Σκόρπια βιβλία για τον Αύγουστο

Χεσούς Καρράσκο «Άγρια ερημιά»
(μτφ. Λένα Φραγκοπούλου, εκδ. Αντίποδες, 2018)

Ενα αγόρι κρύβεται κυνηγημένο σε έναν ερημότοπο. Φοβάται, θέλει να ξεφύγει χωρίς να το νοιάζει πού θα πάει, δραπετεύει από κάτι που δεν ξέρουμε ακόμα, μόνο προς το τέλος του βιβλίου θα μάθουμε τι είναι εκείνο που υπήρξε η αιτία αυτής της απελπισμένης φυγής. «Ποτέ στη ζωή του δεν είχε ξεμακρύνει τόσο πολύ απ’ το χωριό. Ό,τι εκτεινόταν πέρα από τα πόδια του αποτελούσε, απλούστατα, άγνωστη γη», όμως ξέρει, έχει καταλάβει «πως δεν υπήρχε πλέον γυρισμός».
Σίγουρα πάντως θέλει να ξεφύγει από τον χωροφύλακα που το κυνηγάει πεισματικά και το κάνει να χώνεται σαν άγριο ζώο στα λαγούμια της ερημιάς. Σε αυτό το άγριο τοπίο, θα συναντήσει έναν γέρο βοσκό που, χωρίς όρους και ερωτήσεις, χωρίς όρια και φόβο, θα το βοηθήσει. «Να ξέρεις πως το ίδιο μου κάνει αν είσαι χαμένος ή σκαστός», ξεκαθαρίζει από την πρώτη στιγμή ο γέρος στο αγόρι. Δύο παράλληλες μοναξιές που τέμνονται και παίρνουν μαζί τον δρόμο της φυγής. Η εύλογη δυσπιστία κάποια στιγμή θα σπάσει. Και όταν η βία των ανθρώπων θα έρθει να προστεθεί στο αφιλόξενο τοπίο, οι δεσμοί ανάμεσα στους δυο κυνηγημένους θα δυναμώσουν καθώς ποτίζονται σε αίμα.
Μικρές, απρόσμενες φωτεινές στιγμές –μικρές ή μεγάλες πράξεις, λίγα λόγια που σπάνια ανταλλάσσονται– σπάνε τον ζόφο που κυριαρχεί σε αυτό το εντυπωσιακό πρώτο μυθιστόρημα του Ισπανού συγγραφέα, ο οποίος γράφει ένα κείμενο που κάνει τον αναγνώστη να νιώσει στα χείλη του τη γεύση της ερημιάς και του φόβου, ένα κείμενο που συνάμα πλάθει δύο χαρακτήρες που σελίδα σελίδα ζωντανεύουν όλο και περισσότερο, τον ανώνυμο γέρο και το ανώνυμο αγόρι που, όμως, «θα ήθελε να είχε μάθει το όνομα του γέρου» με τον οποίο συνέδεσε την περιπλάνησή του σε αυτόν τον επίσης ανώνυμο αγριότοπο και την πορεία του προς το «αβέβαιο μέλλον» μιας σκληρής ενηλικίωσης.

 

Φόλκερ Βάιντερμαν «Ονειροπόλοι»
(μτφ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα, 2019)

Ο υπότιτλος του βιβλίου του Βάιντερμαν είναι χαρακτηριστικός, αποκαλυπτικός: «Όταν οι συγγραφείς πήραν την εξουσία. Γερμανία 1918». Ο συγγραφέας του εξαιρετικού Οστάνδη 1936 στρέφει πάλι τον (μεγεθυντικό) φακό του σε μια κρίσιμη στιγμή της ιστορίας: στη σύντομη Γερμανική Επανάσταση, από τον Νοέμβριο του 1918 μέχρι τον Απρίλιο του 1919, και στη Βαυαρική Σοβιετική («ψευδοσοβιετική» για κάποιους) Δημοκρατία. Μια ιστορία που «φυσικά και ήταν παραμύθι, παραμύθι και τίποτα άλλο, που για λίγες βδομάδες έγινε πραγματικότητα».
Τον Νοέμβριο του 1918, και ενώ «ο αναθεματισμένος πόλεμος» κρατούσε πάνω από τέσσερα χρόνια, ο κόσμος αντιδρά, κουρασμένος και οργισμένος, και τελικά ξεσηκώνεται φωνάζοντας στους δρόμους «Ειρήνη!» και «Ζήτω η Παγκόσμια Επανάσταση!». Η εξέγερση φαίνεται να νικάει, το Μόναχο φαίνεται πως «θα γίνει κόκκινο. Κόκκινο και καινούργιο και ειρηνικό και ελεύθερο». Και η μεγάλη περιπέτεια αρχίζει, καθώς όλο και περισσότεροι άνθρωποι αρχίζουν να πιστεύουν πως αυτός ο τόπος μπορούσε να γίνει «μια χώρα αλληλεγγύης και ανθρωπιάς».
Στις σελίδες του Βάιντερμαν παρακολουθούμε λεπτομερώς όλα τα διαδοχικά και συχνά αντιφατικά επεισόδια αυτής της μάχης, το δημιουργικό χάος, τη χαρά, την ελπίδα, αλλά και τις αντιφάσεις, τις εσωτερικές συγκρούσεις, τις αδυναμίες και τις απογοητεύσεις, τους κλονισμούς («η εξουσία τις μέρες εκείνες περιφέρεται αδέσποτη στην πόλη») και τις ήττες, την ήττα και τη βάρβαρη καταστολή που συνηθίζει η Δεξιά όταν νικάει.
Υπήρξε όμως εκείνη η στιγμή που οι πάντες πίστευαν πως θα άλλαζαν όλα, ακόμα και η γλώσσα, το όνομα της χώρας («“Η απόφαση πάρθηκε. Η Βαυαρία είναι σοβιετική δημοκρατία”. Ο Λαντάουερ επιμένει να γράψουν Baiern αντί για Bayern. Με i και όχι με y. Έτσι ώστε να δουν όλοι με την πρώτη ματιά: Πρόκειται για μια καινούργια χώρα»). Και αυτή η, ηττημένη τελικά, ελπίδα ήταν το κόκκινο νήμα που συνέδεσε με την τραγικότητά της τον Ερνστ Τόλλερ («όχι, κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από τις μάχες του παρόντος»), τον μυστηριώδη, «αόρατο» επαναστάτη Ρετ Μαρούτ που θα γίνει στο μέλλον ο εξαιρετικός (και πάντα μυστηριώδης) συγγραφέας B. Traven (Το πλοίο των νεκρών, Ο θησαυρός της Σιέρα Μάδρε), τον Ρίλκε, τον Κλάους Μαν και τόσους άλλους ποιητές και συγγραφείς, αλλά και κάποιους επαναστάτες για τους οποίους απλώς «η επιλογή της κούρασης δεν υπάρχει».

 

Κίκε Φεράρι «Από μακριά μοιάζουν με μύγες»
(μτφ. Άννα Βερροιοπούλου, εκδ. Καστανιώτη, 2019)

Στον γυαλιστερό και νοσηρό κόσμο του ημινόμιμου και ημιμαφιόζικου πλούτου μάς μεταφέρει το μυθιστόρημα του συγγραφέα από το Μπουένος Άιρες. Ο πολύς κύριος Μάτσι συμπυκνώνει τη φιγούρα του πετυχημένου επιχειρηματία-αρπακτικού που πλούτισε στα χρόνια της χούντας, ενώ μετά την πτώση της δικτατορίας και τη μεταπολίτευση συνεχίζει και με τις δημοκρατικές κυβερνήσεις την ανοδική του πορεία προς τον πλούτο και την εξουσία. Μια ζωή με πλούσια σύζυγο, λαμπερές ερωμένες, ναρκωτικά, ακριβά αυτοκίνητα, ανεξέλεγκτη εξουσία. Μια ζωή που (μοιάζει να) είναι στο απυρόβλητο, μια ζωή που τίποτα δεν (φαίνεται να) μπορεί να την ταράξει.
Όμως η ανθρωποφαγική αλαζονεία του κυρίου Μάτσι θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα αναπάντεχο γεγονός που θα την τσαλακώσει: ξαφνικά, τυχαία, ανακαλύπτει στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου του ένα πτώμα. Η έκπληξη του Μάτσι θα γίνει φόβος, που θα τον οδηγήσει τελικά σε μια ασφυκτική παρανοϊκή κατάσταση καθώς, από εκεί που αρχικά δεν μπορεί να φανταστεί καν ποιος μπορεί να τον μισεί τόσο πολύ που να τον παγιδεύσει, τελικά φτάνει να φτιάχνει λίστες από αμέτρητους εχθρούς που τους ανακαλύπτει πιθανότατα και εκεί που δεν υπάρχουν και να μπαίνει, έτσι, σε έναν κόσμο απόλυτης απειλής.
Ωστόσο, ο Μάτσι θα μπορέσει να μαζέψει τα θρύψαλα της δύναμης και της αυτοπεποίθησής του και θα καταφέρει να αντιμετωπίσει κάπως την κατάσταση. Θα νιώσει πάλι ισχυρός, άτρωτος, κυρίαρχος, έτοιμος να επιστρέψει στο απόρθητο κάστρο της εξουσίας του που είχε προς στιγμήν κινδυνέψει, μια αίσθηση όμως που θα έρθουν οι τελευταίες δώδεκα σειρές του μυθιστορήματος να ανατρέψουν, ή μάλλον να ανατινάξουν.
Μια πολύ καλογραμμένη ιστορία που αποτυπώνει με εξαιρετικό τρόπο τον ιδεοτυπικό επιχειρηματία-προϊόν μιας νοσηρής εποχής καθώς και τον άγριο κόσμο του. Επιπλέον, ο συγγραφέας μέσα από φλας μπακ στήνει αριστοτεχνικά και με μεγάλη οικονομία όλο το παρελθόν που είναι το υπόβαθρο αυτής της ιστορίας και σκιαγραφεί το πολιτικό πλαίσιο που δημιούργησε αυτές τις τερατογενέσεις, δικαιώνοντας έτσι το μότο που υπάρχει στην αρχή του βιβλίου: «Όποιος προτιμά να διαβάσει αυτό το βιβλίο σαν ένα απλό αστυνομικό μυθιστόρημα, είναι δικό του θέμα».

 

Ζοάο Ρικάρντο Πέντρο «Το δικό σου πρόσωπο θα είναι το τελευταίο»
(μτφ. Αριάδνη Μοσχονά, εκδ. Πόλις, 2019)

Στις 25 Απριλίου 1974, ένας άνδρας εξαφανίζεται από ένα χωριό της Πορτογαλίας, ένα «μικρό χωριό με όνομα θηλαστικού», «εκείνη ακριβώς τη στιγμή [που] ο πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου της Πορτογαλίας βρισκόταν υπό περιορισμό, περικυκλωμένος από στρατιώτες που απαιτούσαν την παραίτησή του, σε κάποιον στρατώνα της Λισαβόνας».
Αυτή η εξαφάνιση, που συμπίπτει με την ανατροπή της δικτατορίας στην Πορτογαλίας από την Επανάσταση των Γαριφάλων, δίνει το έναυσμα για να ξεδιπλωθεί μια οικογενειακή ιστορία τριών γενεών: η ιστορία του γιατρού Αουγκούστο Μέντες, που πριν από σαράντα χρόνια είχε σώσει και γιατροπορέψει τον εξαφανισμένο όταν αυτός είχε εμφανιστεί από το πουθενά, ένα κάτισχνο και τραυματισμένο αγόρι, στο μικρό χωριό, του γιού του γιατρού, Αντόνιο, που γύρισε από την Ανγκόλα ψυχολογικά διαλυμένος και «χρειάζεται να καταπίνει σαράντα χάπια τη μέρα μόνο και μόνο για να θυμάται το όνομα του γιου του», και του εγγονού του, Ντουάρτε, ενός χαριστικού πιανίστα που θα συγκρουστεί με το ίδιο το ταλέντο του και τον εαυτό του από «μίσος γι’ αυτό που ο κόσμος αποκαλούσε χάρισμα».
Ένα μυθιστόρημα, μια οικογενειακή σάγκα που κυλάει με φόντο τα δύσκολα χρόνια της δικτατορίας Σαλαζάρ και Καετάνο, των πολέμων στις αποικίες, της φτώχιας και του φόβου που βασίλευαν για πολλές δεκαετίες στην Πορτογαλία. Ένα ταξίδι στη μνήμη, ένα παρελθόν που επανέρχεται διαρκώς μέσα από αναμνήσεις και επιστολές, μια ιστορία που χτίζεται με λόγια, αποσιωπήσεις και σιωπές.

 

Στίβεν Κρέιν «Το κόκκινο σήμα του θάρρους»
(μτφ. Ν. Παναγιωτόπουλος, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)

Η ευπρόσδεκτη επιλογή αρκετών εκδοτικών οίκων να επανεκδίδουν, σε νέα μετάφραση συνήθως, κλασικά έργα προσφέρει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό βιβλία όπως αυτό, το γνωστότερο έργο του Κρέιν, ένα από τα πιο δυνατά και ιδιαίτερα μυθιστορήματα που έχουν γραφτεί για τον Αμερικανικό Εμφύλιο.
«Μην είσαι ηλίθιος», απαντάει η μάνα του στον πρωταγωνιστή του βιβλίου, Χένρι Φλέμινγκ, όταν αυτός της ανακοινώνει πως θα πάει να καταταχτεί. Ο Χένρι, ωστόσο, θα υλοποιήσει την επιθυμία του, διψώντας για ηρωισμό και δόξα, αφού ήδη «διηγήσεις σπουδαίων ανδραγαθημάτων συντάραζαν τη χώρα. Μπορεί να μην ήταν ξεκάθαρα ομηρικά, αλλά δεν υπολείπονταν σε λάμψη». Πολύ σύντομα όμως, πιο σύντομα απ’ όσο θα μπορούσε να φανταστεί, ο Χένρι, «ο νεαρός», θα βρεθεί μπροστά στη σκοτεινή και καθόλου ηρωική πλευρά του πολέμου, όπου εκείνο που κυριαρχεί είναι ο φόβος.
Στο βιβλίο του Κρέιν βλέπουμε τον πόλεμο στην πιο σωματική, γήινη, υλική μορφή του. Ο πόλεμος του Κρέιν δεν έχει ιδεολογίες, δεν έχει εχθρούς που μισιούνται, έχει φόβο, αγωνία, σάρκες που κομματιάζονται, λάσπες και χώμα, σκοτεινές φιγούρες που επιτίθενται και υποχωρούν και λιποτακτούν. Μέσα σε αυτή την αντιηρωική απομυθοποίηση, όλη αυτή η φρίκη δεν είναι τελικά τίποτα παραπάνω από «ένα επεισόδιο από τον Αμερικανικό Εμφύλιο»…
Βέβαια, εκείνο που κυρίως ενδιαφέρει τον συγγραφέα, πέρα από την αποτύπωση της φρίκης του πολέμου, είναι η επίδρασή της στην ψυχολογία του Χένρι και οι ψυχολογικές διαδρομές στις οποίες θα τον ωθήσει αυτή η πρωτόγνωρη αγριότητα, από τη στιγμή που θα πάει να καταταχτεί μεθυσμένος από την ηρωική μυθολογία, μέχρι τη στιγμή που συνειδητοποιεί πως τελικά «δεν είχε καταταχτεί με τη βούλησή του. Τον είχε παρασύρει μια αδίστακτη κυβέρνηση. Και τώρα τον πήγαιναν κατευθείαν στη σφαγή», μέχρι τη στιγμή που φτάνει να ευχηθεί μια ήττα του δικού του στρατοπέδου (αφού «μια ήττα θα είχε ως αποτέλεσμα μια έμμεση δικαίωση για τον ίδιο», αφού «πίστευε πως θα αποδείκνυε, κατά κάποιον τρόπο, ότι το είχε σκάσει νωρίτερα χάρη στις ιδιαίτερες αντιληπτικές ικανότητές του»), μέχρι τη σκηνή που περιγράφεται στο τέλος του βιβλίου, όταν «η ψυχή του άλλαξε».
Το βιβλίο κυκλοφόρησε στα ελληνικά μέσα στο 2019 από τρεις εκδοτικούς οίκους, με διαφορετικό μάλιστα τίτλο: Κόκκινο παράσημο ανδρείας, Το κόκκινο έμβλημα του θάρρους, Το κόκκινο σήμα του θάρρους – τίτλοι εκ των οποίων νομίζω πως ο τελευταίος είναι ο πιο κοντινός στο πνεύμα του βιβλίου, καθώς η ματωμένη πληγή από το τυχαίο τραύμα περιφέρεται ως το σιωπηρό σήμα που εκπέμπει ο Χένρι και ως το ανεπίσημο σήμα που λαμβάνουν οι γύρω του για να αναγνωρίσουν και να παραδεχτούν το θάρρος του.
Το μυθιστόρημα του Κρέιν μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Τζον Χιούστον, το 1951, σε μια ταινία που επίσης έχει μείνει κλασική.

 

Μάρτιν Μακ Ίνες «Γη χωρίς τέλος»
(μτφ. Αλέξης Καλοφωλιάς, εκδ. Κριτική, 2019)

Ολα αρχίζουν με μια εξαφάνιση, την εξαφάνιση του Κάρλος, η οποία πρέπει να ερευνηθεί, αν και «ο άντρας ήταν άφαντος μόνο τρεις εβδομάδες». Τα πάντα έγιναν εντελώς ξαφνικά, στη διάρκεια ενός οικογενειακού δείπνου, ο Κάρλος σηκώθηκε απλώς από το τραπέζι και κάπου πήγε, χάθηκε. «Είχαν χρειαστεί γύρω στα τριάντα πέντε λεπτά αφότου ο Κάρλος είχε σηκωθεί από το τραπέζι μέχρι η συντροφιά να καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά». Η υπόθεση θα ανατεθεί σε έναν συνταξιούχο επιθεωρητή: «αν και επισήμως είχε συνταξιοδοτηθεί, από κάθε άποψη θα ήταν σαν να παρέμενε ανώτερος ερευνητής της αστυνομίας».
Αρχίζει έτσι μια αστυνομική έρευνα που πολλές φορές κινείται στα όρια μιας θολής και ιδιότυπης πραγματικότητας, σε έναν κόσμο όπου, για παράδειγμα, συσχετίζονται στοιχεία φαινομενικά απίθανα και άσχετα μεταξύ τους, ενώ οι εταιρείες προσλαμβάνουν «περφόρμερ» για να καλύπτουν διάφορες θέσεις εργασίας, να υποκρίνονται πως είναι υπάλληλοι, να «αναπληρώνουν τα μέλη του προσωπικού στην καθημερινότητά τους». Και αν αυτό είναι απλώς μια «κολοσσιαία επίδειξη εταιρικής αλαζονείας», οι «τοποθεσίες έκτακτης ανάγκης της εταιρείας» («άδεια γραφεία χτισμένα έξω από τις πόλεις», για να μπορεί η εταιρεία «να καταφύγει εκεί σε κάποια κρίσιμη περίσταση, ας πούμε ύστερα από κάποιον πόλεμο») αρχίζουν να παραπέμπουν σε μια ατμόσφαιρα απειλής που επικρέμαται διαρκώς, χωρίς να γίνεται σαφές ποια είναι. Φαίνεται όμως πως η απάντηση στο μυστήριο τελικά κρύβεται κάπου «στην ενδοχώρα», «στο δάσος».
Και, τελικά, μέσα σε αυτή τη ρευστή, σχεδόν παραισθητική πραγματικότητα, τι συνέβη στον Κάρλος, θα μπορέσει ποτέ κανείς να πάρει κάποια οριστική απάντηση ή όλα είναι «υποψίες, φήμες, συσχετίσεις»;

Κώστας Αθανασίου