«Σκλήθρα»

η χλωρίνη επιστρέφει

 

Απόψε ήρθε δίπλα μου εκείνος, πέρασε ξυστά. Δεν διάλεξε εμένα,

ούτε την ετοιμόρροπη γιαγιά στο απέναντι διαμέρισμα. Μια μετανάστρια

από τη Βουλγαρία, γύρω στα πενήντα θα ’ταν. Ήρθε η αστυνομία,

έφυγε, ούτε γάτα, ούτε ζημιά. Ο διάδρομος μοσχοβολά ξανά χλωρίνη.

Κι εγώ ν’ ακούω τα δελτία, να διαβάζω τις εφημερίδες, να μην μπορώ

ν’ αποδεχτώ πως το συμβάν αυτό είδηση δεν λογίζεται,

εξόν του πέμπτου ορόφου.

Ο Γιάννης Ρίτσος έγραφε πως «η ποίηση είναι μνήμη του μέλλοντος». Δηλαδή μια συνθήκη όπου το νέο και το οικείο ουσιαστικά ταυτίζονται. Δεν μπορώ να βρω πιο ταιριαστό δίδυμο ιδιοτήτων  που να περιγράφουν το συγγραφικό εγχείρημα της Ράνιας Καραχάλιου. Η «Σκλήθρα» κουβαλά την οικειότητα της παιδικής ηλικίας. Μιας ηλικίας που παρ ότι επιμερίζεται σε συγκεκριμένα πρόσωπα και γεγονότα, η χροιά της καταγραφής, η ένταση και η ακριβολογία την καθιστούν μια κοινή ηλικία. Όσο οι επιμέρους ηλικίες μας απομακρύνονται, τόσο μοιάζουν, σαν ανθρώπινες φιγούρες στον ορίζοντα που όλες τους έχουν το ίδιο σουλούπι. Το βιβλίο, όχι μέσα από τις ιστορίες αλλά μέσα από τη γλώσσα και τον τρόπο των ιστοριών μας υπενθυμίζει αυτή την παραδοχή. Ταυτόχρονα, η «σκλήθρα» με την αρχιτεκτονική των επεισοδίων, τον επιμερισμό της έκτασης μέσα από τις εμβόλιμες επιστολές, την απεύθυνση αλλά και τη μεικτή φόρμα καταφέρνει να είναι ένα βιβλίο νέο. Ένα βιβλίο αυτοτελές και ολοκληρωμένο, με ξεχωριστό ύφος και διακριτό στίγμα.

Νομίζω πως δεν υπάρχει πιο λάθος κουβέντα που μπορεί να γίνει από την προσπάθεια να προσδιοριστεί ένα βιβλίο με όρους φόρμας. Ειδικά όταν ο συγγραφέας του δεν το επιθυμεί (δεν το ομολογεί σε κάποιο μέρος του βιβλίου).  Μικρές ιστορίες, μικρομυθοπλασία, μικροδιηγήματα, μικρά αφηγήματα, poem en prose, Flash Fiction. Όλοι αυτοί οι χαρακτηρισμοί είναι σωστοί ώστε να περιγράψουνε τη Σκλήθρα. Και ταυτόχρονα λανθασμένοι. Η μορφή ενός βιβλίου προκύπτει από το περιεχόμενό του, η μάλλον συνομιλεί μαζί του με τρόπο οργανικό σε μια συνύπαρξη που θυμίζει της δύο όψεις μιας κόλλας χαρτιού (Ω Σωσσύρ!). Η μεταιχμιακή μορφολογία της «Σκλήθρας» δεν είναι ένα στοιχείο νέο. Αυτό που έχει σημασία είναι πως είναι ένα στοιχείο απαραίτητο για το βιβλίο. Η απροσδιοριστία της μορφής, έρχεται να συνομιλήσει με την ηλικιακή απροσδιοριστία του ποιητικού υποκειμένου που αφηγείται, αυτό το σημείο όπου η γυναίκα και το κορίτσι συνυπάρχουν σε μια μόνιμη ανάμνηση προς το παρελθόν ή το μέλλον, όταν το κορίτσι θυμάται τη γυναίκα που δεν έχει ακόμα γίνει και η γυναίκα πλάθει ένα μέλλον φτιαγμένο από κορίτσι. Μαζί η μορφή συνομιλεί και με την απροσδιοριστία του σκοτεινού κυρίου, το σκοτάδι του οποίου φωτίζει τις αφαιρέσεις των κειμένων, την άγνωστη απεύθυνση των κειμένων και των επιστολών. Την απεύθυνση προς εκείνο τον άγνωστο Άλλο που πάντοτε παίρνει μορφή από τις δικές μας ερμηνείες, από τον τρόπο που εμείς γεμίζουμε τα δοχεία του νοήματος.

Οι όροι τους οποίους θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε ώστε να προσδιορίσουμε το βιβλίο, στην πραγματικότητα ορίζουν τον δικό μας τρόπο θέασης. Η «σκλήθρα» θα μπορούσε να ειδωθεί και ως ένα αποσπασματικό Bildungsroman, ένα κομματιαστό μυθιστόρημα μαθητείας και διάπλασης. Στο πρώτο μέρος του βιβλίου η παιδική ηλικία κυριαρχεί. Αυτή ορίζει την καθαρότητα των ιστοριών, τη διαμπερή τους αφήγηση. Η ελλειπτικότητα όπως  εισέρχεται συχνά στους καταληκτικούς στίχους προοικονομεί το δεύτερο μέρος του βιβλίου. Εδώ περνάμε σε μια ενηλικίωση που δεν ομολογείται, όμως σαν να περιγράφεται από το διαφορετικό ύφος. Το ύφος δεν αλλάζει ριζικά αλλά μετατοπίζεται, η πραγματικότητα του βιβλίου γίνεται απότομα φανταστική, σουρεαλιστικές εικόνες και παράλογες καταστάσεις περιγράφουν μια άλλη ηλικία, περισσότερο έκθετη και λιγότερο ασφαλή, μια συνθήκη πιο σύνθετη και πιο επιθετική. Μια παρτίδα σκάκι σκαλώνει στο εσωτερικό ενός κεφαλιού, ένα μήλο κατακλύζει ένα διαμέρισμα εξορίζοντας τους κατοίκους του και ένα πουλί αποδεικνύεται περαστικοί «που γνέφουν στο τρόλεϊ να τους χάψει». Η απόσταση ανάμεσα στις παιδικές αναμνήσεις της επαρχίας και ενός παρόντος σαφώς πιο αστικού περιγράφει μια πορεία. Η πορεία αυτή δεν κατονομάζεται, μόνο εμφανίζεται αποσπασματική μέσα από δύο της σημεία. Έτσι, το ταξίδι ταξιδεύει περισσότερο. Ταυτόχρονα η συνομιλία των εικόνων και των καταστάσεων του δεύτερου μέρους με το νοσταλγικό πρώτο κομμάτι σου δημιουργούν μια αίσθηση ροής του χρόνου. Η μετατόπιση του ύφους είναι μετατόπιση χρόνου.

«Εντός μου κουβαλώ πουλί βαλσαμωμένο, τη μνήμη» μας λέει η συγγραφέας. Και στη «σκλήθρα» διαρκώς συναντούμε οικεία πρόσωπα ενός οικείου παρελθόντος που ξεμακραίνει. Πρόσωπα συγγενών, φίλων του παιχνιδιού, τοπόσημα της γειτονιάς και της ηλικίας όπως η Ρεβέκκα η φόνισσα ή η Μαρία η δαιμονισμένη που τώρα μέσω της ανάμνησης η όψη τους λειαίνεται και γίνονται ενσαρκώσεις παιδικότητας. Επίθετα γιατρών όπου η ιδιότητα και το όνομα ταυτίζονται όπως στον παιδίατρο Σαλαμαλίκη (ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει). Εδώ δημιουργείται μία ακόμα αντίθεση. Αυτή ανάμεσα στα γνωστά πρόσωπα και τα οικεία τοπία και στην μορφή του σκοτεινού κύριου στον οποίο (υποθέτουμε πως) απευθύνονται οι επιστολές. Ένα πρόσωπο που παίρνει χαρακτηριστικά αποκλειστικά από όσα του απευθύνει η συγγραφέας.

Οι επιστολές αυτές, άσχετα με το σε ποιόν τελικά απευθύνονται και αν τελικά απευθύνονται σε κάποιον (αν δηλαδή ο σκοτεινός κύριος είναι ένα ον φανταστικό που εξυπηρετεί απλώς μια συγγραφική ανάγκη όπως πληροφορούμαστε στο ποίημα «ομολογία»), οι επιστολές αυτές ξαναλέω δημιουργούν μια αίσθηση εξομολόγησης και μάλιστα με όρους άμεσους. Αυτά τα στοιχεία περνούν και στα υπόλοιπα κείμενα του βιβλίου ορίζοντας κάθε τι που περιγράφεται. Ταυτόχρονα η μικρή φόρμα με τους όρους που τη διαχειρίζεται η συγγραφέας έχει την οικειότητα της σημείωσης, της ημερολογιακής καταγραφής. Η γλώσσα του βιβλίου κατασκευάζεται εντός αυτού του πλαισίου.

Η γλώσσα έχει θέση στοιχείου καταγραφής. Ταυτότητα και μαζί μνήμη. Η χροιά της ανάμνησης ορίζεται από γλωσσικά σημεία. Από αναπαραγωγές ονομάτων, παρατσουκλιών, από μια καθαρεύουσα που έρχεται από μια άλλη εποχή και πολλές φορές γίνεται γεωγραφία των αξιωμάτων και των αντιλήψεων μιας δεδομένης κοινωνίας. Συχνά οι λέξεις εμφανίζονται σαν να έχουν σώμα σχεδόν σαν να έχουν υλική υπόσταση π.χ.  «Τις Κυριακές στη λειτουργία χορταίναμε μέχρι σκασμού λιβάνι και λέξεις ακαταλαβίστικες.». Στη συνέχεια η γλώσσα γίνεται ειρωνική κάποιες φορές αυτοσαρκαστική, κάποιες φορές άμεση και άλλες αφηρημένη αλλά μονίμως πυκνή. Η ομοιοκαταληξία, η ποίηση, η ονοματοδοσία έχουν τη χροιά της παιδικής γλώσσας, όταν κάθε τι ήταν απαραιτήτως αυτό, τότε που η ακρίβεια ήταν μαζί και πρόσωπο και ταυτότητα. Ταυτόχρονα στη γλωσσική ποικιλία του βιβλίου συναντούμε στοιχεία ντοπιολαλιάς, ιδιωματισμών και κάποιες φορές επιστημονικών ορολογιών. Τις «λύκαινες λέξεις», τα «εσαεί» , τα προφανή που και αυτά πρέπει να λεχθούν.

Και νομίζω πως στο σημείο αυτό προσεγγίζουμε τον πυρήνα του βιβλίου. Την ανάμνηση ως γλωσσική διαδικασία, την ποιητική αφαίρεση ως μια άλλη μεταφορική κυριολεξία που κυριολεκτεί βαθύτερα.  Τη γλώσσα ως βίωμα.