Σήμα για μια βαθιά αλλαγή στην πολιτική για τα φυτοφάρμακα

ΥΠΟΘΕΣΗ ΡΑΟΥΝΤΑΠ:

Σήμα για μια βαθιά αλλαγή στην πολιτική για τα φυτοφάρμακα

beopoulos

Του Νίκου Μπεόπουλου

 

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε στις 29 Ιουνίου 2016, να παρατείνει για 18 μήνες την άδεια κυκλοφορίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση του ζιζανιοκτόνου γλυφοσάτη, πασίγνωστο με το εμπορικό όνομα ράουνταπ. Η παράταση δόθηκε σύμφωνα με την Επιτροπή γιατί τα κράτη μέλη «δεν ανέλαβαν τις ευθύνες τους» και εν αναμονή μιας νέας επιστημονικής γνωμάτευσης από την Ευρωπαϊκή Αρχή Χημικών Προϊόντων μέχρι το τέλος του 2017. Αντίθετα, για τις περιβαλλοντικές οργανώσεις η απόφαση της Επιτροπή εξυπηρετεί τα συμφέροντα των χημικών βιομηχανιών.

 

Παράταση άδειας της γλυφοσάτης

 

Η γλυφοσάτη είναι το ζιζανιοκτόνο με τη μεγαλύτερη χρήση στην Ευρώπη και στον κόσμο. Οι επιπτώσεις της στο περιβάλλον και την υγεία είναι αντικείμενο σφοδρής αντιπαράθεσης ανάμεσα σε κυβερνήσεις, αγροχημικές εταιρείες, αγρότες, περιβαλλοντικές και επιστημονικές οργανώσεις. Το Μάρτιο του 2015, το κέντρο παγκόσμιας αναφοράς για τον καρκίνο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, την κατέταξε στην κατηγορία του «πιθανού καρκινογόνου» για τους ανθρώπους. Αντίθετα, λίγους μήνες μετά, μελέτη της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων, στην οποία στηρίζεται η Επιτροπή για τη διαδικασία αξιολόγησης των φυτοφαρμάκων, διατύπωσε τη γνώμη ότι δεν είναι καρκινογόνος (για περισσότερα βλέπε το προηγούμενο άρθρο μου, «Τα συμφέροντα των εταιρειών ενάντια στη δημόσια υγεία», στην Εποχή της 10ης Απριλίου 2016).

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που επιθυμούσε την ανανέωση της άδειάς του, επικαλέστηκε μόνο τη γνώμη της Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων αγνόησε τις άλλες επιστημονικές γνώμες και πρότεινε, αρχικά, παράταση της άδειας για άλλα 15 χρόνια. Θεωρούσε, μάλιστα, ότι το θέμα της άδειας θα λυνόταν, όπως συνήθως συμβαίνει για αυτού του είδους τις εκτελεστικές πράξεις, διακριτικά στο πλαίσιο της αρμόδιας τεχνικής επιτροπής. Ωστόσο, παρά τις τρεις συνεδριάσεις της επιτροπής, η επιθυμητή και απαιτούμενη για το θέμα ειδική πλειοψηφία δεν εξασφάλισε επαρκή στήριξη ούτε την πρώτη φορά με πρόταση για 15 χρόνια άδειας, ούτε τη δεύτερη για 9, αλλά ούτε την τελευταία για απλή παράταση 18 μηνών. Έτσι, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μια μέρα πριν λήξει η άδεια κυκλοφορίας της γλυφοσάτης στην Ευρώπη, αναγκάστηκε να αναλάβει η ίδια την απόφαση παράτασης για ακόμη 18 μήνες.

 

Γιατί απείχαν αρκετά κράτη-μέλη;

 

Γιατί δεν υιοθετήθηκαν οι διαδοχικές προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής; Γιατί υπήρξαν έντονες αντιδράσεις και κινητοποιήσεις πολιτών σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, μη αναμενόμενες από τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών. H πίεση της κοινής γνώμης οφειλόταν στην ευαισθησία της στα υγειονομικά και τα περιβαλλοντικά προβλήματα που δημιουργούνται από τη κατάχρηση των φυτοφαρμάκων. Ευαισθησία που επαύξανε το γεγονός ότι το ράουνταπ ήταν το εμβληματικό προϊόν της Μονσάντο, αγροχημικής εταιρείας με βεβαρημένο περιβαλλοντικό μητρώο. Μεγάλες γεωργικές χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιταλία, εναντιώθηκαν ή απείχαν στις διαδοχικές προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ενώ μικρότερες χώρες όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Αυστρία, το Λουξεμβούργο, η Βουλγαρία και η Μάλτα απείχαν σταθερά. Ειδικά η Ελλάδα, εκπροσωπούμενη από το υπουργείο Γεωργίας, με εξαίρεση μια μικρή αμφιταλάντευση μεταξύ πρώτης και δεύτερης ψηφοφορίας, κράτησε με συνέπεια και σταθερότητα τη θέση της αποχής.

Κάποιοι ισχυρίζονται ότι η αποχή αρκετών κρατών μελών ήταν προσχηματική. Δεν ήταν ούτε το περιβάλλον ούτε η δημόσια υγεία που τα κινητοποίησε, απλά, ήλπιζαν ότι θα δοθεί η έγκριση χωρίς να εμφανίζονται οι ίδιοι ως συνένοχοι. Κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν ότι η μη θετική ψήφος ή η αποχή συγκαλύπτουν τις βαθιές διαστάσεις απόψεων ανάμεσα στα υπουργεία Γεωργίας και Περιβάλλοντος, ειδικά στη Γαλλία και τη Γερμανία όπου συχνά η επιδιαιτησία των διαφορών λύνεται είτε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ή την Καγκελάριο, και την πρόθεση να μεταφερθεί το πολιτικό βάρος της απόφασης στους ώμους της Επιτροπής. Τέλος, κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν ότι η στάση ορισμένων κρατών υπαγορεύεται πιθανόν και από τις, κατά τα φαινόμενα, εν εξελίξει διαπραγματεύσεις εξαγορών μεταξύ αγροχημικών κολοσσών.

Αν δεν θέλουμε να μας εγκλωβίσει το θέαμα της διαδικασίας των διαπραγματεύσεων ή η ανεύρεση της αλήθειας ανάμεσα στη στάση και τις προθέσεις των κρατών μελών ή ακόμη το φημολογούμενο παιχνίδι των εξαγορών θα πρέπει να σκεφτούμε τι πρέπει να σημαίνει αυτή η προσωρινή άδεια.

 

Τι σημαίνει η προσωρινή άδεια;

 

Στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καταγράφεται μια σαφής καταναγκαστική εξέλιξη του χρονικού ορίζοντα των προτάσεων ανανέωσης από 15 χρόνια, σε 9 και τέλος στους 18 μήνες. Επίσης, αποκαλύφθηκε, μέσω της επιστημονικής διαμάχης για την επικινδυνότητα του συγκεκριμένου ζιζανιοκτόνου, η κρίση εμπιστοσύνης στο ευρωπαϊκό σύστημα αξιολόγησης και διαχείρισης των υγειονομικών και περιβαλλοντικών απειλών. Η πιο επίμονη κριτική εστιάζει στο γεγονός ότι υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων για ορισμένα μέλη των οργάνων που λαμβάνουν τις αποφάσεις, εξαιτίας της άμεσης ή έμμεσης σχέσης τους με τις αγροχημικές εταιρείες και η οποία μπορεί να επηρεάσει τις εισηγήσεις τους. Τέλος, ενώ θα έπρεπε να ληφθούν προσωρινά μέτρα διαχείρισης του κινδύνου που αντιπροσωπεύει το συγκεκριμένο προϊόν, όπως απαιτεί η αρχή της προφύλαξης (άρθρο 7 του Κανονισμού (ΕΕ) 178/2002) όταν υπάρχουν επιστημονικές διαφωνίες και επιστημονική αβεβαιότητα για τους κινδύνους που διατρέχει η δημόσια υγεία, η Επιτροπή αγνόησε εντελώς τις σχετικές υποδείξεις.

Το πιο σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι αυτή η προσωρινή απόφαση δεν πρέπει να περιοριστεί στην επικοινωνιακή της πλευρά, πρέπει να αποτελέσει το σήμα για μια βαθιά αλλαγή στην πολιτική για τα φυτοφάρμακα. Η γλυφοσάτη βρίσκεται σε καθεστώς προσωρινής αναστολής. Αυτή η ολιγόμηνη αναστολή δεν πρέπει να εξυπηρετήσει τα οικονομικά συμφέροντα της Μονσάντο και των άλλων αγροχημικών εταιρειών, θα πρέπει από τώρα να θεωρήσουμε ότι η απαγόρευσή της θα συμβεί αργά ή γρήγορα. Άρα να δράσουμε αμέσως σαν να είχε απαγορευτεί και να στηρίξουμε τους αγρότες να προσαρμοστούν καλύτερα σε μια νέα γεωργία λιγότερο εξαρτημένη από τα φυτοφάρμακα.

Πραγματικά, απαγορεύσεις φυτοφαρμάκων, περιορισμένες βεβαίως, έχουν υπάρξει και στο παρελθόν, όπως πριν πολλά χρόνια για το πασίγνωστο εντομοκτόνο DDT ή πιο πρόσφατα για το ζιζανιοκτόνο ατραζίνη. Αντικαταστάθηκαν, όμως, από χημικά προϊόντα εξίσου ή ακόμη πιο προβληματικά και το ίδιο θα συμβεί και με τη γλυφοσάτη αν δεν υπάρξει σημαντική εξέλιξη του κυρίαρχου γεωργικού μοντέλου.

 

Απαιτείται ένα σύνολο γεωπονικών μέτρων

 

Η δραστική ουσία γλυφοσάτη, που εφευρέθηκε πριν από 40 χρόνια από τη Μονσάντο, έγινε στη διάρκεια των 20 τελευταίων ετών, βασικό εργαλείο της βιομηχανοποίησης της γεωργίας και της εξαφάνισης των αγροτών. Οδηγεί σε απλοποίηση του τρόπου διεξαγωγής των καλλιεργειών, με περιορισμό του οργώματος, της αμειψισποράς και της αγροτικής εργασίας, ευνοεί τη μεγέθυνση των εκμεταλλεύσεων και τη μονοκαλλιέργεια. Είναι, επίσης, επακόλουθο ορισμένων γενετικά τροποποιημένων οργανισμών που δημιουργήθηκαν για να είναι ανθεκτικά στην εν λόγω δραστική ουσία, πολλαπλασιάζοντας έτσι τις πωλήσεις της.

Η αντικατάστασή του από ένα άλλο χημικό προϊόν ισοδύναμης αποτελεσματικότητας και επίπτωσης στο περιβάλλον υπάρχει ή μπορεί να βρεθεί, αλλά δεν λύνει κανένα πρόβλημα. Θα πρέπει να αναζητηθεί ένα σύνολο γεωπονικών μέτρων που μπορούν να αποφύγουν ή να περιορίσουν τη χρήση του. Για μικρές εκτάσεις, πάρκα και κήπους, το προϊόν δεν είναι απαραίτητο, υπάρχουν λύσεις και τα ζιζάνια μπορούν να αντιμετωπιστούν χωρίς φυτοφάρμακα. Δεν ισχύει το ίδιο για τη γεωργία, γιατί όταν πρέπει να καταστραφούν ζιζάνια σε δεκάδες ή εκατοντάδες στρέμματα οι λύσεις αυτές γίνονται πολύ γρήγορα μη ρεαλιστικές

Όντας ένα από τα πιο αποτελεσματικά ζιζανιοκτόνα, αλλά επικίνδυνο για το περιβάλλον και την υγεία και έχοντας ήδη προκαλέσει στροφή στις πρακτικές φυτοπροστασίας, η απαγόρευση της χρήσης του θα πρέπει να συνοδευτεί από ένα σχέδιο στήριξης απεξάρτησης από αυτό το ζιζανιοκτόνο. Οι δημόσιες αρχές που έχουν διπλή υποχρέωση αφενός της προστασίας του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας και αφετέρου να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις επιβίωσης των παραγωγών, θα πρέπει να βοηθήσουν τους παραγωγούς στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων. Για αυτό θα πρέπει να τεθεί σε εφαρμογή μια πολιτική στήριξης που θα τις ενισχύει, με όρους έρευνας και οικονομικής στήριξης των αγροτών που αναλαμβάνουν ένα οικονομικό κίνδυνο αλλάζοντας τον τρόπο παραγωγής τους.