Σημειώσεις για το τέλος του κόσμου

Του Θωμά Τσαλαπάτη

«Η Αθήνα είχε επιλεγεί γιατί ήταν μία από τις πρώτες πόλεις που εγκαταλείφθηκαν. Οι κάτοικοί της την είχαν εγκαταλείψει στις πρώτες Μεγάλες Μεταναστεύσεις και οι μεταναστευτικοί πληθυσμοί δεν έμειναν να εγκατασταθούν: είχαν περάσει από κει σαν αδιάφορο βλέμμα σε ξένο πρόσωπο.
Με το Κάλεσμα, οι άντρες και οι γυναίκες κατευθύνθηκαν στην Αθήνα με τις ανάγκες και τους φόβους τους. Με το κάλεσμα, οι άντρες και οι γυναίκες είχαν βγει από τα καταφύγιά τους και είχαν έρθει στην Ακρόπολη για να νιώσουν τη ζεστασιά των άλλων ανθρώπων: για να νιώσουν αυτή τη ζεστασιά μια τελευταία φορά.
Οι άντρες και οι γυναίκες είχαν έρθει επειδή το Κάλεσμα, για πρώτη φορά, δεν υποσχόταν τίποτε άλλο πέρα από τη γυμνή δύναμη της αλήθειας: να μαζευτούν όλοι μαζί για να περιμένουν το τέλος.
Οι άντρες και οι γυναίκες είχαν έρθει στην Αθήνα επειδή πίστευαν πως η Αθήνα δεν μπορούσε να τους προσφέρει απολύτως τίποτα.
Έτσι ακριβώς ήρθα και γω».
Santiago H. Amigorena, Τα τελευταία μου λόγια, εκδόσεις Gutenberg,
μετάφραση Τιτίκα Δημητρούλια

Κάθε εποχή αναζητά την εσχατολογία της για να καταλάβει τον εαυτό της. Ως καταστροφή, ως σημείο σε έναν κύκλο, ως λύτρωση, το σημείο αυτό στο επέκεινα της ιστορίας μυθολογεί το παρόν, βλέποντας τη φυσική προοπτική του και το λογικό του τέλος. Η εσχατολογία της δικής μας εποχής συχνά ειπώνεται ως ενοχή. Ως γνώση για τα λάθη και τα εγκλήματα που συντελούνται στο παρόν, τοποθετώντας κρίσιμες επιλογές στο τόσο κοντινό μέλλον. Την εποχή που η οικονομία οικουμενικοποιήθηκε και η άμεση θέαση γεγονότων και κατανάλωση πληροφοριών και θεαμάτων από κάθε μεριά της γης έγινε καθημερινή χειρονομία, δημιουργήθηκε ταυτόχρονα μια μυθολογική θέαση μιας κοινής μοίρας. Η αφήγηση για μια κοινή ανθρώπινη προοπτική. Με όρους ενός επικού μέλλοντος και όχι μιας γειωμένης πραγματικότητας. Ως μια θολή αφήγηση που δεν έχει ακόμη ειπωθεί, αλλά αναμένει τα συμβάντα που θα την ενσαρκώσουν. Άλλωστε, η εποχή μας είναι γέννημα πλανητικών γεγονότων. Των παγκοσμίων πολέμων και των παγκοσμίων οικονομικών κρίσεων, του ψυχρού πολέμου και του τέλους του, της αυτοκρατορίας και της ύβρεώς της.
Η δυστοπία, οι μεταποκαλυπτικές αφηγήσεις στον κινηματογράφο, η απειλή από μια σειρά εξωτερικών εχθρών και εισβολών περιγράφουν ένα μόνιμο συναίσθημα απειλής. Αλλά πιο βαθιά την αίσθηση πως η δικές μας γενιές πράττουν το λάθος συνειδητά. Χωρίς να κρύβονται πίσω από την άγνοια, κατευθύνονται με ταχύτητα προς το παγόβουνο που ήδη διακρίνουν. Στο μυθιστόρημά του «Τα τελευταία μου λόγια», ο Σαντιάγο Αμιγκορένα περιγράφει αυτή τη σύγκρουση. Το τέλος του ανθρώπου το έτος 2086. Ο χώρος του μυθιστορήματος είναι η Ακρόπολη της Αθήνας, όπου οι τελευταίοι εκατοντάδες άνθρωποι μαζεύονται περιμένοντας το τέλος. Ο τελευταίος από αυτούς μάς αφηγείται την ιστορία. Το πώς έφτασε ως εδώ, το πώς η ανθρωπότητα έφτασε ως εδώ, την ιστορία της τελευταίας γενιάς και μαζί του τελευταίου ανθρώπου. Ο ανώνυμος νεαρός αφηγητής συνομιλεί με τον προτελευταίο άνθρωπο, τον υπεραιωνόβιο άντρα με το όνομα Ουίλλιαμ Σαίξπηρ. Εξετάζουν την ομορφιά και τα γεγονότα που οδήγησαν μέχρι εδώ, δεν εξετάζουν άμεσες αιτίες, αλλά οικοδομούν μέσα από διαλόγους μια εποπτεία του ανθρώπινου, αναζητώντας κάποιο νόημα σκαρφαλωμένοι στον Παρθενώνα μέσα στην ατελείωτη ησυχία του τέλους. Όταν ο Σαίξπηρ πεθαίνει, καταλαβαίνουμε πως το τελευταίο πράγμα που χάθηκε πριν την ίδια την ανθρωπότητα είναι η φιλία.
Το μυθιστόρημα δεν θρηνεί, αλλά μάλλον απορεί, αποφεύγοντας έτσι την ηθικολογία. Δεν δίνει απαντήσεις, αλλά μέσα από τα χείλη του τελευταίου ανθρώπου οικοδομεί έναν ποιητικό θρήνο για όλα αυτά που χάθηκαν. Και μαζί για αυτά που χάνονται καθημερινά στον δικό μας κόσμο. Η εσχατολογία είναι το κέλυφος του ποιητικού στοχασμού. Το τέλος του κόσμου περιγράφει στην πραγματικότητα με τρόπο επιτακτικό την επιστροφή στην αρχή, στον πυρήνα των αξιών, στην επανεξέταση των επιλογών. Σε όλα όσα έχουνε σημασία σε μια κρίσιμη εποχή.
«Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος. Δεν με έσωσε μια τύχη εξαιρετική, μια ιδιαίτερη ικανότητά μου, ένα μοναδικό μου χάρισμα: σιγά σιγά, είδα να πεθαίνουν όλοι όσοι ζούσαν.
Δεν έχασα τα παιδιά μου, τους αδελφούς μου, τους γονείς μου: έχασα την ανθρωπότητα.»

http://tsalapatis.blogspot.com/