση πως η ιστορία συνεχίζεται, πως απλώς οι δρόμοι σας χωρίζουν αλλά τα περιστατικά συνεχίζονται. Με τον τρόπο αυτό και ενώ κουβαλάς την ταινία κατά την έξοδό σου από την αίθουσα, το μυαλό σου συνεχίζει να δημιουργεί, ο εαυτός σου συνεχίζει να συντροφεύεται και η ταινία γίνεται πια κάτι σημαντικότερο. Ένας κόσμος που καλείσαι να επανδρώσεις και να κατοικήσεις.
Ταυτόχρονα, οι τίτλοι τέλους σπάνε την ψευδαίσθηση, σε ξυπνούν απότομα από το όνειρο των ταινιών, σου υπενθυμίζουν πως βρίσκεσαι λίγα λεπτά πριν την επιστροφή σου στον κανονικό κόσμο. Ουσιαστικά σου επιβεβαιώνουν πως ό, τι παρακολούθησες είναι μια κατασκευή. Οι τίτλοι τέλους δεν περιγράφουν απλώς το τέλος της ταινίας σαν ένας φράχτης που προσδιορίζει το τέλος της επικράτειας. Την τελειώνουν μέσα σου. Απονευρώνουν τις κινήσεις της και νεκρώνουν την προοπτική της μέσα σου.

Η ιστορία και το τέλος

Η κουλτούρα μας αποθεώνει το τέλος των ιστοριών. Για την ακρίβεια στρέφει προς τα εκεί όλο το αφηγηματικό της ενδιαφέρον. Μια μέτρια ταινία μπορεί να αποθεωθεί μέσα από ένα καλό τέλος. Στην εποχή των ατελείωτων spoilers, το τέλος έχει γίνει ο απαράβατος νόμος της πλοκής, το σημείο όπου όλα εκβάλουν. Το ανοιχτό τέλος έχει φτάσει να μην θεωρείται καν τέλος. Μάλλον υπεκφυγή μιας ιστορίας που δεν κατάφερε να ειπωθεί. Ένα ανοιχτό τέλος μας επιβάλει να επιλέξουμε, μας ενεργοποιεί ενώ δεν το επιθυμούμε, μας εμπλέκει ενώ εμείς επιθυμούμε να ξεμπερδεύουμε.
Οι ιστορίες είναι οι ληξιπρόθεσμοι φίλοι μας. Συμπυκνώνουν αυτό που δεν έχουν την πολυτέλεια να μας δώσουν σε διάρκεια. Οφείλουν να καλύπτουν το κάθε εκατοστό του σώματός τους κατά τη σύντομη ζωή τους. Το τέλος είναι αυτό που δίνει σχήμα στις ιστορίες. Ορίζει την παύση τους και ταυτόχρονα όλα όσα προηγήθηκαν. Η ιστορία μέσα από το τέλος γίνονται αντικείμενα. Μπορούν να κατηγοριοποιηθούν, να προταθούν, να φυλαχτούν για αργότερα.
Ουσιαστικά μια ιστορία δεν υπάρχει αν δεν υπάρχει το τέλος της. Πόσες φορές για παράδειγμα είπατε ωραία ταινία, αλλά δεν μου άρεσε η αρχή της; Μάλλον ποτέ. Μπαίνουμε σε μια ιστορία ακριβώς γιατί νοιώθουμε πως έχει ροή. Ακριβώς γιατί νοιώθουμε πως υπάρχει μια κίνηση που κάπου θα καταλήξει. Στις ιστορίες δεν μπορεί να υπάρχει αέναη περιπλάνηση. Κάθε ταξίδι πρέπει να καταλήγει. Κάθε ιστορία πρέπει να τελειώνει. Και όπως κάθε ταξίδι είναι ο προορισμός του έτσι και κάθε ιστορία είναι το τέλος της.

Εδώ τίποτα δεν κλείνει

Αφηγηματικά, λοιπόν, το τέλος αποτελεί μια συμπύκνωση. Μια ανατροπή, μια επιβεβαίωση ή μια άρση όλων των στοιχείων που προηγήθηκαν. Των συγκρούσεων, των υπόγειων διαδρομών, της εξέλιξης των χαρακτήρων. Η ζωή από την άλλη δεν έχει την τάση να συμπυκνώνει. Αφήνει τα πράγματα πλαδαρά, να υπάρχουν μέσα στην αβεβαιότητα, πάντοτε έκθετα στο τυχαίο, πάντα διαμπερή από ανατροπές, ματαιώσεις. Στον πραγματικό κόσμο τίποτα δεν τελειώνει. Ακόμα και όταν τελειώσει τίποτα δεν είναι οριστικό. Η επανάληψη εδώ δεν μπορεί να είναι σίκουελ, μια όμοια διαδοχή γεγονότων. Εδώ δεν υπάρχουν τίτλοι τέλους. Εδώ τίποτα δεν κλείνει.
Εκπαιδευμένοι στη ζωή των ιστοριών προσπαθούμε να ορίσουμε τις προσωπικές μας ιστορίες με το ίδιο σχήμα. Να τις δούμε να τελειώνουν ώστε να καταφέρουμε να προχωρήσουμε στην επόμενη υποθετική ταινία. Τα περιστατικά, τις σχέσεις, ακόμα και τις ζωές αυτών που φεύγουν. Μια ψευδαίσθηση αφηγηματικής γεωμετρίας σε ένα κόσμο αυθόρμητης μουτζούρας.
Η ζωή δεν έχει την φωτογένεια των ιστοριών. Και αυτό την καθιστά πάντοτε έκθετη στην ανατροπή και στην αλλαγή. Τίποτα δεν τελειώνει.

http://tsalapatis.blogspot.com/