Σε αναλογία με το Ολοκαύτωμα;

Οι συγκρίσεις μεταξύ της συνοριακής πολιτικής του Τραμπ και της γενοκτονίας από τους ναζί συχνά συσκοτίζουν περισσότερα από όσα φωτίζουν σχετικά με τη λευκή υπεροχή, παρελθούσα και παρούσα

61825682-silhouette-of-barb-wire-fence-isolated-on-white-background

Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, η χρήση της αναλογίας με το Ολοκαύτωμα είναι ένα δημοφιλές ρητορικό τέχνασμα. Φαίνεται ότι αποτελεί την πλέον γλαφυρή απεικόνιση της κοινωνικής, πολιτικής και φυλετικής ψυχολογίας ενός λαού πρόθυμου να οδηγηθεί στο δρόμο του αυταρχισμού της λευκής υπεροχής. Η εξαγωγή ιστορικών συμπερασμάτων για το παρόν είναι μια άσκηση που αξίζει τον κόπο, αξίζει όμως επίσης να λάβουμε υπόψη ότι η επιρροή αυτών των συμπερασμάτων μπορεί να αμβλυνθεί από την υπερεκμετάλλευση. Το ίδιο το Σόαχ (Ολοκαύτωμα) τελείωσε, αλλά το τραύμα που άνοιξε και ο αντισημιτισμός που πυροδότησε υφίστανται ακόμα. Στα χέρια αυτών που αρνούνται να διακρίνουν τον υφιστάμενο αντισημιτισμό, η χρήση της αναλογίας συχνά αναπαραγάγει την ίδια τη δομή που επιχειρούμε να αποτρέψουμε. Την ίδια στιγμή που γίνεται επίκλησή της, η κληρονομιά του Ολοκαυτώματος παρανοείται. Ακόμα κι όταν οι ΗΠΑ παρομοιάζονται με το Τρίτο Ράιχ γύρω στο 1933, καταφεύγουμε σε μυθολογίες του φασισμού ως προϊόν ατόμων, χαρισματικών ηγετών (όπου ο Αδόλφος Χίτλερ και ο Ντόναλντ Τραμπ γίνονται αντιληπτοί ως μαριονέτες της λευκής εργατικής τάξης με δυναμική προσωπικότητα), αντί να κατανοήσουμε πώς οι υφιστάμενες πολιτικές δομές σε κάθε χώρα –με λανθάνοντα στοιχεία που κατάγονται από τους αποκλεισμούς των λευκών εθνικισμών– είναι ευεπίφορες στην υφέρπουσα φασιστική διάβρωση.

 

Tης Ζωής Σαμούντζι*

Η αναλογία με το Ολοκαύτωμα είναι ελκυστική λόγω του διεθνούς τρόμου που επικαλείται, όχι μόνο εξαιτίας της τρομακτικής κλίμακας και φύσης της βιαιότητας της γενοκτονίας, αλλά και εξαιτίας της εσφαλμένης αντίληψης που έχουμε για τον αντισημιτισμό. Για πολλούς η δύναμη της αναλογίας προκύπτει από την αναδρομική κατανόηση των γερμανο-εβραϊκών κοινοτήτων του 20ού αιώνα ως «λευκών» και «ευρωπαϊκών», ενώ τότε δεν ήταν ούτε το ένα ούτε το άλλο. Το Ολοκαύτωμα είναι μια ηθική πληγή στην αμερικανική κοινωνικο-ιστορική ψυχή, όπως θα έπρεπε. Αλλά η πληγή παραμένει επιπόλαια, ενώ ο σύγχρονος αμερικανικός αντισημιτισμός (συμπεριλαμβανομένου αυτού που παράγει η παρούσα προεδρία) μένει αθεράπευτος και συνεχίζει να τροφοδοτεί τη συλλογική ηθική με φυλετικές οπτικές. Οι φυλετικές οπτικές βρίσκουν εφαρμογή στην κοινωνική βία που εκτυλίσσεται εναντίον υποκειμένων που υφίστανται εκτός του φάσματος των λευκών. Έτσι η εγκυρότητα αυτού του είδους ρητορικής του Ολοκαυτώματος έγκειται στη δυσπιστία ότι τέτοια βία θα μπορούσε να εκτυλιχθεί εναντίον σωμάτων που επί του παρόντος αντιλαμβανόμαστε ως λευκά.
Η επίκληση της αναλογίας γίνεται ευκολότερη ακόμα και αναγκαία, όταν η ίδια η κυβέρνηση την παραθέτει σε αφθονία. Η –με τη φροϊδική έννοια– παραδρομή του εκπροσώπου Τύπου του Λευκού Οίκου, Σον Σπάισερ, ότι ο Χίτλερ δεν χρησιμοποίησε τοξικά αέρια στους «δικούς του», δεν ήταν απλώς μια γκάφα. Αποκάλυψε τον κοινό τόπο της λευκής βιολογικής ιθαγένειας. Οι δεκάδες χιλιάδες Εβραίοι που δολοφονήθηκαν στο Ολοκαύτωμα ήταν γερμανοί πολίτες. Αλλά για τη ναζιστική φυλετική πολιτική, δεν ήταν και δεν θα μπορούσαν ποτέ να γίνουν Γερμανοί. Το αμερικανικό καθεστώς μετανάστευσης της δεκαετίας του 1930, ενισχυμένο από την ευρέως διαδεδομένη ευγονική πολιτική, στήριξε τους ναζιστικούς ισχυρισμούς για απαραίτητη βιολογικά ιθαγένεια, όπως ακριβώς τους στήριξε και η αμερικανική απόρριψη χιλιάδων εβραίων προσφύγων που διέφυγαν από την Ευρώπη.

Οι απαρχές των χιτλερικών δομών

Η αναγνώριση του ανθρώπινου πόνου δεν μπορεί να είναι ποτέ ένας ανταγωνισμός μηδενικού αθροίσματος. Η πεποίθηση ότι ο ναζισμός είναι το αποκορύφωμα της εξοντωτικής βίας, κάνει τη βία κατά των μη λευκών σωμάτων δύσκολα αναγνωρίσιμη. Και αυτό γίνεται ένα είδος ελαφρού ιστορικού ρεβιζιονισμού, όταν εξετάζουμε όχι μόνο το μη λευκό καθεστώς των γερμανών Εβραίων, αλλά και τα θύματα του Ολοκαυτώματος που παραβλέπονται από τη συλλογική μνήμη: συγκεκριμένα οι Ρομά που χαρακτηρίστηκαν ως «ακοινώνητοι» άνθρωποι με «εξωγήινο αίμα» και που χρίστηκαν ομοίως εχθροί του γερμανικού κράτους.
Πέρα από τη στρέβλωση της ίδιας της γενοκτονίας που προκάλεσαν οι ναζί, αυτές οι αναλογίες τυπικά στρέφουν την προσοχή μακριά από τις δομές εγκλεισμού, φυλάκισης και εξόντωσης, στις οποίες ο Χίτλερ βάσισε το σύστημα των στρατοπέδων συγκέντρωσης: Η δομή της ναζιστικής γενοκτονίας βασίστηκε στην επέκταση της αμερικανικής δυτικόστροφης οικονομίας και στις εφεδρείες των ιθαγενών της Αμερικής, στοιχεία απαραίτητα για την απαλλοτρίωση των ντόπιων γαιών. Η κράτηση Αιθιόπων, κατά το δεύτερο ιταλο-αιθιοπικό πόλεμο (1935-1939), η βρετανική αυτοκρατορική εκστρατεία και το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Λόρδου Κίτσενερ για την κράτηση των Μπόερς κατά τη διάρκεια του δεύτερου πολέμου των Μπόερ (1899-1902), υπήρξε απαρχή της πρώτης δημοφιλούς χρήσης του όρου «στρατόπεδο συγκέντρωσης». Αλλά και για να έρθουμε πιο κοντά στα «πάτρια», εξίσου και ο γενοκτονικός πόλεμος της Γερμανίας ενάντια στους αυτόχθονες λαούς της νοτιοδυτικής Αφρικής / Ναμίμπιας κατά τη διάρκεια των πολέμων ενάντια στους Χερέρο (1904-1908).

Οι αγώνες υπό καθεστώς λευκής υπεροχής

Οι φωτογραφίες που κυκλοφορούν τώρα από τις εγκαταστάσεις κράτησης παιδιών της αμερικανικής κυβέρνησης (μια φράση που εξακολουθεί να είναι απίστευτο να χρησιμοποιείς), είναι το τελευταίο αντικείμενο της αναλογίας που συζητάμε, η οποία συγκρίνει αυτές τις εγκαταστάσεις με στρατόπεδα συγκέντρωσης και εβραϊκή γκετοποίηση. Αυτές οι συγκρίσεις συνοδεύουν το συχνά κοινόχρηστο σχήμα των «δέκα σταδίων της γενοκτονίας» (genocidewatch.net/genocide-2/8-stages-of-genocide), το οποίο σωστά εντοπίζει τις πολιτικές κράτησης αυτής της χώρας στα στάδια της απο-ανθρωποποίησης και της οργάνωσης. Αυτές οι αναφορές δεν είναι άσχετες, αλλά μερικές φορές ανακατευθύνουν πιο άμεσα αμερικανικά προηγούμενα σε μια δεύτερη σκέψη: εγκλεισμός Ιαπώνων κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και η μακρά κληρονομιά των ΗΠΑ να διαχωρίζουν τα μαύρα και αυτόχθονα παιδιά από τις οικογένειές τους, πρακτικές που επιβιώνουν και αντικατοπτρίζονται συχνά στη φυλετικά κακοποιητική σύγχρονη αναδοχή. Η επιμονή ότι «αυτές δεν είναι αμερικανικές αξίες!» ή ότι «δεν θα μπορούσε ποτέ να συμβεί εδώ!», συνοδευόμενη από μια γρήγορη στροφή προς τη ναζιστική Γερμανία, απεικονίζει το βάθος της φυλετικής απόρριψης και την άρνησή μας να δούμε την επαναλαμβανόμενα αποδεδειγμένη ικανότητα αυτής της χώρας να στιγματίζει κοινότητες που έχει αποκλείσει από το αμερικανικό κοινωνικό συμβόλαιο. Αυτή η χειρονομία θέτει τους εθνο-φυλετικούς αγώνες σε ανταγωνισμό, καθιστώντας δύσκολο να κατανοήσουμε πώς οι αγώνες μας υπό καθεστώς λευκής υπεροχής συν-υπάρχουν. Υπάρχουν –όπως θα έπρεπε– δεκάδες μνημεία και μουσεία Ολοκαυτώματος στις ΗΠΑ, αλλά το πρώτο αμερικανικό μνημείο ενάντια στη θανάτωση, το Εθνικό Μνημείο για την Ειρήνη και τη Δικαιοσύνη, εγκαινιάστηκε στις 26 Απριλίου του τρέχοντος έτους.

Το στοιχείο του «θεαματικού χαρακτήρα»

Το Ολοκαύτωμα περιβλήθηκε από το ίδιο σκεπτικό που διαμόρφωσε επίσης την υπερατλαντική υποδούλωση της Αφρικής και τις γενοκτονίες, τόσο από τις ΗΠΑ όσο και από άλλα αυτοκρατορικά κράτη. Όλες έχουν τις ρίζες τους στη λογική της ευρωπαϊκής αποικιοποίησης από ένα υποκείμενο εθνικά θωρακισμένο προς έναν «άλλο», εξοντώσιμο, υποδουλώσιμο και κλιμακούμενα φυλετικοποιημένο. Η μεταπολεμική ηθική της φυλετικοποιημένης θεώρησης προέκυψε από το γεγονός ότι η ναζιστική γενοκτονία ήταν γνωστή στις συμμαχικές δυνάμεις, αλλά παρόλα αυτά αγνοήθηκε, αναγκάζοντας το δυτικό κόσμο να αναβοήσει «ποτέ ξανά». Ο κόσμος ήταν και εξακολουθεί να είναι εντυπωσιασμένος από το «θεαματικό χαρακτήρα» των εικόνων της φρικτής και άνευ προηγουμένου βιομηχανοποιημένης γενοκτονίας της Γερμανίας: οι σχεδόν ξεψυχισμένοι σκελετωμένοι κρατούμενοι των στρατοπέδων συγκέντρωσης, οι μαζικοί τάφοι και οι σωροί σωμάτων, η βίαιη και επιτηρούμενη ζωή στο γκέτο, η πύλη με την επιγραφή «Arbeit macht frei» που προκαλεί τον ίδιο τρόμο και φόβο σαν να στεκόμαστε ενώπιον της πύλης της κολάσεως (και, ναι, είμαστε και ήταν). Η προσέγγισή μας στον πόνο έχει καταλήξει έτσι να απαιτεί ένα στοιχείο οπτικοποίησης. Περιγράφοντας τη σχέση μεταξύ του να βλέπεις και του να πιστεύεις, ο Τζον Μπέργκερ γράφει ότι «είναι η οπτική που καθορίζει τη θέση μας στον περιβάλλοντα κόσμο».

Εγγραφή και τεκμηρίωση στην εποχή των ΜΜΕ

Η παραγωγή  των βίαιων ΜΜΕ είναι μιμητική αυτής της πολιτιστικής φάσης. Η δολοφονία μαύρων από την αστυνομία παίζει σε διαρκή επανάληψη, περιδιαβαίνουμε τακτικά εικόνες τραυματισμένων και εξαθλιωμένων από τον πόλεμο Συρίων (και Ιρακινών και Αφγανών πριν από αυτούς) και απογοητευμένων μεταναστών υπό τον ήχο παιδιών που σπαράζουν καθώς χωρίζονται από τους γονείς τους, που σχηματίζουν τοπία οπτικά και ηχητικά ενός τραύματος άγνωστου μέχρι τώρα και μιας αδιανόητης σκληρότητας, που μπορεί να εγγραφεί μόνο μετά από τεκμηρίωση. Αυτές οι εικόνες που εμπνέουν «πάθος» –με την αρχαιοελληνική έννοια– δεν χρειάζεται καν να είναι ακριβείς, εξαιτίας των εναλλαγών της αφήγησης και της δυσκολίας κατανόησης της φύσης του μη λευκού πόνου. Πρόσφατα αποκαλύφθηκε ότι η Γιανέλα, το μικρό κορίτσι από την Ονδούρα, της οποίας η εικόνα να κλαίει έχει καταστεί συνώνυμη με την πολιτική διαχωρισμού παιδιών και γονέων της διακυβέρνησης Τραμπ, δεν χωρίστηκε ποτέ από τη μητέρα της. Αλλά η φωτογραφία είχε ήδη κάνει γύρους, προσγειωνόμενη τελικά στο εξώφυλλο του περιοδικού «Time», ένα σύγχρονο «κορίτσι των ναπάλμ» για την εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Ο επείγοντας χαρακτήρας του παρόντα χρόνου

Γράφοντας για τον επιτελικό ρόλο της διάδοσης των φωτογραφιών από το Αμπού Γκράιμπ, η Πέγκι Φελάν προβληματίζει για τη συναισθηματική πολιτική που εμπλέκεται με την οπτικοποίηση μιας εν εξέλιξη βιαιότητας σε σύγκριση με τη διαρκή αναμέτρησή της με μια ιστορική. Η ανάγκη οπτικοποίησης αυτών των κέντρων κράτησης, όπως και η διάδοση, το 2003, εκείνων των εικόνων από τις φυλακές που σε κατατρέχουν, είναι προϊόν του «επείγοντος χαρακτήρα του παρόντα χρόνου»: η απεικόνισή τους οπτικοποιεί μια ενεργή ζώνη μη ύπαρξης, έναν τόπο σωφρονισμού –μια συνοριακή ζώνη 100 μιλίων, ένα στρατόπεδο κράτησης, μια μαύρη περιοχή της CIΑ– που ξεπερνά τη φαντασία. Αλλά, όπως επεσήμανε και η Φελάν για τον αντίκτυπο των φωτογραφιών από το Αμπού Γκράιμπ, η δική μας εθνικιστική ηθική –«αυτό είναι μη αμερικανικό»– για το περιεχόμενο των φωτογραφιών γίνεται το επίκεντρο και όχι η φυλετική βία και ο συνοριακός ιμπεριαλισμός, που αποτελούν τη βάση παραγωγής τους. Εξάλλου, μια φαινομενικά αποδεκτή λύση στην πολιτική διαχωρισμού οικογενειών και στο κάλεσμα #KeepFamiliesTogether είναι ο «συμβιβασμός» για την επ’ αόριστο κράτηση των οικογενειών. Αν και η έκκληση για κατάργηση του σώματος του εφηβικού ICE (στμ: Immigration and Customs Enforcement, το σώμα που είναι επιφορτισμένο με την αποτροπή των μεταναστών και την τήρηση των τελωνειακών κανονισμών στα σύνορα των ΗΠΑ) γίνεται σιγά – σιγά μια φωνή που κερδίζει έδαφος ακόμη και μεταξύ των προοδευτικών που κάποτε έβλεπαν αυτήν την προοπτική ως ουτοπική (αν και η «κατάργησή» τους ανήκει φανερά στην προεκλογική περίοδο του 2020 και εννοεί την επαναδημιουργία μιας «φιλικότερης» υπηρεσίας καταστολής), η παραμικρή τροποποίηση κάνει τη συνεχιζόμενη κρατική βία κατά μη λευκών σωμάτων και πάλι εύπεπτη για πολλούς.

Μέρος του ευρύτερου συνοριακού ιμπεριαλισμού

Βεβαίως, η φρίκη της παιδικής κράτησης έγκειται στο αδιανόητο κακό του να αποχωρίζεις παιδιά από τις οικογένειές τους (μια πράξη που προσβάλλει την κεντρική θέση της πυρηνικής οικογένειας στις ΗΠΑ). Ορισμένα από αυτά τα παιδιά εκπροσώπησαν τους εαυτούς τους στο δικαστήριο, μια εικόνα τόσο παράλογη όσο και η βίαια ξενοφοβική φύση του ίδιου του συστήματος μετανάστευσης. Ωστόσο, παρότι οι λαϊκές προκλήσεις κατά του ICE αυξάνονται σε αριθμό, συχνά δεν επιτυγχάνεται η ανάδειξή του ως ένα από τα πολλά άλλα θεμελιωδώς παράνομα όργανα και υπηρεσίες του κράτους αποίκων. Το ICE δεν μπορεί να και δεν θα υπάρχει χωρίς τη συνεργασία κρατικών και τοπικών αρχών επιβολής του νόμου, τόσο ώστε απλώς η εστίαση στο ICE να είναι σε μεγάλο βαθμό διακοσμητική χωρίς πολιτική αντιπαράθεση με τον ευρύτερο συνοριακό ιμπεριαλισμό. Η διατήρηση του οποίου από την Υπηρεσία Τελωνείων και Προστασίας των Συνόρων των ΗΠΑ έχει δολοφονήσει άγνωστο αριθμό ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων των μεταναστών που πυροβολούνται στα σύνορα, όπως η Κλαούντια Πατρίσια Γκομέζ Γκονζάλες, η 19χρονη ιθαγενής από τη Γουατεμάλα. Η φρίκη της μουσουλμανικής απαγόρευσης αποτελεί συνέχεια της αποστείρωσης των μουσουλμανικών κοινοτήτων από τη διακυβέρνηση Μπους, μετά την 9/11, η οποία δεν μπορεί να διαχωριστεί από την κατασταλτική βία κατά των μαύρων, καθώς μεταξύ των πρώτων μουσουλμάνων στην Αμερική ήταν οι δυτικοαφρικανοί σκλάβοι [αναφερόμενοι συχνά ως «Moham(m)edan sclave» (=μωαμεθανοί σκλάβοι)]. Αποτελεί επίσης συνέχεια, του νόμου για την απώθηση όλων των κινέζων εργατών, το 1882, που απαγόρευε τη μετανάστευση και την πολιτογράφηση Κινέζων και ο οποίος ήταν ο πρώτος νόμος που εμπόδιζε την είσοδο σε συγκεκριμένη εθνοτική ή φυλετική ομάδα στη χώρα.

Υπόσχεση για ουσιαστικότερη δικαιοσύνη

Εάν τα παιδιά όπως η Γιανέλα είναι ορατά μόνο μέσα από την προσπάθεια να φανταστούμε ότι μας κλέβουν τα δικά μας παιδιά και οι δικές μας οικογένειες διαχωρίζονται, τότε μπορούμε να προσποιούμαστε ότι η συνεχιζόμενη απο-ανθρωποποίηση δεν είναι μια γνωστή και θεμελιώδης πτυχή του αμερικανικού ρατσισμού, ο οποίος έτσι γίνεται αόρατος. Επειδή το λευκό ρατσιστικό βλέμμα είναι σε μεγάλο βαθμό εκπαιδευμένο να επικεντρώνει σε ένα μόνο ζήτημα κάθε φορά, βλέπει και διαμαρτύρεται για τα παιδιά μεταναστών από την Κεντρική Αμερική που κρατούνται, την ίδια στιγμή που αποτυγχάνει να δει και να διαμαρτυρηθεί για τη συνήθη πρακτική κράτησης μη λευκών παιδιών.
Οι βίαιες εικόνες απο-ανθρωποποιούνται σταθερά μέσω της θεαματικότητας. Ο πραγματικός πόνος, λοιπόν, μπορεί να είναι μόνο μεγάλος, αναλώσιμος και αναρτήσιμος. Οι πεζές και διαδικαστικές εμπειρίες κοινωνικού θανάτου και απο-ανθρωποποίησης, οι ενσωματωμένες επιπτώσεις της τετριμμένης φυλετικής τρομοκρατίας και ψυχολογικής βίας, η κληρονομιά του τραύματος σε διαδοχικές γενιές, δεν μπορεί να είναι άμεσα κανιβαλίσιμα. Μερικές από τις πιο συντριπτικές φωτογραφίες είναι εκείνες που απεικονίζουν ένα βουβό πόνο, αφήνοντας ένα οπτικό έλλειμμα που μας υποχρεώνει να συναισθανθούμε και να διανοηθούμε το αδιανόητο. Οι μετανάστες συχνά αποστερούνται προσωπικών αντικειμένων στα σύνορα. Παιδικά παιχνίδια, ένα μέσο παρηγοριάς, κατασχέθηκαν. Επίσης, τα κορδόνια τους, τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως εργαλεία για αυτοτραυματισμό και θεωρούνται επίσης μη απαραίτητα (η μητέρα της Γιανέλα είχε αφαιρέσει από τα παπούτσια της κόρης της τα κορδόνια λίγο πριν ο Τζον Μουρ τραβήξει τη φωτογραφία).
Στο «New Yorker», σε μια παρουσίαση του Τομ Κίφερ, του επιστάτη της Υπηρεσίας Τελωνείων και Προστασίας των Συνόρων των ΗΠΑ, που επιμελούταν και φωτογράφιζε τα κατασχεθέντα αντικείμενα, ο ίδιος περιγράφει πώς η στιγμή που τα έβρισκε στα σκουπίδια και συνειδητοποιούσε ότι δεν θα επιστρέφονταν ποτέ στον κάτοχό τους, άλλαξε τη σχέση του με τον εργοδότη του. Μία από τις φωτογραφίες του απεικονίζει τα ροζάρια** που βρήκε. Από όλα τα φρικτά που εμπεριέχει η εμπειρία της κράτησης ενός μετανάστη, υπάρχει κάτι ιδιαίτερα κυνικό στην αποστέρηση μιας πηγής παρηγορίας και υπόσχεσης για ουσιαστικότερη δικαιοσύνη στον άλλο κόσμο. Ο Τομ Κίφερ παραιτήθηκε για να ασχοληθεί με τη φωτογραφία.

Μετάφραση: Ζωή Γεωργούλα

* Η Ζωή Σαμούντζι είναι μαύρη φεμινίστρια συγγραφέας και διδακτορική φοιτήτρια στην Ιατρική Κοινωνιολογία, στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια. Έχει συγγράψει με τον William C. Anderson το βιβλίο «As black as resistance: Finding the conditions for liberation»
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο www.versobooks.com, στις 3 Ιουλίου 2018.

** To ροζάριο ή ροδάριο (από το λατινικό rosarium, «στέμμα από τριαντάφυλλα») είναι ένα σημαντικό κομμάτι της παράδοσης της καθολικής εκκλησίας και ένα μεθοδικό σύστημα προσευχής.