Στα όρια μυθοπλασίας και αυτοβιογραφίας

Στα όρια μυθοπλασίας και αυτοβιογραφίας

 athanasiou

Ζορζ Σιμενόν «Πεντιγκρή» (μτφ. Αργυρώ Μακάρωφ, εκδ. Άγρα, 2017)

 

«Ένα μυθιστόρημα όπου όλα είναι αλήθεια, χωρίς τίποτα να είναι ακριβές»: αυτό είναι το αποτέλεσμα όταν ο Ζορζ Σιμενόν αποφασίζει να γράψει ένα βιβλίο, ένα μυθιστόρημα, στο οποίο να διηγείται την παιδική του ηλικία.

Αιτία της συγγραφής του βιβλίου ήταν μια παρεξήγηση, μια λάθος διάγνωση σχετικά με την κατάσταση της υγείας του, που του έδινε ακόμα δύο χρόνια ζωής. Τότε, ο Σιμενόν βάλθηκε να γράψει την ιστορία της ζωής του, για να την αφήσει στον γιο του, Μαρκ, κληρονομιά και παρακαταθήκη. Βέβαια, πολύ σύντομα η λανθασμένη διάγνωση διορθώθηκε, το βιβλίο όμως παρ’ όλα αυτά γράφτηκε, σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, όταν ο Αντρέ Ζιντ διάβασε ένα αρχικό –πιο σύντομο, περίπου εκατό σελίδων– κείμενο και έπεισε τον Σιμενόν να του δώσει αυτή τη μορφή του μυθιστορήματος. Το Πεντιγκρή, αρχικά, έκλεινε με τη φράση «Τέλος του πρώτου τόμου», ωστόσο διάφοροι λόγοι (μεταξύ των οποίων και η βροχή των μηνύσεων από ανθρώπους που αναγνώρισαν τον εαυτό τους στις σελίδες του) εμπόδισε τη συνέχισή του.

 

Το Πεντιγκρή είναι μάλλον το μεγαλύτερο σε έκταση βιβλίο του Σιμενόν, εκείνο που η συγγραφή του διήρκεσε περισσότερο χρόνο (στην ουσία το δούλευε πάνω από δύο χρόνια, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα βιβλία του που συνήθως τα έγραφε με «θυελλώδη» τρόπο και τα έκλεινε μέσα σε λίγες βδομάδες ή ακόμα και σε 11 μέρες), ένα από τα λίγα που δεν είναι «αστυνομικό». Ο ίδιος λέει πως «αναμφίβολα αποτέλεσε ένα είδος νησίδας μέσα σε ολόκληρο το έργο μου». Το Πεντιγκρή εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1948.

Το βιβλίο σκιαγραφεί ένα πανόραμα από πρόσωπα και ιστορίες, κάποιες από τις οποίες τις παρακολουθούμε σε όλη την έκταση του μυθιστορήματος, κάποιες άλλες χάνονται ή εμφανίζονται σε κάποιο σημείο του, δημιουργώντας μια αίσθηση από «σκόρπιες» αναμνήσεις, ακόμα και από μια περίοδο που ο συγγραφέας δεν θα μπορούσε να θυμάται. Πρωταγωνιστής, με μια έννοια, του βιβλίου, ο Ροζέ Μαμελέν (το μυθοπλαστικό όνομα που δίνει ο Σιμενόν στον εαυτό του), που γεννιέται, όπως και ο Σιμενόν, στο Βέλγιο, στη Λιέγη, το 1903. Ο ίδιος ο Σιμενόν, καυχησιάρης πάντα, έλεγε πως «το Πεντιγκρή ήταν το μοναδικό μυθιστόρημα που έλεγε την αλήθεια για τη βελγική ζωή», όπως διαβάζουμε και στην εισαγωγή του βιβλίου.

 

Ένα μεγάλο πανόραμα

 

Ωστόσο, είναι αλήθεια πως η εικόνα που αποτυπώνεται στις σελίδες του βιβλίου είναι εξαιρετικά ζωντανή και πειστική. Με μια καθαρόαιμη ρεαλιστική αφήγηση, ακόμα και όταν η παράθεση των λεπτομερειών γίνεται υπέρ του δεόντως ίσως εξαντλητική, περιγράφει με τον πιο γλαφυρό τρόπο όλη την εικόνα εκείνης της εποχής και εκείνου του τόπου: μυρωδιές, γεύσεις, ανθρώπους στο φως ή –συνηθέστερα– στο ημίφως, τον πλούτο και τη φτώχια και όλη την ταξική διαστρωμάτωση, όσο ανεπαίσθητα κι αν διακρίνεται («σας λέω ευχαριστώ από ευγένεια, αλλά δεν ανήκουμε στον ίδιο κόσμο, μ’ ενοχλεί να με βλέπουν οι γείτονες όταν με σταματάτε στον δρόμο»), την ελπίδα και την απελπισία, την τρέλα, την εγκατάλειψη, το έγκλημα.

Στο βιβλίο κυκλοφορούν οικογενειάρχες και πόρνες, πολιτοφύλακες και αναρχικοί, άνθρωποι λυπημένοι ή οργισμένοι ή παραιτημένοι, ενώ καταγράφονται οι αιματηρές ταξικές συγκρούσεις, το άγχος για τον πιθανό πόλεμο, ο ίδιος ο (Πρώτος Παγκόσμιος) πόλεμος (ως μακρινός απόηχος αλλά και ως πραγματικότητα που πολλές φορές μοιάζει να διαταράσσει ελάχιστα τη ζωή των ανθρώπων, όταν το Βέλγιο κατακτάται από τους Γερμανούς), η απελευθέρωση (με τις καταστροφές των μαγαζιών συνεργατών των Γερμανών και τις ταπεινώσεις των γυναικών που είχαν σχέσεις με αυτούς), ενώ κάπου εκεί κλείνει και το βιβλίο, όπου αφήνουμε τον Ροζέ σε ηλικία περίπου δεκαέξι ετών.

Αυτό το μυθιστόρημα/αυτοβιογραφία δίνει πολλά κλειδιά, τόσο για το έργο όσο και για τον ιδιόμορφο χαρακτήρα και την ταραγμένη ζωή του συγγραφέα. Παράδειγμα, η πολυσυζητημένη, αντιφατική και δύσκολη σχέση με τη μητέρα του, που χρέωνε στον Σιμενόν την ευθύνη για τη φυγή του αδελφού του (όταν κατηγορήθηκε για συνεργάτης των Γερμανών το 1944) στη Λεγεώνα των Ξένων, με την οποία σκοτώθηκε το 1947, στην Ινδοκίνα («Γιατί έπρεπε να ήταν αυτός που σκοτώθηκε και όχι εσύ;» λέγεται πως του είχε πει η μητέρα του).

 

Το σκοτάδι και η βροχή

 

«Γεννήθηκα μέσα στο σκοτάδι και τη βροχή και ξέφυγα. Τα εγκλήματα για τα οποία γράφω είναι τα εγκλήματα που θα είχα διαπράξει αν δεν είχα ξεφύγει», έλεγε ο Σιμενόν σε μια συνέντευξή του στο περιοδικό New Yorker, τον Ιανουάριο του 1953. Ανεξάρτητα από την πραγματολογική σχέση του με τη ζωή του συγγραφέα, το Πεντιγκρή είναι ένα μυθιστόρημα. Ο ίδιος ο Σιμενόν είχε γράψει, στον πρόλογο του 1957, πως «δεν πρέπει να μη θεωρηθεί μυθιστόρημα και από την άλλη δεν θα ήθελα να του βάλουν την ετικέτα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα», για να συμπληρώσει όμως λίγο παρακάτω ότι «το Πεντιγκρή είναι ένα μυθιστόρημα, άρα ένα έργο όπου η μυθοπλασία και η αναδημιουργία αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος, γεγονός που δεν μ’ εμποδίζει να αναγνωρίσω πως ο Ροζέ Μαμελέν έχει πάρα πολλά κοινά χαρακτηριστικά με το παιδί το οποίο υπήρξα».

Ο Σιμενόν υπήρξε ένας συγγραφέας που έφτασε στις πιο σκοτεινές γωνιές της ανθρώπινης ψυχής, περπατώντας στα πιο ολισθηρά μονοπάτια της ανθρώπινης κοινωνίας που οδηγούν σε αυτές. Το Πεντιγκρή, αυτή η ιδιότροπη νησίδα μέσα στο έργο του, μπορεί να είναι κρίσιμη για να κατανοήσει κανείς τους δρόμους που έχει ακολουθήσει στη δουλειά του αυτός ο μεγάλος συγγραφέας.

 

Κώστας Αθανασίου