Σία Αναγνωστοπούλου: Η Συμφωνία των Πρεσπών δεν είναι για μας πυροτέχνημα, είναι αποτέλεσμα πολιτικής αρχών

Η ελληνική κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ μένουν σταθερά στη θέση της λύσης του Μακεδονικού, εφόσον πληρωθούν οι προϋποθέσεις που έχουν τεθεί στη συμφωνία

sia2

Συζητάμε με τη βουλευτή Σία Αναγνωστοπούλου για τις εξελίξεις στο Μακεδονικό, την τακτική της Νέας Δημοκρατίας με τις κρυφές συναντήσεις με τον Ζάεφ, τα επόμενα βήματα της κυβέρνησης στη μεταμνημονιακή εποχή και το ρόλο του ΣΥΡΙΖΑ.

Τη συνέντευξη πήρε η Ιωάννα Δρόσου

Βρισκόμαστε μία βδομάδα μετά το δημοψήφισμα στη γείτονα χώρα. Όπως είχες αναφέρει σε άρθρο σου στην «Αυγή» την περασμένη Κυριακή «έχει πολύ μεγάλη σημασία το ποσοστό συμμετοχής». Πώς αποτιμάς το αποτέλεσμα για την Βόρεια Μακεδονία αλλά και για την Ελλάδα;
Σαφώς το μεγάλο ποσοστό συμμετοχής, σε απόλυτο αριθμό, θα καθιστούσε σαφή και εκκωφαντική τη διάθεση ενός λαού να αναλάβει ο ίδιος την ευθύνη της λύσης αυτού του χρόνιου προβλήματος, ενώ συγχρόνως η πολιτική διαχείριση για την κυβέρνηση Ζάεφ θα ήταν πιο εύκολη. Γνωρίζουμε βέβαια ότι, λόγω τεχνικών και ουσιαστικών προβλημάτων –μη ενημέρωση εκλογικών καταλόγων, μεγάλη μετανάστευση, κλπ.- τα αποτελέσματα δεν αποτυπώνουν την ακριβή ή έστω κατά προσέγγιση πραγματικότητα της συμμετοχής. Επίσης, η απροκάλυπτη έως και χυδαία παρέμβαση των «ξένων», καθώς και ο συμβουλευτικός χαρακτήρας του δημοψηφίσματος ήταν από τους παράγοντες αδρανοποίησης ενός φτωχού και αποκαμωμένου πληθυσμού. Θεωρώ, ωστόσο, ότι η κυβέρνηση Ζάεφ θα τα καταφέρει. Άλλωστε το ποσοστό του «Ναι» επί των ψηφισάντων ήταν πάρα πολύ μεγάλο, ενώ ο αριθμός των ψήφων κυμαίνεται στα ίδια επίπεδα με τις τελευταίες εκλογές στη χώρα αυτή. Η ελληνική κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ μένουν σταθερά στη θέση της λύσης του Μακεδονικού, εφόσον πληρωθούν οι προϋποθέσεις που έχουν τεθεί στη συμφωνία.

 Γιατί, κατά τη γνώμη σου, οι ψηφοφόροι δεν προσήλθαν στις κάλπες; Σύμφωνα με την ανάγνωση του ΚΙΝΑΛ «αποδεικνύονται τα βαθιά αλυτρωτικά και εθνικιστικά στερεότυπα του γειτονικού κράτους».
Η δήλωση αυτή είναι και άστοχη και αντιφατική. Το εθνικιστικό μπλοκ στη γείτονα χώρα δεν έδωσε καμία μάχη για το δημοψήφισμα. Πόνταρε στην αποχή κι απέφυγε να αναλάβει οποιαδήποτε ευθύνη. Η αποχή έχει πολλές αναγνώσεις -σίγουρα και εθνικιστική αλλά όχι μόνο. Επομένως το ΚΙΝΑΛ διαβάζει κατά το μικροκομματικό του συμφέρον το αποτέλεσμα. Το διαβάζει όμως, κάνοντας κι ένα άλμα λογικής. Αν, όπως ισχυριζόταν, η Συμφωνία «τα έδινε όλα στους Σκοπιανούς» (γλώσσα, εθνότητα), τότε αυτοί γιατί δεν πήγαν να ψηφίσουν; Δεν γίνεται να κατηγορεί την κυβέρνηση για υποχώρηση και την ίδια στιγμή οι γείτονες να απορρίπτουν μια τόσο «καλή» για εκείνους συμφωνία. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο στην ανακοίνωση του ΚΙΝΑΛ. Η διατύπωση -«τα βαθιά αλυτρωτικά και εθνικιστικά στερεότυπα του γειτονικού κράτους»- παραπέμπει μάλλον στα βαθιά στερεότυπα εθνικιστικής κοπής κάποιων στο ΚΙΝΑΛ. Για μικροκομματικούς λόγους γίνεται χρήση μιας διατύπωσης που δεν βοηθάει στην ανάλυση της γειτονικής πραγματικότητας, αλλά μάλλον κλείνει το μάτι σε κάποιους από τη δική μας πλευρά. Σε ποιους; Ας το ψάξουν εκεί στο ΚΙΝΑΛ.

Οι ευθύνες της Νέας Δημοκρατίας

sia3

Ενδέχεται οι εξελίξεις στο μακεδονικό να προκαλέσουν πρόωρες εκλογές στη χώρα μας, όπως εκτιμά και επιζητά η Νέα Δημοκρατία;
Η κυβέρνηση έχει σχεδόν ένα χρόνο «ζωής» μπροστά της, και η εκφρασμένη σε όλους τους τόνους βούλησή της είναι να επικυρώσει σε αυτή τη Βουλή τη συμφωνία. Η Συμφωνία των Πρεσπών δεν είναι για μας πυροτέχνημα, είναι αποτέλεσμα πολιτικής αρχών. Όσο για τη Νέα Δημοκρατία, ας το προσέξει λίγο αυτό το ζήτημα των εκλογών. Επί τρεισήμισι χρόνια βλέπει μπροστά της εκλογές. Θυμίζει πια, όχι πολιτική παράταξη, αλλά… «ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται».

Υπάρχει περίπτωση τελικά το μακεδονικό να συνεχίσει να διαιωνίζεται; Η Νέα Δημοκρατία έχει δηλώσει πολλές φορές ότι δεν είναι του παρόντος η επίλυσή του.
Το έχουμε πει χιλιάδες φορές, θα το επαναλάβω ακόμα μία κατηγορηματικά: η διαιώνιση μιας τέτοιας εκκρεμότητας σε μια εποχή ραγδαίας ανόδου του εθνικισμού στην περιοχή μας, αλλά και σε όλη την Ευρώπη, είναι εντέλει αντιπατριωτική πράξη. Η Ιστορία έχει υλικότητα και δεν συγχωρεί αδράνειες και κενά. Δεν συγχωρεί βαριεστημένες και βολικές από το παρελθόν ιδιοτελείς και μικροκομματικές αναγνώσεις του παρόντος, ειδικά όταν έχουμε πύκνωση του ιστορικού και πολιτικού χρόνου. Μας συμφέρει η αποτυχία της Συμφωνίας και η δημιουργία αποσχιστικών τάσεων μέσα στην ΠΓΔΜ; Μας συμφέρει ένα κενό σε αυτή τη μικρή γωνιά του χάρτη σε μια εποχή μεγάλου ανταγωνισμού μεγάλων και μικρών δυνάμεων στην περιοχή; Η Νέα Δημοκρατία οφείλει να αναλογιστεί τις ευθύνες της.

Η Νέα Δημοκρατία, όμως, έκανε κρυφές συναντήσεις με τον Ζάεφ, όπως αποκαλύφθηκε πρόσφατα…  
Αυτή η ιστορία είναι θλιβερή για πολλούς λόγους, είναι όμως εξίσου αποκαλυπτική για το πώς αντιμετωπίζει η Δεξιά –και μάλιστα στην πιο «συγχυσμένη» της εκδοχή- και την εξωτερική πολιτική αλλά και τα συμφέροντα της χώρας. Τα χαρακτηριστικά λοιπόν αυτής της  πολιτικής της Δεξιάς είναι: πρώτον, μυστική διπλωματία. Ο λαός είναι αδαής και δεν πρέπει να ασχολείται με τα υψηλά ζητήματα (εξωτερική πολιτική). Αυτά αποτελούν προνομιακό πεδίο κάποιων ελίτ σε μυστική συνεννόηση με τις αντίστοιχες ελίτ του εξωτερικού. Εν ολίγοις, τα θέματα εξωτερικής πολιτικής δεν υπόκεινται στους δημοκρατικούς κανόνες πολιτικής συζήτησης, αντιπαράθεσης, κυρίως όμως συναίνεσης, στους κανόνες πολιτικής αρχών και θέσεων. Είναι θέμα των ελίτ, των διεθνών φίλων και κουμπάρων. Αυτοί τακτοποιούν τα ζητήματα μεταξύ τους, ερήμην ακόμα και της κυβέρνησης που έχει εκλεγεί από τον κυρίαρχο λαό. Είναι χυδαίο πολιτικά μια μεγάλη παράταξη να κατηγορεί την κυβέρνηση της χώρας για αναξιοπιστία σε αυτούς με τους οποίους διαπραγματεύεται κρίσιμα ζητήματα, μόνο και μόνο για να «σώσει το πολιτικό της τομάρι». Δεύτερον, σε εσωτερικό επίπεδο παίζει τακτικιστικά το έργο των εθνικών θεμάτων: ανάλογα με τα μικροκομματικά και ιδιοτελή προσωπικά συμφέροντα ανεβάζει το θερμότερο του εθνικισμού, και στήνει το χιλιοπαιγμένο σενάριο της πατριωτικής δύναμης απέναντι στις προδοτικές δυνάμεις. Τρίτον, όταν φτάνει η κρίσιμη στιγμή της λύσης ενός ζητήματος, τότε αποδίδει τις ευθύνες στον ξένο παράγοντα, αυτόν που πίεσε και επέβαλε τη λύση ερήμην του εθνικού αισθήματος. Γνωστά, πολύ γνωστά όλα αυτά από τις περιόδους μιας Δεξιάς όταν φλέρταρε ασυστόλως με ό,τι πιο εθνικιστικό και ακροδεξιό. Αυτή τη Δεξιά ζούμε σήμερα.
Πατριωτισμός για εμάς είναι να λύνεις τα εθνικά ζητήματα χειραφετώντας τον λαό, δίνοντάς του τα εργαλεία συνειδητοποίησης για το πώς στέκεται απέναντι στην Ιστορία του, στο παρόν και το μέλλον του. Όχι χειραγωγώντας τον εθνικιστικά και φοβικά ανάλογα με το μικροκομματικό συμφέρον σου. Πατριωτισμός είναι ο σεβασμός του εθνικού χρόνου και όχι η κατασπατάλησή του σε βάρος της χώρας.

Το μεταμνημονιακό πρόγραμμα

Σύμφωνα με ρεπορτάζ της FAZ, η Μέρκελ συζητά τη μη εφαρμογή της περικοπής των συντάξεων, σε περίπτωση που είναι σαφές ότι αυτό θα γινόταν όποια και αν ήταν κυβέρνηση, κλείνοντας το μάτι στη Νέα Δημοκρατία, όπως και ότι αυτό δεν θα σημαίνει «ξήλωμα» άλλων μνημονιακών μέτρων ή νόμων.
Η χώρα, μετά την έξοδο από τα μνημόνια, ανέκτησε ένα σημαντικό μέρος της ανεξαρτησίας της. Επομένως, ό,τι νομοθέτησε με το «πιστόλι στον κρόταφο» λόγω ιδεοληπτικά εμμονικής και λανθασμένης ανάγνωσης της πραγματικότητας εκ μέρους κάποιων (ΔΝΤ), και το οποίο πλήττει τα συμφέροντα των ήδη βαριά τραυματισμένων από την κρίση ομάδων ή τάξεων, μπορεί και οφείλει να το ξενομοθετήσει όταν οι καιροί το επιτρέπουν. Το ίδιο πράττει και η προοδευτική κυβέρνηση της Πορτογαλίας.
Η βαθιά νεοφιλελεύθερη Νέα Δημοκρατία από την άλλη, πολέμησε για να διατηρηθεί το μέτρο, κι αυτό παρά τα προσχηματικά της πυροτεχνήματα. Δεν θα θυμίσω την ερώτηση του κ. Χατζηδάκη προς τον Επίτροπο κ. Μοσκοβισί, θα παραπέμψω όμως σε όλη την ανάλυση του κ. Μητσοτάκη στη ΔΕΘ για το ασφαλιστικό. Οι μυστικές συνεννοήσεις με αδελφά κόμματα στην Ευρώπη και με «πολιτικούς φίλους» έχουν ως στόχο, όπως διαπιστώσαμε ουκ ολίγες φορές αυτά τα τρεισήμισι χρόνια, όχι μόνο να πιέσουν την κυβέρνηση για να εφαρμόσει μέτρα αντιλαϊκής πολιτικής. Κυρίως για να στρώσουν το δρόμο στην πολιτική που θέλει να εφαρμόσει η ΝΔ, αν ποτέ γίνει κυβέρνηση. Η σημερινή Δεξιά στη χώρα είναι η πιο νεοφιλελεύθερη Δεξιά που γνώρισε ο τόπος. Τα μνημονιακά μέτρα συνιστούν πολιτική της Νέας Δημοκρατίας, γι’ αυτό τρέμει την ξενομοθέτησή τους. Δεν θα έχει άλλοθι.

Διανύουμε τους πρώτους μήνες μετά την ολοκλήρωση του μνημονιακού προγράμματος. Ποια είναι τα βήματα εκείνα που πρέπει να γίνουν ώστε να δώσει ένα διαφορετικό στίγμα η κυβέρνηση;
Οι εξαγγελίες του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ συμπυκνώνουν το μεταμνημονιακό πρόγραμμα αυτής της, ταξικά μεροληπτικής, προοδευτικής, αριστερής κυβέρνησης. Τα πρώτα μέτρα είναι ήδη εδώ, νομοθετήθηκαν ή νομοθετούνται, και κινούνται προς δύο κατευθύνσεις: πρώτον, εφαρμογής μιας κανονικότητας που σέβεται τις μεγάλες αρχές του ευρωπαϊκού πολιτισμού, όπως τον διεκδίκησε ιστορικά το μεγάλο σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό κίνημα και εφάρμοσαν και τα αστικά καθεστώτα των ευρωπαϊκών χωρών στις μεγάλες δημοκρατικές περιόδους που οι κυρίαρχες τάξεις λογοδοτούσαν στο εθνικό τους ακροατήριο (συρρίκνωση της ανεργίας, εργασιακά δικαιώματα, ανθρώπινα δικαιώματα, ισότητα «όλων όσων κατοικούν εδώ και αγωνίζονται μαζί μας», ισχυρό κοινωνικό κράτος, δίκαιο φορολογικά κράτος). Δεύτερον, σταδιακής ενδυνάμωσης των θεσμών και μηχανισμών χειραφέτησης της κοινωνίας (προοδευτικές μεταρρυθμίσεις: μαζικοποίηση της ψηφιακής επανάστασης, ηλεκτρονική διακυβέρνηση, υποδομές, κλπ) προκειμένου να αναλάβει δυναμικά τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε μια εναλλακτική ανάπτυξη, βιώσιμη και κοινωνικά δίκαιη. Τρίτον, επιτάχυνσης του αγώνα κατά της διαφθοράς και διαπλοκής. Όλα αυτά στήνουν τις θέσεις μάχης κατά του νεοφιλελευθερισμού.

Το κόμμα ως παραγωγός πολιτικής

Τώρα, περισσότερο από ποτέ, είναι η στιγμή να επανενεργοποιηθεί το κόμμα και να γίνει πράξη το «κόμμα των μελών». Πώς θα γίνει αυτό;
Η μεταμνημονιακή περίοδος είναι κατά πολύ διαφορετική από την προηγούμενη. Στη μνημονιακή περίοδο, ειδικά από τον Ιούλιο του ’15 μέχρι τον Αύγουστο του ’18, όλοι μαζί, κόμμα, κυβέρνηση, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας βρεθήκαμε σε μια μάχη που μας ξεπέρναγε. Δημιουργήθηκε λοιπόν μια μεγάλη ζώνη άμυνας στην οποία μπροστάρης ήταν μεν η κυβέρνηση, αλλά όλοι μαζί –χωρίς ξεχωριστές γραμμές- δώσαμε τη μάχη.  Η ίδια η κυβέρνηση λοιπόν, σε αυτές τις σκληρές, μνημονιακές συνθήκες, λειτούργησε και κινηματικά. Εν μέσω μνημονίων, και κόντρα στους καιρούς, νομοθετήθηκαν σημαντικά νομοσχέδια. Νομοσχέδια αντίστασης, δημοκρατίας και χειραφέτησης των περιθωριοποιημένων ομάδων της κοινωνίας (ιθαγένεια, σύμφωνο συμβίωσης, ταυτότητα φύλου, το εμβληματικό νομοσχέδιο για τους ανασφάλιστους συμπολίτες μας, το επίσης εμβληματικό νομοσχέδιο της απλής αναλογικής στην αυτοδιοίκηση). Η αντιμετώπιση του προσφυγικού, η μάχη με τα εγκατεστημένα συμφέροντα –καναλάρχες, κρατικοδίαιτες επιχειρήσεις και εργολάβους, – όλα αυτά ήταν θέσεις του κόμματός μας. Ο ΣΥΡΙΖΑ –κόμμα και κυβέρνηση- ήρθε εξαιτίας του μνημονίου σε σύγκρουση με τον εαυτό του, αλλά δεν πρόδωσε ούτε τις τάξεις που εκπροσωπεί ούτε την ταυτότητά του. Αυτό το έκαναν τα σοσιαλιστικά κόμματα, όχι ο ΣΥΡΙΖΑ. Το μνημόνιο ήταν μόνο μια θέση μάχης, η μοναδική θέση που διαθέταμε τότε, η μοναδική θέση αντίστασης (όσο αντιφατικό κι αν μοιάζει αυτό) που μπορούσαμε να στήσουμε. Τώρα κερδίσαμε νέες θέσεις μάχης, και από αυτές θα πολεμήσουμε πλέον. Το κόμμα, ως παραγωγός πολιτικής, φορέας σκέψης και δράσης στην κοινωνία, σε θέση στήριξης αλλά και αυτονομίας από την κυβέρνηση, με «συμπλέοντα συμφέροντα» με αυτή αλλά σε διακριτούς ρόλους, είναι σε φάση να επεξεργαστεί το νέο πολιτικό πρόγραμμα για την ελληνική κοινωνία αλλά και την Ευρώπη. Σε μια εποχή ανόδου της ακροδεξιάς, αποθέωσης της μεσσιανικής λογικής, υπονόμευσης της δημοκρατίας και των πυλώνων της –πολιτικά κόμματα- ένα κόμμα της Αριστεράς πρέπει να έχει δυνατό λόγο και ρόλο, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν μπορεί να δώσει νέα διάσταση στη διαιρετική τομή ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά, δημιουργώντας τις ιδεολογικές, προγραμματικές και πολιτικές προϋποθέσεις για τη δημιουργία ενός μεγάλου προοδευτικού μετώπου στη χώρα. Συγχρόνως σε μια ευρωπαϊκή Αριστερά κατακερματισμένη και αμήχανη, στα απαξιωμένα σοσιαλιστικά κόμματα που παραπαίουν ανάμεσα στο «εφικτό» της νεοφιλελεύθερης πολιτικής της λιτότητας και της αποδυνάμωσης των δικαιωμάτων και στο «ευκταίο» για έναν άλλο κόσμο, ο ΣΥΡΙΖΑ διαθέτει την εμπειρία για να θεωρητικοποιήσει τους όρους ανάδειξης του ευκταίου ως το μοναδικό εφικτό για το μέλλον της Ευρώπης. Ο πόλεμος είναι δύσκολος. Ο καλπασμός της ακροδεξιάς στην Ευρώπη, η κυριαρχία της νεοφιλελεύθερης Δεξιάς απαιτούν ταχύτητα σκέψης και δράσης.