Σκαλίζοντας τις πληγές της Ιστορίας

Αλίς Ζενιτέρ «Η τέχνη της απώλειας»
(μτφ. Έφη Κορομηλά, εκδ. Πόλις, 2019)

Οι χαρκί (ή αρκί, σύμφωνα με τη γαλλική προφορά) ήταν Αλγερινοί που υπηρέτησαν στον γαλλικό στρατό και πολέμησαν στις τάξεις του κατά τον πόλεμο της ανεξαρτησίας της Αλγερίας. Μετά την ανεξαρτησία, περίπου 20.000 από αυτούς έφυγαν στη Γαλλία, όπου έζησαν για πολύ καιρό σε καταυλισμούς και στρατόπεδα, ενώ όσοι έμειναν στη Γαλλία κυνηγήθηκαν συχνά από τις αρχές ή από τους υπόλοιπους Αλγερινούς, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν αρκετές χιλιάδες.
Στο πολυβραβευμένο μυθιστόρημά της, Η τέχνη της απώλειας, η Αλίς Ζενιτέρ καταπιάνεται με το δύσκολο και καθόλου αβανταδόρικο θέμα της μοίρας των χαρκί, συνθέτοντας μια οικογενειακή σάγκα που καλύπτει πολλές δεκαετίες προσωπικής και συλλογικής ιστορίας.
Στο επίκεντρο της ιστορίας, η Ναϊμά, μια σύγχρονη νεαρή Γαλλίδα αλγερινής καταγωγής που κάποια στιγμή έρχεται σε επαφή με την οικογενειακή της ιστορία –μια ιστορία που φάνταζε στα μάτια της εντελώς μακρινή και ξένη– και συνάμα με την ιστορία και την πραγματικότητα της χώρας καταγωγής της.
Παππούς της Ναϊμά ήταν ο Αλί, ένας ορεσίβιος πάτερ φαμίλιας από τα βουνά της Καβυλίας, που, όταν ξεσπάει ο πόλεμος της ανεξαρτησίας της Αλγερίας, θα βρεθεί τελικά να γίνεται χαρκί, συνεργάτης των Γάλλων στον πόλεμό τους εναντίον των συμπατριωτών του. Το 1940 ο Αλί είχε πολεμήσει στον γαλλικό στρατό (όπου στις πιο άγριες και αιματηρές μάχες «οι άντρες από τις αποικίες στάλθηκαν στην πρώτη γραμμή»), όταν θα επιστρέψει, όμως, «ξαναβρίσκει τη φτώχεια» που σημαδεύει πάντα τη ζωή του. Το 1953 ο Αλί θα αποκτήσει τον πολυπόθητο γιο, ένα αγόρι που γεννιέται «την εποχή των κουκιών», τον Χαμίντ: τον πατέρα της Ναϊμά. Ο Αλί είναι αντιπρόεδρος της Ένωσης Βετεράνων Πολεμιστών, όταν «ακούει να μιλάνε για τις επιθέσεις της 1ης Νοεμβρίου του 1954 και, για πρώτη φορά, για το FLN», το Μέτωπο Εθνικής Απελευθέρωσης της Αλγερίας. Οι επίσημες αρχές τούς αποκαλούν εγκληματίες και ληστές, «χειραγωγούνται από τους κομμουνιστές της Ρωσίας» λένε, ενώ ο Αλί και άλλοι Καβύλιοι τους βλέπουν επιφυλακτικά και για έναν ακόμα λόγο: «θαρρείς πως οι Άραβες θα είναι πιο μαλακοί απ’ τους Γάλλους;».
Ο Αλί έχει ζήσει πολλές ήττες, προσωπικές και συλλογικές. Τούτη τη φορά παίρνει την απόφασή του: «Του χρειάζονται αποδείξεις για να πιστέψει στον αγώνα. Αν δεν σιγουρευτεί πως θα είναι με την πλευρά αυτών που θα νικήσουν, δεν θα πάει. Έχει ήδη δώσει». Όταν λοιπόν ο Γάλλος αξιωματικός τον ανακρίνει, και ενώ γύρω του η βία γενικεύεται στην πιο απεχθή της μορφή ενίοτε, ο Αλί πιστεύει πως πλέον θα τον θεωρήσουν έτσι κι αλλιώς προδότη και κάνει την κρίσιμη κίνηση: επιστρέφει οικεία βουλήσει στο στρατόπεδο. «Τώρα, είναι προδότης εν ζωή. Και είχε δίκιο: δεν υπάρχει καμία διαφορά». Θα αγνοήσει κάθε ευκαιρία να αλλάξει στρατόπεδο, καθώς εκείνο που τον νοιάζει είναι η φαμίλια του, ενώ ο Χαμίντ μεγαλώνει «ευτυχισμένος επειδή δεν ξέρει ότι ζει σε μια χώρα χωρίς εφηβεία» όπου «το πέρασμα απ’ τη μια ηλικία στην άλλη είναι σκληρό, απότομο».

Ένας άλλος κόσμος

Όταν όμως έρχεται η στιγμή να υπογραφούν οι συμφωνίες του Εβιάν, την άνοιξη του 1962, και η Αλγερία να πανηγυρίσει την ανεξαρτησία της, η ζωή για τον Αλί, για όλους τους χαρκί, αλλάζει από τη μια στιγμή στην άλλη: «Πες στον πατέρα σου πως πολύ σύντομα θα τον ξεπαστρέψουνε», προειδοποιούν τον Χαμίντ – και ο Αλί αποφασίζει να πάρει μαζί με την οικογένειά του το καράβι που θα τους πάει στη Γαλλία. «Το πολύ σε έξι μήνες θα έχουμε γυρίσει στο χωριό», λέει στη γυναίκα του για τον τόπο που δεν θα ξαναδεί ποτέ ξανά.
Στην «ψυχρή» Γαλλία τούς περιμένει ο καταυλισμός – «ένας περιφραγμένος χώρος γεμάτος φαντάσματα». Τι είναι εκείνοι τη στιγμή οι φυγάδες, ποιοι είναι; «Η Αλγερία θα τους ονομάσει αρουραίους. Προδότες. Σκυλιά. Τρομοκράτες. Αποστάτες. Ληστές. Μιασμένους. Η Γαλλία δεν θα τους ονομάσει καθόλου, ή πολύ λίγο. Η Γαλλία ράβει το στόμα της κλείνοντας με συρματοπλέγματα τους καταυλισμούς υποδοχής». Εκεί, «αυτοί που έφυγαν για να γλιτώσουν από τον πόλεμο δεν μπορούν να τον ξεχάσουν». Εκεί, το «πατερναλιστικό ύφος» με το οποίο έρχονται αντιμέτωποι το βλέπουν να μεταμορφώνεται σε ρατσισμό, σε απόρριψη, σε αποκλεισμό. Σε βία. Εκεί, θα προσπαθήσουν να κρατήσουν ζωντανή την ψευδαίσθηση ότι είναι Γάλλοι, «κανονικοί» ίσως, μέχρι να συνειδητοποιήσουν με τον πιο οδυνηρό τρόπο πως είναι στην καλύτερη περίπτωση δεύτερης κατηγορίας, ειδικά όταν θα τους επιτραπεί να βγουν από τους καταυλισμούς, για να οδηγηθούν σε οικιστικά συγκροτήματα «έξω από την περίμετρο της πόλης και των προαστίων της». Εκεί, ο Αλί θα μένει σιωπηλός και θα «σφίγγει τις γροθιές του» όταν ο Χαμίντ θα τον ρωτάει αν τον ανάγκασαν να συνεργαστεί με τους Γάλλους, αν τον στρατολόγησαν με τη βία, συνειδητοποιώντας λίγο-λίγο πως «η Γαλλία είναι ένας κόσμος-παγίδα μέσα στον οποίο χάθηκε», για να φτάσει τελικά κάποτε να πει πως «δεν είμαι πια περήφανος για τίποτα».
Αυτή τη μακρινή αλλά ολοζώντανη ιστορία της οικογένειάς της αλλά και πολλών άλλων χαρκί για την οποία «η οικογένειά της υψώνει το τείχος της σιωπής, του θανάτου και των ευσεβών πόθων», η Ναϊμά –που ζει στη σημερινή Γαλλία όπου αυξάνεται καθημερινά η ισλαμοφοβία και ο ρατσισμός– προσπαθεί να τη συλλάβει, μπροστά σε ένα επικείμενο ταξίδι της στην Αλγερία, όπου τελικά θα βρει και θα συναντήσει τα μέλη της οικογένειάς της που έχουν μείνει εκεί. Ένα ταξίδι όπου, όταν ρωτιέται αν βρήκε αυτό που έψαχνε εκεί, θα απαντήσει «δεν είμαι σίγουρη», όπου καταλαβαίνει τι μπορεί να σημαίνει «να κατάγεσαι από μια χώρα χωρίς να της ανήκεις», καταλαβαίνει τον πατέρα της που «είχε αποφασίσει να χτίσει μια ζωή χωρίς να τη θεμελιώσει πάνω στα πρώτα παιδικά του χρόνια», καθώς «γι’ αυτόν, η Αλγερία δεν είναι (δεν είναι πια;) μια χαμένη πατρίδα, είναι μια πατρίδα απούσα, ή έστω μακρινή».

Η πατρίδα, οι ρίζες, οι ψευδαισθήσεις

Το μυθιστόρημα της Ζενιτέρ είναι ένα τολμηρό βιβλίο, καθώς καταπιάνεται με ένα θέμα ταμπού για κάποιους ανθρώπους με ένα παρελθόν που, όχι μόνο δεν είναι ηρωικό, αλλά αποτελεί στίγμα, σε έναν πόλεμο που εξελίχθηκε «καμουφλαρισμένος πίσω από ευφημισμούς». Έχοντας μπροστά της μια πληγή που δεν θα κλείσει ποτέ (το 2000 ο πρόεδρος της Αλγερίας, Α. Μπουτεφλίκα, λέει πως «δεν έχουν ωριμάσει ακόμη οι συνθήκες για επισκέψεις των χαρκί. Είναι σαν να ζητούσαμε από έναν Γάλλο αντιστασιακό να πιάσει το χέρι ενός συνεργάτη των Γερμανών»), η συγγραφέας θέτει κάποια ζητήματα κρίσιμα και ριψοκίνδυνα («πώς γεννιέται μια πατρίδα;» ή «αυτές οι ιστορίες για ρίζες είναι μαλακίες. Έχεις δει δέντρο να μεγαλώνει χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά απ’ τις δικές του;»).
Ο πόλεμος της ανεξαρτησίας είχε πολλές πλευρές, ορισμένες καθόλου γοητευτικές, και η Αλίς Ζενιτέρ προσπαθεί να ανιχνεύσει κάποιες από τις πιο άγνωστες και σκοτεινές, έστω κι αν η ματιά στα πολιτικά γεγονότα που αποτυπώνεται στο βιβλίο κάποιες φορές καθορίζεται κι αυτή από τους πρωταγωνιστές της και από το δύσκολο θέμα το οποίο η συγγραφέας έχει επιλέξει να πραγματευτεί.
Ο ξεριζωμός, η ενοχή και ο φόβος, η απόρριψη και η άρνηση, οι πληγές και η επούλωση ή το κακοφόρμισμά τους, αποτυπώνονται σε ένα μυθιστόρημα γεμάτο λυπημένες σιωπές για το παρελθόν, για τις ρίζες και τους δεσμούς, για τις πληγές της Ιστορίας.

Κώστας Αθανασίου