Σημειώσεις ενός παραθεριστή

Χρειάζονται προτάσεις για την αναπλήρωση εισοδημάτων και θέσεων εργασίας που θα απολεσθούν τα επόμενα χρόνια στον τουρισμό

Μετά από 20 συναπτά χρόνια παραθερισμού στη Σαντορίνη (για οικογενειακούς λόγους, όχι κοσμικούς…), φέτος το καλοκαίρι η εικόνα ήταν πρωτόγνωρη. Έλειπαν παντελώς οι περισσότερες φιγούρες τουρίστα, που έτειναν λες να …ενσωματωθούν στο φυσικό τοπίο.
Εξαφανίσθηκαν σχεδόν οι τουρίστες από Κίνα, Ιαπωνία, Ν. Κορέα αλλά και από ΗΠΑ, Καναδά, Αυστραλία, Ρωσία, Ισραήλ, Ινδία. Επήλθε θα λέγαμε ένας «επανεξευρωπαϊσμός»: οι ξένοι τουρίστες ήταν φέτος στην πλειοψηφία τους Ευρωπαίοι (κυρίως Ιταλοί, Γάλλοι, Ισπανοί, Άγγλοι). Εντυπωσιακή ήταν η αύξηση, αναλογικά, των ελλήνων παραθεριστών, ωστόσο αυτό επ’ ουδενί δεν αρκούσε για να αντιστρέψει τη γενική εικόνα: μείωση των αφίξεων στο δίμηνο Ιουλίου-Αυγούστου κατά σχεδόν 70% σε σχέση με πέρυσι.


Έχει επίσης σημασία ότι τα έσοδα μειώθηκαν αναλογικά περισσότερο, έως και 85%: προφανώς όσοι τουρίστες ήλθαν φέτος (Έλληνες και ξένοι), ήταν πολύ πιο φειδωλοί στην κατανάλωσή τους. Πέρα απ’ το ηλιοβασίλεμα του Μητσοτάκη, οι άνθρωποι βλέπουν ήδη την ανατολή μιας περιόδου οικονομικής δοκιμασίας και αβεβαιότητας.
Μια άλλη παρατήρηση αφορά τις τιμές. Η αναμενόμενη μείωση επαληθεύθηκε κυρίως όσον αφορά τα πολυτελή καταλύματα. Εκεί οι εκπτώσεις ξεπερνούσαν το 50%. Ωστόσο, στα φθηνότερα καταλύματα και στην εστίαση/διασκέδαση, οι τιμές παρέμειναν σχεδόν οι ίδιες. Η εξήγηση θα πρέπει μάλλον να αναζητηθεί στο γεγονός ότι πολλά καταλύματα και καταστήματα δεν άνοιξαν καν. Έτσι, η σχέση προσφοράς-ζήτησης ισορρόπησε απλώς σε χαμηλότερα επίπεδα, κάποιες φορές δε ελαφρώς εις βάρος της ζήτησης.
Πέρα όμως από αυτή την …εμπειρική στατιστική, το χαρακτηριστικό ποιοτικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι οι εργαζόμενοι και οι επαγγελματίες του κλάδου θεωρούν δεδομένο ότι οι παλιές (δηλαδή μέχρι και …περσινές) καλές μέρες θα κάνουν χρόνια να επανέλθουν. Μοιάζει λοιπόν η «λοκομοτίβα» της ελληνικής οικονομίας να μπαίνει σε μια φάση χρόνιας αβεβαιότητας. Ο μόνος ίσως τομέας που η Ελλάδα κρατούσε μια ισχυρή θέση στο διεθνή καταμερισμό εργασίας, κλονίζεται παγκοσμίως και με άδηλο χρονικό ορίζοντα μερικής έστω ανάταξης.
Αυτό επαναφέρει εμφατικά σε πρώτη μοίρα το γνωστό προβληματισμό της σχεδόν αμφιμονοσήμαντης εξάρτησης της οικονομίας μας απ’ τις πωλήσεις του τουριστικού εμπορεύματος. Κι αν στη δεκαετία της κρίσης αυτές οι πωλήσεις/εξαγωγές έμοιαζαν σαν μάννα εξ ουρανού και μας έσωσαν όντως απ’ την πλήρη κατάρρευση, το δυστοπικό μέλλον της συνύπαρξής μας επί πολλά χρόνια με ολοένα επανερχόμενα (και σχεδόν προαναγγελθέντα ήδη) πανδημικά κύματα, αλλάζει τις ορίζουσες της συζήτησης: η θεωρητική επισήμανση των αρνητικών επιπτώσεων της οιονεί «μονοκαλλιέργειας» του τουρισμού δεν αρκεί πλέον.
Η αλλαγή συνολικού παραγωγικού μοντέλου είναι ένα στρατήγημα μεσο-μακρόπνοο. Η πραγματικότητα ωστόσο μας έθεσε απότομα το καθήκον εκπόνησης προτάσεων πολιτικής, με διττή στόχευση: να έχουν μεν ως άμεσο στόχο την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αναπλήρωση των εισοδημάτων και των θέσεων εργασίας (αλλά και των κρατικών εσόδων…) που θα απολεσθούν μοιραία τα επόμενα χρόνια στον τομέα του τουρισμού, αλλά ταυτόχρονα να στρέφουν σταδιακά το ανθρώπινο και το κοινωνικό κεφάλαιο σε κατευθύνσεις πιο βιώσιμες και ασφαλείς. Ποιες μπορεί να είναι αυτές;
Η ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας, τομέας που σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες αντιστοιχεί στο 20% και παραπάνω του ΑΕΠ τους, δίνει μια τέτοια προοπτική. Είναι ένα διπλό στρατήγημα: απ’ τη μια, δημιουργεί ένα νέο κοινωνικο-οικονομικό πόλο που μπορεί να φέρει από νωρίς τα πρώτα του αποτελέσματα. Απ’ την άλλη, είναι ίσως η μοναδική δυνατότητα να αποκτήσει η αριστερά μια στέρεα ριζωμένη και αειφόρα κοινωνική (και κατ’ επέκταση πολιτική) βάση. Ένα κοινωνικό κεφάλαιο, στο οποίο θα έχει αφήσει ανεξίτηλα τη σφραγίδα της και το οποίο θα την αιματοδοτεί. Είναι κρίμα που, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν μέχρι το 2015 η μόνη δύναμη της ελληνικής αριστεράς που είχε εγκολπωθεί αυτό το εγχείρημα, έπραξε ελάχιστα προς αυτή την κατεύθυνση. Φωτεινή εξαίρεση η θεσμοθέτηση των ενεργειακών κοινοτήτων. Δεν είναι τυχαίο ότι η κυβέρνηση της ΝΔ άρχισε αμέσως την υπονόμευση κάθε προοπτικής των ενεργειακών κοινοτήτων, ενώ τον αναιμικό νόμο μας για την κοινωνική οικονομία τον αντιμετωπίζει μάλλον ως …ακίνδυνο. Το απογοητευτικό είναι ότι τέτοιες θεματικές μοιάζουν να έχουν εγκαταλειφθεί από το μετεκλογικό εαυτό μας.
Αυτοί ήταν κάποιοι εν πλω προβληματισμοί ενός παραθεριστή καθώς επέστρεφε στο λιμάνι του Πειραιά.
Και τέτοια είναι σήμερα τα πεδία, στα οποία η κοινωνία περιμένει από τον ΣΥΡΙΖΑ να της φανεί και πάλι χρήσιμος, επιστρέφοντας ή μάλλον για να επιστρέψει: όχι τόσο η προοπτική της διεύρυνσης, όσο η διεύρυνση της προοπτικής.

Σταύρος Ραπτόπουλος,
μέλος Ο.Μ. ΣΥΡΙΖΑ Νέας Σμύρνης