Ρευστή αγάπη

Της Όλγας Στέφου

Ολοι μιλούν για την αγάπη. Τώρα μιλάμε για την αγάπη στη ναρκισσιστική κοινωνία, αυτήν την αγάπη που λέει ο Μπάουμαν «ρευστή». Αγαπάμε, λέει, τον αντικατοπτρισμό μας στα μάτια του άλλου. Γιατί δεν αγαπάμε με την καρδιά μας, αγαπάμε με την ανασφάλειά μας. Είμαστε νάρκισσοι, όχι επειδή -σαν το μύθο- αποζητούμε διαρκώς τον έρωτα στο είδωλό μας, αλλά επειδή αποζητούμε σε ξένα μάτια να μας δούνε όμορφους, καλούς, δυνατούς, πλήρεις, ενώ δεν είμαστε.

Τι είναι αγάπη;

Άμα τα βάλουμε σε μία σειρά, μόνο συμπεράσματα θα βγάλουμε. «Ζούμε στην εποχή της εικόνας. Καθημερινά κατακλυζόμαστε από καταιγισμό πληροφοριών». Αμ, τι κάνουμε πάλι, δεν κατακλυζόμαστε; Από πληροφορίες, από δρομολόγια λεωφορείων, από δουλειές κι εντάσεις, από τα λεφτά που τελειώνουν. Από νοηματοδότηση των εννοιών που μας περικυκλώνουν. Τι είναι αγάπη και τι δεν είναι, τι είναι έρως, θέρος, τι είναι η ζέστη χαμηλά στη σπονδυλική στήλη, ψέμα ή αλήθεια;
Ο Μπάουμαν λέει πως αλλάξαμε τα είδωλά μας εμείς οι αθεράπευτοι ειδωλολάτρες- και πλέον λατρεύουμε το σακατεμένο εαυτό μας μέσα από μάτια – δεκανίκια.
Αλλά, ποιος καιρός ήταν ποτέ καλός για την αγάπη; Τώρα η κοινωνία είναι αντικατοπτρισμοί κι η αγάπη δυσκόλεψε. Κάποτε είχε πόλεμο, πού να πας να αγαπήσεις, θα σου πεθάνει πριν το πρώτο σινεμά. Πιο παλιά είχε πανούκλα, δεν το ρισκάρεις να αρχίσετε να τρίβεστε, ξέρωγω; Πότε ήταν η αγάπη υπόθεση μιας κοινωνίας που καλοπερνά; Ή, πότε υπήρχαν τέτοιες κοινωνίες;

Γιατί αγαπάς;

Όλοι αναρωτιόμαστε για τους ορισμούς της αγάπης τώρα τελευταία. Μπορεί να φταίει που ο φετινός Απρίλης μας βγήκε δύστροπος, κακότροπος, μία που βρέχει, μία που έχει ήλιο, μία κρύο, μία ζέστη. Συνθήματα ερωτευμένα και καλημέρες στους τοίχους, η πόλη ξέρει κι έχει αφτιά παντού, άσε τα μάτια, ποιον ενδιαφέρουν τα μάτια, έχει αφτιά κι ακούει. Ακούει φιλιά και κλάματα και βογκητά και δράματα κι η πόλη ξέρει, αν ξεχειλίσουν τα φρεάτιά της, θα γεμίσουμε αίμα και δάκρυα κι ιδρώτα μέχρι τον αστράγαλο.
Την άνοιξη πάντοτε συζητάμε περισσότερο για την αγάπη. Η ατμόσφαιρα είναι πιο ζεστή και μυρίζει πιο ωραία, πλησιάζουν και τα πρώτα φεστιβάλ τα μουσικά, έρχεται το καλοκαίρι (θέρος – έρως), τον χειμώνα δε σε νοιάζει και τόσο, εξάλλου τα ρούχα είναι περισσότερα και πιο χοντρά, τι να σ’ αγγίζουν , τι να μη σ’ αγγίζουν. Όμως την άνοιξη, ε; Τραβιέται περισσότερο το αίσθημα.
Κι είναι οι φιλόσοφοι της εποχής που επιμένουν να ψάχνουν τους ορισμούς. Καλά κάνουν, μια δουλειά έχουν κι ετούτοι οι καημένοι. Ψάχνουν τους ορισμούς πίσω από τα αναψοκοκκινισμένα μαγουλάκια. Γιατί αγαπάς; Αγαπάς γιατί φοβάσαι τη φθορά (χαίρω πολύ, θα πείτε, πάντα γι’ αυτό δεν αγαπάμε; Για να πολεμήσουμε τον θάνατο;). Αγαπάς, λένε οι φιλόσοφοι, γιατί θέλεις να σε αγαπήσουν, γιατί εσύ ο ίδιος τον εαυτό σου δεν τον αγαπάς, πρέπει να το κάνει κάποιος άλλος για σένα.
Έτσι λένε οι φιλόσοφοι, έτσι λένε κι οι κυνικοί κι οι ποιητές κυνηγούν τον θάνατο κι οι λογοτέχνες κυνηγούν το όραμα της αρτιότητας της συναισθηματικής κι οι τραγουδιστές τραγουδούν, όπως πάντοτε, για έρωτα και πόνο, ίσες ποσότητες κι ίσως ρεαλιστικές και τη μοναδική φερέγγυα απάντηση την δίνει μοναχά η πόλη. Που ακούει τα βογγητά και τα κλάματα.
Που χαρίζει τους τοίχους της να γραφτούνε σε δυό σειρές ιστορίες γεμάτες κι αφράτες: «καλημέρα» και «σ’ αγαπάω» και «συγγνώμη».

Μόνο η πόλη ξέρει

Η πόλη ξέρει, τώρα που έρχεται η άνοιξη θα γεμίσουν τα πάρκα ανήλικους ή παράνομους ερωτευμένους και τα στενά καυγάδες κι αγκαλιές κι οι δρόμοι της χεράκια πιασμένα.
Μόνο η πόλη ξέρει, γιατί -πάνω από όλα- ξέρει το πιο μεγάλο μυστικό: Δεν ερωτευόμαστε με την καρδιά, με το στομάχι αγαπάμε. Αυτό έχει τις πεταλούδες, αυτό σφίγγεται από τον πόνο. Η καρδιά στέλνει αίμα στα όργανα του έρωτος, το μυαλό το τρώνε οι φιλόσοφοι. Μόνο το στομάχι ξέρει τι θα πει άνοιξη.
Κάτω από το παράθυρό μου είναι ένα ζευγάρι που όλο χωρίζει, όλο κλαίει, όλο κυνηγιέται κι όλο τα ξαναβρίσκει. Κάθε φορά για ώρες τσακώνεται, ατελείωτες ώρες, μέχρι το ξημέρωμα. Ουρλιάζει με κλάματα, φιλιέται, ξαναφωνάζει. Και πάντα στο τέλος κοιμούνται μαζί. Πάντα το αγόρι λέει «Λέγε, ρε, θες να πάμε σπίτι;» και πάντα το κορίτσι απαντάει «Ναι», μονίμως δυνατά και έντονα και μακάβρια και πολύ δραματικά, λες και κρίνεται το τέλος του κόσμου από την απάντηση του κοριτσιού κι από την ερώτηση του αγοριού.
Μόνο η πόλη και το στομάχι ξέρουν κι από έρωτες κι από ορεκτικά. Κι η αγάπη ρέει, κάθε χρόνο τέτοια εποχή, ρέει μεγαλοπρεπώς από τα μπατζάκια.