Σήμα κινδύνου για τα ρέματα της Αττικής

remata1

«Το κόψιμο 39 πανύψηλων δέντρων, στο τμήμα της Πικροδάφνης στην Ηλιούπολη, 776 δέντρων στην Πικροδάφνη, από τη λ. Βουλιαγμένης έως τις εκβολές, 1.439 δέντρων, στο Μεγάλο Ρέμα Ραφήνας με όλους τους θάμνους και τη χαμηλή βλάστηση που φύονται ανάμεσά τους, σχηματίζουν μια εικόνα του τι πρόκειται να συμβεί και προσπαθούμε να αποτρέψουμε». Με αυτά τα λόγια καλωσόρισε η Ευαγγελία Δημητρίου από την Κίνηση Πολιτών Ηλιούπολης το κοινό στη συνέντευξη τύπου που διοργανώθηκε από 26 φορείς και συλλογικότητες για την προστασία των ρεμάτων τη Δευτέρα 16 Απριλίου.
Η πρωτοβουλία συγκροτήθηκε με αφορμή τις τραγικές πλημμύρες της Μάνδρας και της Νέας Περάμου και στόχο να αποτραπούν νέες καταστροφικές παρεμβάσεις στα εναπομείναντα ρέματα από το υπουργείο Υποδομών και την Περιφέρεια Αττικής. Οι παρεμβάσεις που προκρίνονται με fast-track διαδικασίες ως αντιπλημμυρική προστασία, εγκιβωτίζοντας τα ρέματα με μπετόν και συρματοκιβώτια (σαραζανέτια), μειώνουν τη βλάστηση σε παραρρεμμάτιες περιοχές, καταστρέφοντας οικοσυστήματα που λειτουργούν ως φυσικός κλιματισμός, αυξάνουν την ταχύτητα του νερού και μειώνουν τη δυνατότητα απορρόφησής του από το έδαφος, καθώς κατασκευάζονται από αδιαπέραστα στο νερό υλικά, ενώ ταυτόχρονα κοστίζουν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ για την κατασκευή και συντήρησή τους, λειτουργώντας, σύμφωνα με τους φορείς αντιπεριβαλλοντικά, αναποτελεσματικά και με μεγάλο κόστος.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης τύπου παρουσιάστηκαν τα τρία ρέματα των οποίων η φυσική κοίτη απειλείται από τα σχέδια της Πολιτείας: το ρέμα της Πικροδάφνης, το ρέμα του Ποδονίφτη και το Μεγάλο Ρέμα της Ραφήνας. Ρέματα που στον ένα ή τον άλλο βαθμό έχουν ένα καθεστώς προστασίας ή ειδικής μεταχείρισης λόγω ένταξής τους σε προγράμματα ανάδειξής τους.

Λάθη που στοιχίζουν

remata

Η Πικροδάφνη έχει χαρακτηριστεί ρέμα ιδιαίτερου περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος, υδατόρεμα Α΄ Προτεραιότητας και υγρότοπος Β΄ Προτεραιότητας, αποτελώντας καταφύγιο άγριας ζωής και μεταναστευτικής ορνιθοπανίδας. Tο Δίκτυο Πολιτών για τη Διάσωση του Ρέματος της Πικροδάφνης αγωνίζεται περισσότερα από 20 χρόνια για τη διατήρηση της φυσικής κοίτης απέναντι στην τσιμεντοποίηση και τον εγκιβωτισμό. Στις 2 Μαΐου εκδικάζεται η πιο πρόσφατη προσφυγή του στο ΣτΕ για την αποτροπή της μετατροπής του ρέματος σε ανοιχτό οχετό με σαραζανέτια και αποψίλωση της βλάστησης από την Περιφέρεια Αττικής, που, χαρακτηρίζοντάς το επικίνδυνο για πλημμυρισμό, ενέκρινε μια μελέτη 2.500.000 ευρώ για το σχετικό έργο.
Η κ. Ρωδούλα Κωνσταντινίδου, μέλος του Δικτύου, εξήγησε γιατί το ρέμα δεν χρειάζεται τέτοια έργα. Σύμφωνα με μελέτη φωτοερμηνείας του 2015 από το υπουργείου Ενέργειας, οι μόνες πλημμυρικές ζώνες εντοπίζονται από το Π. Φάληρο και κάτω και οφείλονται στο στένεμα της κοίτης λόγω καταπατήσεων ιδιωτών και δημοσίου και υποδιαστασιολογημένων τεχνικών έργων που δημιουργούν υπερχείλιση. Εξάλλου, η Ειδική Γραμματεία Υδάτων (ΕΓΥ) του υπουργείου Περιβάλλοντος στους χάρτες πλημμυρικής επικινδυνότητας αξιολογεί το ρέμα της Πικροδάφνης ως χαμηλής επικινδυνότητα, με μια μικρή πλημμύρα ανά χίλια χρόνια.
Η κυρία Κωνσταντινίδου, καταγγέλλει ότι στη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) της Περιφέρειας και στην Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ) δεν λαμβάνονται υπόψη τα υφιστάμενα τεχνικά έργα, ακόμα κι αν αποτελούν γενεσιουργές αιτίες πλημμυρικών φαινομένων. Επίσης, έχουν εντοπιστεί λάθη από πραγματογνώμονες (κ. Ζαρής και Λουπασάκης) και μελετητές (κ. Τσακίρης) στους υπολογισμούς κρίσιμων μεγεθών της ΜΠΕ. Συγκεκριμένα, η υδρολογική μελέτη υπερεκτιμά την παροχή νερού στο ρέμα, με αντίστοιχη υπερκτίμηση της πιθανότητας υπερχείλισης ή διάβρωσης. Επίσης, υπάρχει λανθασμένη μεταφορά της θέσης των έργων από τη γεωτεχνική μελέτη στη ΜΠΕ, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται προβλήματα υπερ-, υποδιαστασιολόγησης με αντίστοιχη υπερεκτίμηση διαστάσεων και κατασπατάληση δημοσίων πόρων. Οι ίδιες πραγματογνωμοσύνες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι θέσεις των έργων όχι μόνο δεν εξυπηρετούν κανένα σκοπό, αλλά μπορεί να αυξήσουν τους κινδύνους από την πλημμυρική παροχή για ανθρώπους και περιουσίες.
Σύμφωνα με το μέλος του Δικτύου, το έργο δεν λύνει το πρόβλημα αντιπλημμυρικής προστασίας του ρέματος· αντίθετα το επιδεινώνει, καθώς προβλέπεται η αντικατάσταση δυσδιάβρωτων βραχωδών σχηματισμών από συρματοκιβώτια με διάρκεια ζωής 50 χρόνια. Η απομάκρυνση των μπάζων και η ανακατασκευή προβληματικών τεχνικών έργων θα ήταν πολύ οικονομικότερα από τα κοστοβόρα και αντιπεριβαλλοντικά μέτρα που σχεδιάζει η Περιφέρεια.

Μετατροπή σε αγωγό ομβρίων

Το 1995 με απόφαση του ΣτΕ σταμάτησαν τα έργα εγκιβωτισμού του Ποδονίφτη που θεωρήθηκαν υπεύθυνα για την φονική πλημμύρα του 1994. Η περιοχή που διασώθηκε τότε χαρακτηρίστηκε ιδιαίτερου περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος, προστατεύεται από το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο και υπάγεται επίσης στους υγροτόπους Β΄ Προτεραιότητας. Η μελέτη της Περιφέρειας, μετατρέπει το ρέμα σε ανοιχτό τσιμεντένιο οχετό, με κοπή εκατό δέντρων και διατήρηση των αυθαίρετων κατασκευών επί της κοίτης του (προϋπολογισμός 6 εκατ.), ενώ κινδυνεύει και η κοίτη του γειτονικού ρέματος Γιαμπουρλά, λόγω της σχεδιαζόμενης υπογειοποίησης της οδού Πατριάρχου Κωνσταντίνου και Φωκών, συνοδού έργου του γηπέδου της ΑΕΚ (15 εκατ.).
Σύμφωνα με την κ. Νατάσα Παπαδέδε, μέλος της κίνησης «Ποδονίφτης SOS», το σχεδιαζόμενο έργο θα έχει μη αναστρέψιμες συνέπειες στο περιβάλλον, τον υδροφόρο ορίζοντα και την αντιπλημμυρική προστασία. Η μελέτη δεν λαβαίνει υπόψη ότι σύμφωνα και με την ΕΓΥ η λεκάνη του Ποδονίφτη έχει μειωθεί δραστικά μετά την εκτροπή του στο ρέμα της Ραφήνας, λόγω της κατασκευής της Αττικής Οδού, με αποτέλεσμα να γίνεται υπερεκτίμηση του κινδύνου πλημμύρας και φυσικά υπερδιαστασιολόγηση του έργου. Επίσης, η οριοθέτηση του ρέματος γίνεται βάσει της υφιστάμενης κατάστασης από τις αυθαίρετες και εγκαταλειμμένες κατασκευές στις όχθες του, γεγονός που καταλήγει σε λανθασμένη εκτίμηση του ζωτικού χώρου του ρέματος και των πλημμυρικών του ζωνών. Εξάλλου, με τον τσιμεντένιο αγωγό μικρότερης διατομής και μειωμένης παροχευτευτικότητας από τη φυσική κοίτη, όλα τα φυσικά χαρακτηριστικά του ρέματος που επιβραδύνουν την ταχύτητα ροής και μειώνουν τη μεταφορά φερτών υλικών χάνουν τη λειτουργικότητά τους.
Από περιβαλλοντική σκοπιά, το έργο υποβαθμίζει το ρέμα σε οχετό ομβρίων, χωρίς να αντιμετωπίζει το πρόβλημα της ρύπανσής του, ενώ στη μελέτη υπάρχει προβληματική περιγραφή του φυσικού τοπίου και των οικοσυστημάτων. Τέλος, σύμφωνα με τις καταγγελίες των κατοίκων της περιοχής, στη μελέτη δεν εξετάζεται καμιά εναλλακτική, ενώ το έργο εκτιμάται ότι δεν έχει καμιά δυσμενή επίδραση στο κλίμα της περιοχής.
Μετά τις αρνητικές γνωμοδοτήσεις των δημοτικών συμβουλίων Νέας Φιλαδέλφειας και Αθηνών, το υπουργείο Υποδομών αποφάσισε τη διενέργεια νέας συνολικής μελέτης για τον Ποδονίφτη, ύστερα από αίτηση της Περιφέρειας Αττικής. Ωστόσο, οι κάτοικοι της περιοχής δεν εφησυχάζουν με δεδομένη τη στάση του υπουργού σε άλλα παρόμοια ζητήματα, όπως το Μεγάλο Ρέμα της Ραφήνας.

Θα μπορούσε να αποφευχθεί

Το Μεγάλο Ρέμα της Ραφήνας διατηρεί ακόμα τη φυσική του κοίτη στο μεγαλύτερο μέρος. Έχει χαρακτηριστεί ρέμα ιδιαίτερου περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος, κύριο υδατόρεμα και υγρότοπος Α΄ Προτεραιότητας, και η εκβολή του περιλαμβάνεται σε προγράμματα της Περιφέρειας για «ανασύσταση και αποκατάσταση των υγροτόπων της Αττικής».
Σύμφωνα με την Κίνηση για την Προστασία και Ανάδειξη του Μεγάλου Ρέματος Ραφήνας, η Περιφέρεια Αττικής με αδιαφανείς και αντιδημοκρατικές διαδικασίες συζήτησε και ενέκρινε τη Μ. Τρίτη, τη ΜΠΕ με βάση τις έδρες που κατέχει η κάθε παράταξη και απουσία τουλάχιστον του 1/3 των περιφερειακών συμβούλων, παρά το αίτημα για αναβολή της συζήτησης από περιβαλλοντικούς συλλόγους και την πλειοψηφία των παρατάξεων της αντιπολίτευσης. Παράλληλα, δεν δόθηκαν ποτέ στους ενδιαφερόμενους φορείς η υδρολογική και οι υποστηρικτικές μελέτες της ΜΠΕ, σύμφωνα με το δικαίωμα στην περιβαλλοντική πληροφορία.
Το έργο προβλέπει δυο φάσεις: τη δεσμευτική, πρώτη, του εγκιβωτισμού με σκυρόδεμα και συρματοκιβώτια 15 χλμ (μέθοδος που με μεγάλη ακρίβεια προκρίνεται για όλα τα προαναφερόμενα ρέματα) και μια δεύτερη που περιλαμβάνει φράγμα στα Σπάτα, αλλά θα εξεταστεί από μηδενική βάση και συναρτήσει των αποτελεσμάτων της πρώτης. Η θετική γνωμοδότηση της Περιφέρειας πάρθηκε με την προσθήκη επιπρόσθετων όρων ήπιων παρεμβάσεων στη δεύτερη φάση, από την Διεύθυνση Περιβάλλοντος, οι οποίοι σύμφωνα με την απόφαση «θα μπορούσαν να περιορίσουν το μέγεθος των οποιωνδήποτε έργων». Για την κ. Εμμανουέλα Τερζοπούλου, μέλος της Κίνησης, αυτό σημαίνει ότι η πρώτη φάση του εγκιβωτισμού αφενός δεν αρκεί, αφετέρου θα μπορούσε να αποφευχθεί αν προκρίνονταν οι ήπιες παρεμβάσεις που προτείνονται από την ίδια την Περιφέρεια.
Η Κίνηση, στην οποία συμμετέχουν, σύμφωνα με την κ. Τερζοπούλου, πολίτες όλου του πολιτικού φάσματος, απαιτεί να αποδειχθεί η ανεπάρκεια της φυσικής κοίτης, μέσω μελετών, και σε ποια σημεία απαιτούνται σημειακές παρεμβάσεις, σε αντίθεση με την ενιαία αντιμετώπιση όλου του περιαστικού ρέματος από τις πηγές του μέχρι τον αστικό ιστό. Ζητά επίσης απόρριψη της ΜΠΕ και επανάληψη της μελέτης με σύγχρονες προδιαγραφές «πράσινης» διαχείρισης, να δοθούν οι υποστηρικτικές μελέτες, ώστε να εξετασθούν και από ανεξάρτητους επιστήμονες, και άμεση εκπόνηση Master Plan της λεκάνης απορροής του ρέματος όπως ορίζει το Σχέδίο Διαχείρισης Κινδύνου Πλημμύρας, προκειμένου να αιτιολογηθεί η αναγκαιότητα ή μη των προτεινόμενων έργων.

Πέτρος Κοντές

 

Δημιουργώντας χώρο για το νερό

remata3

Η κυρίαρχη πρακτική επιτάσσει την αντιμετώπιση των ρεμάτων με ενιαίο τρόπο σαν αγωγούς ομβρίων υδάτων και όχι σαν φυσικό οικοσύστημα με διαφορετικά χαρακτηριστικά και ανάγκες. Οι περιβαλλοντικές μελέτες που εγκρίνονται είναι, συνήθως, πανομοιότυπες μεταξύ τους, προκρίνοντας με συνέπεια τη λύση του εγκιβωτισμού. Σύμφωνα με τον κ. Κωνσταντίνο Βουβαλίδη, αναπληρωτή καθηγητή Γεωμορφολογίας στο ΑΠΘ, τα τεχνικά έργα πρέπει να ταιριάζουν στο ποτάμι και όχι το αντίστροφο. Έφερε, δε, σαν παράδειγμα τη Νέα Πέραμο που παρά το γεγονός ότι τα αντιπλημμυρικά ήταν σε πλήρη λειτουργία, ω συνοδό έργο της ΠΑΘΕ, και πάλι αστόχησαν. Ο καθηγητής προτείνει το συνδυασμό των δύο βασικών εργαλείων για τη διαχείριση του νερού, δηλαδή των ευρωπαϊκών οδηγιών για τη διαχείριση των υδάτων και τη διαχείριση του πλημμυρικού κινδύνου, μέσω του αντικειμένου της υδρομορφολογίας, η οποία εξετάζει τις τροποποιήσεις του καθεστώτος ροής, της μεταφοράς ιζημάτων, της μορφολογίας του ποταμού και των κοιτών τους. Αντιμετωπίζει, δηλαδή, το ρέμα σαν ένα σύστημα που επηρεάζεται και καθορίζεται από τις δυναμικές των συστατικών του, δημιουργώντας έτσι τις αρχικές παραμέτρους με βάση τις οποίες θα πρέπει να εργαστεί ο μηχανικός για τη μελέτη των αντιπλημμυρικών έργων. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τον κ. Βουβαλίδη, οι δύο οδηγίες θεωρούνται η μεν περιβαλλοντική – οικολογική και η δεύτερη κατασκευαστική, με αποτέλεσμα να είναι αντικείμενο διαφορετικών επιστημονικών πεδίων (υδρογεωλόγων και μηχανικών) που δεν επικοινωνούν.
Ο κ. Ηλίας Ταρναράς, μελετητής υδραυλικών έργων, τόνισε τη σημασία της οριοθέτησης των ρεμάτων, δηλαδή του καθορισμού των ορίων του ρέματος παίρνοντας υπόψη την κοίτη του, αλλά και τις περιοχές που φυσιολογικά χρησιμοποιεί για να εκτονώσει πλημμυρικά φαινόμενα. Στη χώρα μας η διαδικασία αυτή πραγματοποιείται συνήθως ως αναγκαίο κακό, γιατί περιορίζει την οικοδομική δραστηριότητα, κατά την προώθηση μια πολεοδομικής μελέτης. Σπάνια πραγματοποιείται για την προστασία των ρεμάτων από καταπατήσεις, ενώ αναγκαστικά γίνεται σε περίπτωση ανεπάρκειας της κοίτης, λόγω πλημμυρών.
Πρότεινε, εξάλλου, εναλλακτικές μεθόδους ανάσχεσης πλημμυρών, όπως δεξαμενές ανάσχεσης, πράσινες στέγες, ζώνες πλημμυρισμού, τάφρους διήθησης, διαπερατά πεζοδρόμια και στέρνες που σε υπό ένταξη πολεοδομικές ενότητες μπορούν να αυξήσουν τη διαπερατή από το νερό επιφάνεια, ώστε να τροφοδοτηθεί ο υδροφόρος ορίζοντας μειώνοντας την ποσότητα του νερού που φτάνει στη θάλασσα. Οι μέθοδοι αυτές, ωστόσο, δεν υπάρχουν στο ελληνικό θεσμικό πλαίσιο ούτε ως περιεχόμενο ούτε ως αμοιβή, ώστε να μπορούν να τις επιλέξουν οι μελετητές.
Οι φορείς υπέρ της προστασίας των ρεμάτων, τέλος, υποστηρίζουν λύσεις που προσεγγίζουν τη διαχείριση πλημμυρών σε όλη την υδρολογική λεκάνη με έργα ορεινής υδρονομίας (π.χ. φράγματα μικρής κλίμακας με φυσικά υλικά) και αναδασώσεις. Επιλέγουν την αποκάλυψη των καλυμμένων ρεμάτων (daylighting) με οριοθέτησή τους βάσει του πραγματικού πλημμυρικού κύματος και όχι των υπαρχόντων κατασκευών, με αντίστοιχη αύξηση των χώρων πρασίνου, δημιουργία παραρρεμάτιων πάρκων ασφαλούς εκτόνωσης των υδάτων, απαλλοτριώσεις εντός των οριογραμμών, απομάκρυνση των οχλουσών χρήσεων, διάνοιξη φυσικών χωμάτινων διατομών, σταθεροποίηση των πρανών με φυτεύσεις, και διάνοιξη των δέλτα των εκβολών. Σύμφωνα με ευρωπαϊκές αναφορές (European Report EEA No14/2017), οι παραπάνω επονομαζόμενες «πράσινες υποδομές» επιτυγχάνουν συγκριτικά με τις «γκρίζες» μείωση του πλημμυρικού κινδύνου, προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, της βιοποικιλότητας των ρεμάτων και της ποιότητας ζωής των κατοίκων και ασύγκριτα μικρότερο κόστος κτίσης και συντήρησης.

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑ, ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΥΔΡΟΓΕΩΛΟΓΙΑΣ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

stournaras

Η ενιαία αντιμετώπιση των ρεμάτων είναι επικίνδυνη

 

Τη συνέντευξη πήρε ο Πέτρος Κοντές

Το τελευταίο διάστημα για διάφορα ρέματα της Αττικής προκρίνονται σκληρές λύσεις, όπως ο εγκιβωτισμός, τα σαρζανέτια κτλ., ως μέτρα αντιπλημμυρικής προστασίας. Υπάρχουν ηπιότερες προσεγγίσεις που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν;
Τα σαραζανέτια ή συρματοκιβώτια, όπως αλλιώς λέγονται, γεωτεχνικά, ίσως είναι από τις ηπιότερες παρεμβάσεις που προκρίνονται, και αυτό γιατί επιτρέπουν τη διακίνηση του υπόγειου νερού από τα πρανή προς το ποτάμι, εξουδετερώνοντας τις πιέσεις πόρων του υπεδαφικού νερού, λειτουργούν σαν έργο αντιστήριξης και φιλτραρίσματος. Στο άνω τμήμα του ρέματος της Πικροδάφνης π.χ., που βρίσκεται στην Ηλιούπολη και η ροή του έχει μεγάλη ένταση, προκρίθηκε η τσιμεντοποίηση. Το νερό, έτσι, δεν μπορεί να κατεισδύσει στο υπέδαφος για να μειωθεί η παροχή και, δεύτερον, η τσιμέντωση της κοίτης δημιουργεί μεγαλύτερες ταχύτητες ροής. Από την άλλη μεριά επειδή η υποσκαφή του ρέματος εκεί έχει προχωρήσει πολύ με κίνδυνο για τις κατοικίες που βρίσκονται από πάνω, μπορούν να λειτουργήσουν σαν ήπια και αποδοτική αντιστήριξη. Έχει διαφορά το τσιμέντωμα από το σαραζανέτι.

Επικρατεί μια αντίληψη που αντιμετωπίζει τα ρέματα ως ένα κατασκευαστικό έργο, ως έναν απλό οχετό, ενώ είναι πιο περίπλοκα συστήματα και με περιβαλλοντική διάσταση. Είναι ακριβής η προσέγγιση αυτή;
Έχετε δίκιο. Αυτό αγνοείται συστηματικά, δυστυχώς, και από τις δημοτικές υπηρεσίες που έχουν την ευθύνη των έργων αυτών. Στην Πικροδάφνη μάλιστα μέχρι πριν μερικά χρόνια υπήρχε ένα ολοκληρωμένο οικοσύστημα, ενταγμένο στον αστικό ιστό, χωρίς να ενοχλεί το ένα το άλλο, αντιθέτως το οικολογικό περιβάλλον του αστικού ιστού είχε μια σημαντική ποιοτική βελτίωση. Αυτή η διάσταση δεν πρέπει να αγνοείται για λόγους πολιτισμού, παιδείας και περιβάλλοντος. Η αντίθετη αντίληψη θα πρέπει να καταπολεμηθεί.

Θα ήταν ίσως διαφορετικό και το αποτέλεσμα της διαχείρισης των ρεμάτων.
Η διαχείριση των ρεμάτων έχει πολλές πλευρές. Αυτή πρωτίστως ευθύνεται και για τα ατυχήματα. Όταν χτιστεί κάτι μέσα στο ρέμα, αλλά και στην ευρύτερη κοίτη του τα πράγματα αλλάζουν. Αγανακτώ πολλές φορές με την πολιτεία που επιτρέπει την αυθαίρετη δόμηση μέσα στο ρέμα ή κάνει τα στραβά μάτια παραχωρώντας νερό, ρεύμα κτλ. σε αυθαίρετα, κατά τα άλλα, κτίσματα. Αποφεύγει να σκεφτεί ότι το αυθαίρετο είναι ένα επικίνδυνο κτίσμα.
Αν οι δημοτικές ή οι περιφερειακές αρχές είχαν ενσκήψει στο θέμα της κλιματικής αλλαγής για την Ελλάδα, θα έβλεπαν ότι υπάρχει μελέτη στην οποία είχα την τιμή να συμβάλλω, μελέτη που επισημαίνει ότι τα ακραία καιρικά φαινόμενα με τη μορφή των πλημμυρών θα είναι περισσότερα και εντονότερα. Η απουσία αντιπλημμυρικών έργων και η εμπόδιση της ελεύθερης και ασφαλούς ροής με κτίσματα γίνονται πολύ πιο επικίνδυνες τώρα.

Σε προηγούμενη συνέντευξή σας στην «Εποχή» συνοψίσατε σε τρεις άξονες μια πρόταση για την αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων: στεγαστική πολιτική, έλεγχος της δόμησης και αντιμετώπιση πλημμυρών. Μπορείτε να μας την αναλύσετε;
Η αυθαίρετη δόμηση είναι αποτέλεσμα της απουσίας στεγαστικής πολιτικής. Στην υπόλοιπη Ευρώπη δεν επιτρέπεται να χτίσεις οπουδήποτε. Τα κράτη ή οι ΟΤΑ εκεί έχουν όμως και μια στεγαστική πολιτική που παρέχει κατοικίες σε πολίτες με οικονομικές δυσκολίες, με διάφορες διευκολύνσεις.
Στην Ελλάδα τώρα αποκτούμε δασικούς χάρτες και χαρακτηρίζουμε τις δασικές περιοχές. Απ’ ό,τι φαίνεται θα υπάρχει κάποια ανοχή από το κράτος απέναντι σε κάποιους συνεταιρισμούς —με ποιους όρους και κριτήρια;. Θα αναγνωριστεί ότι δεν έχουνε δομήσει σε δασική περιοχή και θα ενταχθούν στον γενικότερο πολεοδομικό σχεδιασμό. Όμως, κανείς δεν εμπόδισε τη δόμηση των συνεταιρισμών. Και αυτοί που θα κριθούν παράνομοι, τι θα γίνουν; Θα κατεδαφιστούν;

Σε ότι αφορά την αντιμετώπιση των πλημμυρών ο τρόπος με τον οποίον θα πρέπει να αντιμετωπίζονται οι υδάτινοι δρόμοι μπορεί να είναι ενιαίος;
Πρόκειται για θέμα πολιτικής βούλησης και κόστους. Δεν ξέρω ποια κυβέρνηση θα επιλέξει να αναλάβει τέτοιο κόστος, αναγκαίο, ωστόσο. Κάθε ρέμα, ιδιαίτερα όταν έρχεται σε επαφή με τον αστικό ιστό χρειάζεται ειδική μελέτη εκτίμησης πλημμυρικής παροχής σε κάθε σημείο του. Συγχρόνως, θα πρέπει να αναδειχθούν τα φυσικά ή τεχνητά εμπόδια στη ροή του νερού ή άλλες γεωμορφές που μειώνουν ή επιταχύνουν την ορμή της πλημμυρικής παροχή. Επίσης, θα πρέπει να γίνει και αυτοψία, για να καταγραφούν και να επισημανθούν οι φυσικές και τεχνητές επεμβάσεις που έχουν γίνει στα ρέματα, ώστε να υπολογιστεί ο ρόλος τους στη ροή του νερού και σε μια ενδεχόμενη μεγάλη πλημμυρική παροχή. Αυτό όμως στοιχίζει. Η ενιαία αντιμετώπιση που παίρνει σαν σταθερές ορισμένα νούμερα από άλλες μελέτες είναι ένα μεγάλο ρίσκο, που μπορεί να οδηγήσει σε αστοχίες. Η επιστήμη μπορεί να αντιμετωπίσει τα πάντα με αξιοπιστία και υπευθυνότητα, το θέμα είναι ποιος θα αναλάβει το κόστος.